Grammatiki tis AEG


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
MIX. Χ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΛΥΚΕΙΟΥ
Το βιβλίο αυτό είναι συνοψισμένη μορφή του έργου «Γραμματική της αρχαίας ελληνικής» του Μιχ. Χ. Οικονόμου, έκδοσης 1971 του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπι­στημίου Θεσσαλονίκης (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
Η συνόψιση του βιβλίου έγινε με ευθύνη του Κέντρου Εκπαιδευτικών Μελετών και Επι­μορφώσεως (ΚΕΜΕ).
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
(Ανεξάρτητα από το γένος, τον αριθμό και την πτώση της κάθε συντομο­γραφίας, νοούνται ανάλογα με τα συμφραζόμενα, και τα άλλα γένη, οι πτώσεις και οι αριθμοί, καθώς και τα παράγωγα επιρρήματα).
αδύν(ατο) βλ(έπε) θετ(ικός)
αθροιστ(ικό) γεν(ική) θηλ(υκό)
αιγυπτ(ιακός) γραμμ(ατικός) ιστ(ορικοί)
αιτ-ιατ(ική) δευτερόκλ{ιτα) ιων(ικό)
αιιιολογ(ικός) δηλ(αδή) κ(αι) α(κόλουθα) [ύστε-
αι(ώνας) διαζευκτ(ικός) ρα από αριθμό]
αμετάβ(ατο) διάθ(εση) κ(αι) ά(λλα)
αναδιπλ(ασιασμός) δικατάλ(ηκτα) κ(αι) α(λλού)
αναφορ(ικός) δοτ(ική) κ(αι) ε(ξης)
αντίθ(ετο) δυϊκ(ός) κ(αι) τ{α) λ(οιπά)
αντων(υμία) ελλ-ην(ικός) κατ-άλ(ηξη)
ανώμ(αλο) εμπρόθ(ετος) κατάλ(ογος)
αόρ(ιστος) ενεργ-ητ(ικός) καταχρηστ(ικός)
απαρ-έμφ<ατο) ενεστ-ώτ(ας) κάτ(οικος)
αποθετ(ικό) ενεστ-ωτ(ικός) κεφ(άλαιο)
απρόσ(ωπο) εν-ικ(ός) κλ-ητ(ική)
αριθμ-ητ(ικό) ενν(οεΐται) κλ-ίσ(η)
αρ-ιθμ(ός) ενρινόλ(ηκτα) κύρ(ιο)
αρσ-εν(ικό) επίθ(ετο) κυριολ(εκτικά)
αρχ(αίος) επιθ(ετικός) λ(έξη)
αρχ(ικός) επίρρ(ημα) λ(όγου) χ(άρη)
ασυναίρ(ετος) επιρρ(ηματικός) μέλλ-οντ(ας)
αττ(ικός) επιφων(ήματα) μέσ(ος)
αύξ(ηση) επιφωνηματ(ικός) μεταβ(ατικό)
αφηρημ(ένο) εοκτ(ική) μ(ε)τ(α)β(ατικό)
αφωνόλ(ηκτα) εύχρ(ηστος) μεταγ-εν(έστερος)
άχρ(ηστος) θ(έμα) μ(ε)τ(α)γ(ε)ν(έστερο)
αχώρ(ιστο) θέμ(ατ\^) μετάθ(εση)
βαρύτ(ονα) θεματ(ικό) μεταφορ(ικά)
μ(ε)τ(α)φ(ορικά) περισπώμ(ενα) συνήθ(ως)
μ(ετά) Χ(ριστόν) περιφραστικός) συνηρ-ημ(ένος)
μετ(οχή) πίν(ακας) συνθ-ετ(ικό)
μονολεκτ(ικός) πλ-ηθ-υντ(ικός) σύνθ(ετο)
Νεοελλ-ην(ικίι} ποιητ(ικός) συντ-ελ-εσμ(ένος)
Γραμμ(ατιιαί) πρόθ(εση) συνών(υμα)
νεοελλ(ηνικός) προσδιορισμός) τρικατάλ(ηκτα)
νειότ(ερα) προσηγ-ορ(ικό) υγρόλ(ηκτα)
οδοντ(ικός) προστ-ακτ(ική) υπερθ(ετικός)
Ο(ργανισμός) Ε(κδόσεως) προσ-ωπ(ικός) υπερσ-υντ-έλ(ικος)
Σ(χολικών) Β(ιβλίων) πρόσ{ωπο) υποθετ(ικός)
ομηρ(ικό) προφ(έρεται) υποκείμ(ενο)
όν(ομα) προφ(ορά) υποκορ(ιστικό)
ον-όμ(ατα) π(ρο) Χ(ριστού) υποσημ(είωση)
ον-ομ-αστ(ική) ρ-ήμ(α) υπ-οτ-ακτ(ική)
οξύτ(ονα) ρ-ημ-ατ(ικός) φων(ήεν)
ορθογραφ(ικός) σ-ελ(ίδα) φωνηεντόλ(ηκτα)
οριστ(ική) σημ(είωση) χαρακτ(ήρας)
ουδ-έτ(ερο) σημασ(ία) χρον(ικός)
ουσ-ιαστ{ικό) σιγμόλ(ηκτα) χρ(όνοΐ)
παθ-ητ(ικός) σπάν(ια)
π(αρά)β{αλε) σπαν(ιότερα)
παράγ(ωγα) στερητ(ικό)
παραγωγ(ικός) συγκρ(ιτικός)
π(αραδείγματος) χ(άρη) συγχων(ευμένη)
παρακ-είμ(ενος) συζ(υγία)
π(α)ρ(α)κ(εί)μ(ενος) συμπερασματ(ικός) §.παράγραφος
παρασύνθ(ετο) σύμφ(ωνο) §§ παράγραφοι
παρατ-ατ(ικός) συμφωνόλ(ηκτα) .θέση βραχύχρονου
πΐα)ρ(α)τ(ατικός) συναίρ(εση) εντός
παραχωρητ(ικός) σύνδ(εσμος) _ίθέση μακρόχρονου
παροξύτ(ονα) συνηθ(έστερα) εντός
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1. Λόγος. Προφορικός και γραικός λόγος
Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με κατάλληλα όργανα, για ν” α ρ -θρώνει τη φωνή του και να μιλεί.
■* «Η έναρθρη ομιλία, που μ» αυτήν ο άνθρωπος μπορεί να συνεννοείται με τους ομοίους του, ονομάζεται λόγος.
Στην αρχή η συνεννόηση με το λόγο ανάμεσα στους ανθρώπους γινό ταν μόνο προφορικά, υπήρχε δηλ. μόνο προφορικός λόγος.
Έπειτα, αλλού ενωρίτερα και αλλού αργότερα, χρησιμοποιήθηκε η γραφή και δημιουργήθηκε ο γραπτός λόγος.

2. Γενικές φωνητικές έννοιες
Όταν ο άνθρωπος μιλεί, βγαίνει από τους πνεύμονες αέρας, που περνάει απο τα φωνητικά όργανα και βρίσκει κάθε φορά κάποιαν αντί­σταση σ” ένα ή περισσότερα από αυτά. Έτσι παράγονται ήχοι και ακούονται φωνές.
Καθεμιά από τις απλές και αμέριστες φωνές που ακούονται, όταν μι­λούμε, λέγεται φθόγγος (από το φθέγγομαι = μιλώ). Όταν π.χ. λέμε το, ακούονται δύο φθόγγοι (το)· όταν λέμε μένε, ακούονται τέσσερις φθόγ­γοι (μ-ε-ν-ε) κτλ.
α) Οι φθόγγοι που παράγονται με το στόμα ανοιχτό ή μισοανοιχτό και μόνο με τις φωνητικές χορδές του λάρυγγα (χωρίς να βρίσκει παρα­πέρα εμπόδιο ο αέρας που βγαίνει από τους πνεύμονες) λέγονται φω­νήεντα. Π.χ. α,ε,ι,ο,ου.
β) Οι φθόγγοι που παράγονται με το στόμα κλεισμένο εντελώς ή κά­που φραγμένο και με τη βοήθεια όχι μόνο των φωνητικών χορδών του λάρυγγα, αλλά και μέρους του στόματος ή της ρινικής κοιλότητας (όπου ρ αέρας που βγαίνει βρίσκει κάποιο εμπόδιο), λέγονται σύμφωνα. Π.χ. β,γ,δ&θ κτλ.
Εκτός από τα φωνήεντα και τα σύμφωνα υπάρχουν και μερικοί διάμεσοι φθόγγοι που λέγονται ημίφωνα. Τέτοια π.χ. έχουμε εμείς σήμε­ρα τό ι και το ου, όταν λέμε μιά, μοιάζω (όσο δεν προφέρονται μνιά.
μνιάζω), άκουα (όταν προφέρεται δισύλλαβο: ά-κουα) κτλ. Στο ημίφωνο ι η ράχη της γλώσσας αγγίζει ελαφρά τον ουρανίσκο. Στο ημίφωνο ου τα δύο χείλια αγγίζουν λίγο. Έτσι τα ημίφωνα δεν είναι ούτε καθαρά σύμφωνα ούτε καθαρά φωνήεντα. Ημίφωνα είχαν στην ομιλία τους και οι αρχαίοι Έλληνες (βλ. § 16, σημ.).
Δύο αλλεπάλληλα φωνήεντα που προφέρονται γρήγορα σε μία συλλαβή αποτελούν δίφθογγο (§ 7). Όταν π.χ. εμείς σήμερα λέμε χαϊ­δεύω, τά δύο φωνήεντα α και ι προφέρονται μαζί, σχεδόν στον ίδιο χρό1 νο που θα προφέραμε ένα μόνο φωνήεν· δέν ακούονται δηλ. χωριστά τα δύο φωνήεντα α και ί (χα-ι-δεύω), παρά ακούεται πιο έντονα ο φθόγγος α και μαζί του πιο αδύνατα και πιο γρήγορα ο φθόγγος ι· έτσι σχηματί­ζεται ο δίφθογγος αϊ. Επίσης, όταν λέμε λεϊμόνι (όπως συνηθίζουν σήμε­ρα να λένε σε μερικά μέρη), τα φωνήεντα ε και ι προφέρονται μαζί σ* ένα χρόνο, ακούεται δηλ. πιο έντονα ο φθόγγος ε και μαζί του πιο αδύνατα και πιο γρήγορα ο φθόγγος ι· έτσι σχηματίζεται ο δίφθογγος εϊ. Το ίδιο γίνεται, όταν λέμε νεράιδα, κελαηδώ, βόιδι, ρόιδι κτλ. Ακόμη, όταν λέμε παιδιά, ματιά κτλ., τα δυό τελευταία φωνήεντα ι και α προφέρονται μαζί σ” ένα χρόνο, αποτελούν δηλ. και αυτά ένα είδος δίφθογγο. (Βλ. Νεοελ­ληνική Γραμματική Ο.Ε.Δ.Β. § 17 και § 18). Διφθόγγους είχαν στην ομι­λία τους και οι αρχαίοι Έλληνες (βλ. § 25 κ.α.).
Ένας φθόγγος ή ένα σύνολο από φθόγγους που εκφέρονται μαζί και εκφράζουν μία μόνη έννοια ονομάζεται λέξη (από το λέγω). Όταν π.χ. λέμε ο Νίκος έγραφε το μάθημα, εκφωνούμε πέντε λέξεις, πού η κα­θεμιά τους απαρτίζεται από έναν ή περισσότερους φθόγγους:
ο Ν-ί-κ-ο-ς έ-γ-ρ-α-φ-ε τ-ο μ-ά-θ-η-μ-α
φθόγγοι 15 6 2 6
Τα φωνήεντα, καθώς και τα συμπλέγματα φωνηέντων και συμφώ­νων που απαρτίζουν μια λέξη, εκφωνούνται με μικρότατες και ανεπαί­σθητες διακοπές της πνοής που βγαίνει από το στόμα μας όταν μιλούμε. Έτσι η λέξη φαίνεται πως χωρίζεται σε τμήματα: θέ/λω – μα/θη/τής.
Κάθε τέτοιο τμήμα μιας λέξης που αποτελείται από ένα μόνο φωνήεν ή από ένα φωνήεν μαζί με ένα ή περισσότερα σύμφωνα λέγεται συλλα­βή. Έτσι π.χ. στη νέα μας γλώσσα: αέρας, ε-γρα-ψα, α-σφρά-γι-στος-και στην αρχαία: ε»-αρ, ά-η-δων, έ-στρω-μέ-νος (πβ.§ 30 κ.α.).
8. Στο γραπτό λόγο οι φθόγγοι παριστάνονται με ορισμένα σημεία
που λέγονται γράμματα. Π.χ. οι τέσσερις φθόγγοι που απαρτίζουν τη λέξη θεός παριστάνονται με τέσσερα γράμματα: θ-ε-ο-ς· οι τρεις φθόγγοι της λέξης πυρ παριστάνονται με τρία γράμματα: π-ο-ρ κτλ.

3. Γλώσσα και διάλεκτοι
9. Το σπουδαιότερο από τα φωνητικά όργανα του ανθρώπου είναι η
γλώσσα. Αυτή εκτελεί το κυριότερο έργο κατά την εκφορά του λόγου.
Γι* αυτό και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κάθε λαός εκφέρει το λόγο
ονομάστηκε γλώσσα.
Στην αρχαιότητα αναπτύχτηκαν και καλλιεργήθηκαν πολύ η apr χαία ελληνική και η λατινική γλώσσα. Την πρώτη τη μιλούσαν και την έγραφαν οι αρχαίοι Έλληνες, τη δεύτερη οι Ρωμαίοι.
Από τις δύο αυτές γλώσσες σπουδαιότερη υπήρξε η αρχαία ελληνική, που μιλήθηκε πολλούς αιώνες και χρησιμοποιήθηκε από αξιόλογους συγγραφείς. Και επειδή δεν έπαψε να μιλιέται, πέρασε κατα καιρούς από διάφορα στάδια και τέλος έφτασε στη σημερινή της μορφή, δηλ. τη νέα ελληνική γλώσσα.
Η γλώσσα κάθε λαού δε μιλιέται παντού κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Παρουσιάζει από τόπο σε τόπο διαφορές στις λέξεις, στους γραμ­ματικούς τύπους, στη σύνταξη (πβ. τα νεοελληνικά: να σου πω – να σε πω· λέγονταν – λεγόντουσαν- τι λες – ίντα λές κτλ.).
Οι τοπικές μορφές που παίρνει μια γλώσσα λέγονται διάλεκτοι.
Η αρχαία ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται εξαρχής χωρισμένη σε διαλέκτους. Σε κάθε τόπο μυλούσαν ορισμένη διάλεκτο και σ* αυτή τη διάλεκτο έγραφαν, όταν έμαθαν να χρησιμοποιούν τη γραφή.
Οι κυριότερες από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους ήταν η Ιωνική, η αττική, η αιολική και η δωρική.
Στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους γράφηκαν αξιόλογα έργα τ*εζά και ποιητικά. Ιδιαίτερα η αττική διάλεκτος, που συγγενεύει με την ιωνι­κή και διαμορφώθηκε στην Αθήνα, καλλιεργήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθ­μό. Διαδόθηκε και επικράτησε σε όλη *ην Ελλάδα ως ο τελειότερος τύ­πος της ελληνικής γλώσσας. Σ* αυτήν ακούστηκαν οι λόγοι των αττικών ρητόρων και σ* αυτή γράφηκαν τα έργα του Θουκλ>δίδη, του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα κ.ά.
4. Γραμματική
Κάθε γλώσσα μιλιέται και γράφεται σύμφωνα με ορισμένους κα-•νόνες. Τη συστηματική εξέταση των κανόνων αυτών την ονομάζομε γραμματική.
Η γραμματική που διδάσκει πώς οι αρχαίοι μιλούσαν και έγρα­φαν την αρχαία ελληνική γλώσσα λέγεται γραμματική της αρχαίας ελλη­νικής γλώσσας. Ιδιαίτερα η γραμματική που διδάσκει πώς οι αρχαίοι μι­λούσαν και έγραφαν την αττική διάλεκτο λέγεται γραμματική της αττι­κής διαλέκτου.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΦΘΟΓΓΟΛΟΓΙΚΟ
Ιο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΦΘΟΓΓΟΙ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

I. Φθόγγοι. Γράμματα. Διαίρεση φθόγγων και γραμμάτων
Οι φθόγγοι της αρχαίας ελληνικής παριστάνονται με 24 γράμματα, που είναι τα ίδια της νέας (βλ. § 2 και § 8). Το σύνολο των γραμμάτων αυτών λέγεται ελληνικό αλφάβητο.
Σημ. Στην αρχή το ελληνικό αλφάβητο είχε και το γράμμα F, που από το σχήμα του λέγεται δίγαμμα (γιατί μοιάζει με διπλό κεφαλαίο Γ) και απο την προφορά του λέγε­ται βαϋ (γιατί παρίστανε ένα φθόγγο σαν το σημερινό β ή σαν μισό ου, όπως όταν τώρα λέμε Ουάσιγκτον, τρισύλλαβο, ή άκουα, δισύλλαβο· πβ. § 4).
Επίσης στην αρχαιότατη ελληνική γλώσσα υπήρχε και ένας ακόμη φθόγγος που ακουόταν όπως ακούεται τώρα ο φθόγγος ι, όταν λέμε μιά, μοιάζω (πβ. § 4)- του φθόγ­γου αυτού δε μας προδόθηκε γραπτό σύμβολο, αλλά, όταν θέλουμε να τον παραστή­σουμε, τον σημειώνουμε με το λατινικό j (γιότ).
Τα γράμματα κατα τον τρόπο της γραφής τους ξεχωρίζονται σε κεφαλαία (Α,Β,Γ^ά κτλ.) και σε μικρά (α,β,γ,δ κτλ.).
Οι φθόγγοι της αρχαίας ελληνικής (όπως και της νέας) διαιρού­νται σε φωνήεντα και σε σύμφωνα (βλ. § 3).
α) Τα φωνήεντα της αρχαίας, ως φθόγγοι, παριστάνονται με 7 γράμ­ματα, που λέγονται και αυτά φωνήεντα: α,ε,η,ι,ο,υ,ω.
β) Τα σύμφωνα της αρχαίας, ως φθόγγοι, παριστάνονται με 17 γράμ­ματα, που λέγονται και αυτά σύμφωνα: β,γ,δ,ζ,θ,κ,λ,μ,ν,ζ,π,ρ,σ
(-ς),τ>φ>χ>ψ-
2. Διαίρεση φωνηέντων
19. 1) Τα φωνήεντα της αρχαίας ελληνικής (δηλ. οι φθόγγοι που ακούονταν σαν φωνήεντα) διαιρούνται σε βραχύχρονα και μακρόχρονα.
α) Τα βραχύχρονα φωνήεντα προφέρονταν σε σύντομο χρόνο και παριστάνονται με τα γράμματα α,ι,ο,-ε,ο· και τα γράμματα αυτά λέ­γονται βραχύχρονα.
Το καθένα από αυτά ακουόταν σαν ένα απλό φωνήεν που προφέρεται σύντομα: το βραχύχρονο α σαν ένα α, το βραχύχρονο i σαν ένα ι, το βραχύχρονο κ σαν ένα ου, το ε σαν ένα ε, το ο σαν ένα ο.
β) Τα μακρόχρονα φωνήεντα προφέρονταν σε μακρύτερο χρόνο, σε διπλάσιο περίπου από όσο τα βραχύχρονα, και παριστάνονται με τα γράμματα α,ι,υ-η,ω· και τα γράμματα αυτά λέγονται μακρόχρονα.
Από αυτά το μακρόχρονο α ακουόταν σαν μακρύ α (περίπου σαν αα) το μακρόχρονο ( σαν μακρύ ι (περίπου σαν »), το μακρόχρονο υ σαν μακρύ ου (περίπου σαν ουου), το η σαν μακρύ ε (περίπου σαν εε), το ω σαν μακρύ ο (περίπου σαν οο).
Ο σύντομος ή μακρύς χρόνος της προφοράς των φωνηέντων λέ­γεται χρόνος ή ποσότητα των φωνηέντων.
Επειδή με τα ίδια γράμματα α, ι, υ, παριστάνονται και μακρόχρο­νοι και βραχύχρονοι φθόγγοι, γι” αυτό τα γράμματα α, ι, υ λέγονται δί­χρονα.
Σημ. Η μακρότητα του δίχρονου σημειώνεται με το σημάδι- (χώρα), η βραχύτητα με το σημάδι ν (γλώσσα).
Ανασκόπηση. Από τα 7 γράμματα α,ε,η,ι,ο,υ,ω που παριστάνουν φωνήεντα:
α) To e και το ο ονομάζονται βραχύχρονα (γιατί παριστάνουν φθόγ­γους βραχύχρονους).
β) Το η και το ω ονομάζονται μακρόχρονα (γιατί παριστάνουν φθόγ­γους μακρόχρονους).
γ) Το α, το ι και το υ ονομάζονται δίχρονα, γιατί παριστάνουν φθόγ­γους άλλοτε μακρόχρονους και άλλοτε βραχύχρονους (δηλ. σε άλλες λέ­ξεις ή τύπους λέξεων είναι μακρόχρονα και σε άλλες βραχύχρονα).

3. Διαίρεση συμφώνων
1) Τα σύμφωνα της αρχαίας (δηλ. οι φθόγγοι που ακούονταν σαν σύμφωνα) διαιρούνται:
α) σε 9 άφωνα* αυτά παριστάνονται με τα γράμματα κ,γ,χ-π,β,φ,-τ,δ,θ, που λέγονται και αυτά άφωνα·
β) σε 5 ημίφωνα· αυτά παριστάνονται με τα γράμματα λ, ρ – μ, ν, σ(ς), που λέγονται και αυτά ημίφωνα.
2) Εκτός από τα παραπάνω γράμματα υπάρχουν τρία ακόμα, τα ζ, ξ, ψ, που παριστάνουν σύμφωνα- αυτά λέγονται διπλά.
Τα γράμματα ζ,ξ,ψ ονομάστηκαν διπλά, γιατί το καθένα από αυτά παριστάνει δύο φθόγγους συγχωνευμένους: το ξ έγινε από το κ+σ ή γ+σ ή χ+σ (πίνακς = πιναξ, φλόγς = φλόξ, δνυχς = δνυξ), το ψ από το π+σ ή β+σ ή φ+σ (κώνωπς = κώνωψ, «Αραβς = «Αραψ, γράφσω – γράψω) και το ζ από το σ+δ (Άθήνασδε = Άθήναζε) ή από το S+j (φροντίδ]ω = φροντίζω) κτλ. .
Τα άφωνα υποδιαιρούνται:
α) κατά το φωνητικό όργανο με το οποίο κυρίως προφέρονται: στα ουρανικά κ, γ, χ, στα χειλικά π, β, φ και στα οδοντικά γ, δ, θ-
β) κατά το είδος της πνοής που συνοδεύει την εκφώνηση τους: στα ψιλόπνοα δηλ. λεπτά κατά την πνοή) κ, π, τ, στα δασύπνοα (δηλ. παχιά κατά την πνοή) χ, φ, θ και στα μέσα β, γ, δ.
Τα ημίφωνα υποδιαιρούνται στα υγρά λ, ρ, στα ένρινα μ, ν και στο συριστικό σ(ς).
24. ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ
Είδηφθόγγων Κατά το φωνητικό όργανο Κατάτοείδοςτηςπνοής

Ουρανικά Χειλικά Οδοντικά

Αφωνα κ π τ ψιλόπνοα

1 β δ μέσα

Χ Ψ θ δασύπνοα
Ημίφωνα υγρά: λ, ρ

ένρινα: μ, ν (και γ πριν από τα κ, γ, χ, ξ)

συριστικό: σ (ς)

παλαιότερα ημίφωνα: F, j
Διπλά ζ, ξ, ψ

4. Δίφθογγοι
Οι δίφθογγοι (§ 5) της αρχαίας ελληνικής είναι έντεκα: α) οχτώ κύριοι: αι, ει, οι, νι – αυ, εο, ηυ, ου.
β) τρεις καταχρηστικοί: a, η, φ.
Οι δίφθογγοι γενικά είναι μακρόχρονοι (βλ. § 19): παιδεύει, ώ βασιλεΰ, ώ γραΰ, ώ βοΰ. Μόνο οι δίφθογγοι αι και οι λογαριάζονται βρα­χύχρονοι, όταν βρίσκονται εντελώς στο τέλος ασυναίρετης κλιτής λέ­ξης: οί ναυται, οι κήποι- αλλά: τοις ναύταις,τοϊς κήποις – οι Έρμαΐ, τη ή­χοι, τή αίδοΓ (συνηρημ.). Είναι όμως το αι και το οι μακρόχρονα στην κιχτάληξη της ευκτικής και στο τέλος των επιρρημάτων και επιφωνημά­των: παιδεΰοι, παιδεύσοι, παιδεύσαι (ευκτ.) – οίκοι, Ισθμοί, εϋοι, παπαΐ· έ­τσι και οι (προσωπ. αντων.) Πβ. και § 165, 2.
2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΑΒΕΣ

1. Λέξη. Γράμματα της λέξης
Ο λόγος, προφορικός ή γραπτός, απαρτίζεται από λέξεις (βλ. §” 6): φείδου χρόνου (2 λέξεις), τους γονείς τίμα (3 λέξεις).
Κάθε λέξη αποτελείται από έναν ή περισσότερους φθόγγους, που παριστάνονται με τα αντίστοιχα γράμματα (βλ. § 2 και § 8).
Το πρώτο γράμμα της λέξης λέγεται αρχικό, το τελευταίο λέγεται τε­λικό και όλα τα άλλα λέγονται εσωτερικά.
α) Κάθε φωνήεν μπορεί να είναι τελικό: σώμα, φέρε, μάχη, περί, υπό, δόρυ, έγώ.
β) Τελικά σύμφωνα στην αρχαία ελληνική είναι τα ν, ρ, ς (και τα δι­πλά ξ, ψ): πλοϊον, βήτωρ, άνθρωπος, φύλαξ (κς), κώνωψ (πς)· (βλ. § 21, 2).
2. Συλλαβή
α) Συλλαβή λέγεται το τμήμα της λέξης που απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα σύμφωνα μαζί με ένα φωνήεν ή δίφθογγο: φώτα, φώς-ναϋ-ται- “Έλ-λη-νες- άν-θρω-πος, στρά-τευ-μα, σάλ-πιγξ, στρό-φιγξ.
β) Η συλλαβή μπορεί ν” αποτελείται και από ένα μόνο φωνήεν ή ένα δίφθογγο: ΐ-α, ά-εί, υιοί, ού (=όχι), εϊ (=άν). Βλ. και § 7.
Η λέξη, αν έχει μία μόνο συλλαβή, λέγεται μονοσύλλαβη (νους, φώς)· αν έχει δύο συλλαβές, δισύλλαβη (τιμή, φέρω)· άν έχει τρεις, τρι­σύλλαβη (άνθρωπος, παι-δεύ-ω)- αν έχει περισσότερες από τρεις, πολυ­σύλλαβη (σω-φρο-σύ-νη, ά-γω-νί-ζο-μαι, ά-γω-νι-ζό-με-θα).
Σε κάθε λέξη με περισσότερες συλλαβές από μία, η τελευταία λέ­γεται λήγουσα, η προτελευταία παραλήγουσα, η αντιπροτελευταία προ­παραλήγουσα· η πρώτη συλλαβή λέγεται αρχική.
33. Η συλλαβή, από το χρόνο του φωνήεντος που έχει, λέγεται:
α) φύσει μακρόχρονη ή απλώς μακρόχρονη, άν έχει μακρόχρονο φω-
νήεν ή δίφθογγο: θή-κη, τρώ-γω, χαι’-ρω, κοι’-τη, ώρα, εΰ-θυ-μώ-
β) θέσει μακρόχρονη, αν έχει βραχύχρονο φωνήεν, αλλά ύστερ” από αυτό ακολουθούν στην ίδια λέξη δύο ή περισσότερα σύμφωνα ή ένα δι­πλό (ζ, ξ, ψ): άλ-λος, θέρ-μός, έ-χθρός- ο-ζω (= μυρίζω), τό-ξον·
γ) βραχύχρονη, αν έχει βραχύχρονο φωνήεν και ακολουθεί άλλο φω­νήεν ή απλό σύμφωνο ή τίποτε: νέ-ος, φέ-ρο-μεν, λό-γός, έ»-χε.

3. Συλλαβισμός
34. Το χώρισμα μιας λέξης στις συλλαβές της λέγεται συλλαβισμός. Ο συλλαβισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται κατά τους εξής κανόνες:
α) Ένα ή περισσότερα σύμφωνα, όταν είναι στην αρχή της λέξης, συλλαβίζονται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο)· όταν είναι στο” τέ­λος της λέξης, συλλαβίζονται με το προηγούμενο φωνήεν (ή δίφθογγο) να-ός, ναύ-της, βραδύς, βα-φεύς, στρα-τός, σάλ-πιγξ.
β) Ένα μόνο σύμφωνο ανάμεσα σε δύο φωνήεντα (ή διφθόγγους) συλλαβίζεται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο): ά-γω-νι-ζό-με-θα, δν-να-μαι, ά-πει-ροι.
γ) Δύο σύμφωνα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα (ή διφθόγγους) συλλαβί­ζονται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο), όταν αρχίζει από αυτά (αρ­χαία) ελληνική λέξη: ά-γροΐ (γράφω), ά-στήρ (στέλλω), γί-γνο-μαι (γνώ-σις), “Λ-ρι-ά-δνη (δνοφερός). Αλλιώς, χωρίζονται: ελ-πίς, όρ-μή, Γπ-πος, θάρ-ρος.
δ) Τρία σύμφωνα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα (ή’διφθόγγους) συλλαβί­ζονται με το ακόλουθο φωνήεν (ή δίφθογγο), όταν και από τα τρία αυτά σύμφωνα ή μόνο από τα δύο πρώτα αρχίζει αρχαία ελληνική λέξη: α-στρα-πή (στρέφω), έ-χθρός (χθες), i-σχνός (σχήμα). Αλλιώς, χωρίζονται-και το πρώτο από αυτά συλλαβίζεται με το προηγούμενο φωνήεν ή τον προηγούμενο δίφθογγο: άν-θρω-πος, δέν-δρον, πορ-θμός, στιλ-πνός.
ε) Οι σύνθετες λέξεις χωρίζονται στα συνθετικά τους μέρη. αν κατά τη σύνθεση δεν έχει αποβληθεί το τελικό φωνήεν του θέματος του α” συνθετικού- αλλιώς, συλλαβίζονται σαν απλές λέξεις: έξ-έρχομαι, συν­άγω, προσ-φέρω, δυσ-τυχής, Έλλήσ-ποντος, νουν-εχής- αλλά: πα-ρέρχομαι, ά-πέχω, κάθοδος, νο-μάρχης, φί-λιππος, πρω-ταγωνιστής.
3ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΝΟΙ, ΠΝΕΥΜΑΤΑ, ΣΤΙΞΗ

Α’. Οι τόνοι και ο τονισμός 1. Τόνοι
35. Σε κάθε λέξη που έχει δύο ή περισσότερες συλλαβές μία από αυ-
τές τονίζεται, δηλ. προφέρεται πιο δυνατά από τις άλλες. Για να φανε-
ρώσουμε στο γραπτό λόγο ποια είναι η συλλαβή που τονίζεται, γράφου-
με πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής αυτής ένα σημάδι που
λέγεται τόνος: φέ-ρω, φε-ρό-με-θα, φε-ρο-μέ-νη, φεΰ-γε, ά-πό-φευ-γε, αγα-
θός, ά-νήρ.
36. Οι τόνοι είναι τρεις: η οξεία (“), η βαρεία (“) και η περισπωμένη
(-): Αρταξέρξης και Κύρος.
2. Ονομασία των λέξεων από τον τόνο τους
37. Σε κάθε λέξη πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής που
τονίζεται σημειώνουμε κάθε φορά έναν ορισμένο τόνο (πβ. §38 και §
39). Κατά τη θέση που έχει ο τόνος σε μια λέξη και κατά το είδος του η
λέξη αυτή λέγεται:
όξύτονη, αν έχει οξεία στη λήγουσα: πατήρ-
παροξύτονη, αν έχει οξεία στην παραλήγουσα: μήτηρ-
προπαροξύτονη, αν έχει οξεία στην προπαραλήγουσα: λέγομεν-
περισπωμένη, αν έχει περισπωμένη στη λήγουσα: τιμώ·
ποοπερισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στην παραλήγουσα: δώ-
ρον-
60 βαρύτονη, αν δεν τονίζεται στη λήγουσα: άνθρωπος, λύω, κελεύω.
3. Τονισμός. Γενικοί κανόνες τονισμού
38. Ο τονισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται κατά τους
εξής γενικούς κανόνες:
1) Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα (ό
πως και στην κοινή νέα ελληνική): λέγομεν, έλέγομεν, έλεγόμεθα, επικίν­δυνος, έπικινδονότατος.
’2) Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονί­ζεται: (ή βασίλισσα, αλλά) της βασιλίσσης, (άμεσος, αλλά) αμέσως.
Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: τιμώ-μεθα, παρήγορος, πείθομαι.
Κάθε βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία: νέφος, τόπος, αγαθός.
Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει οξεία ε­μπρός από μακρόχρονη λήγουσα: θήκη,· κώμη, παιδεύω, κλαίω.
Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει περισπωμέ­νη εμπρός από βραχύχρονη λήγουσα: κήπος, χώρος, φεΰγε, κώμαι.
Η θέσει μακρόχρονη συλλαβή ως προς τον τονισμό λογαριάζεται βραχύχρονη: αύλαξ, κλΐμαξ, μεΐραξ, τάξις, λύτρον (βλ. § 33, β).
Η βαρεία σημειώνεται στη θέση της οξείας μόνο στη λήγουσα, ό­ταν δεν ακολουθεί στίξη ή λέξη εγκλιτική (βλ. § 43,1 και § 50): ό βασι­λεύς την μεν προς έαντόν έπιβουλήν οΰκ ήσθάνετο – τοις μεν Έλλησιν έ*σει πιστός, τοις δέ βαρβάροις φοβερός – τό τε βαρβαρικόν και τό έλληνικόν -ναός τις.
4. Ειδικοί κανόνες τονισμού
39. 1) Η ασυναίρετη ονομαστική, αιτιατική και κλητική των πτωτι­κών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, κανονικά παίρνει οξεία:
ό ποιητής, τον ποιητήν, ώ ποιητά- οί ποιηταί, τούς ποιητάς, ώ ποιηταί-ή φωνή, τήν φωνήν, ώ φωνή- αί φωναί, τάς φωνάς, ώ φωναί· πατήρ, λιμήν, άνδριάς- καλήν, καλάς, καλά· αύτη, αυτήν, αυτός· λαβών, ί-δών, λελοκώς, λυθείς.
Εξαιρέσεις βλ. § 144.
2) Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των πτωτικών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, παίρνει περισπωμένη:
του» ποιητοϋ, τφ ποιητή- των ποιητών, τοις ποιηταϊς-της φωνής, τή φωνή· των φωνών, ταΐς φωναΐς-
του άγαθοΰ, τής αγαθής, τω άγαθώ, τή αγαθή- των αγαθών, τοις άγαθοΐς, ταϊς άγαθαϊς κτλ.·
αύτοϋ, αυτής, αύτω, αύτη· αυτών, αύτοϊς, αύταΐς κτλ. Εξαιρέσεις βλ. § 102, 2 (τοΰ λεώ, τφ λεώ κτλ.).
Στα πτωτικά (βλ. § 74), όπου τονίζεται η ονομαστική του ενικού εκεί τονίζονται και οι άλλες πτώσεις του ενικού και του πληθυντικού, εκτός αν εμποδίζει η λήγουσα:
λέων, λέοντος, λέοντες κτλ. – αλλά: λεόντων (βλ. § 38,” 2)· άρρην, άρρενος, άρρενες κτλ. – αλλά: αρρένων-ίκαστος, ξκαστον, έκαστοι κτλ. – αλλά: έκαστου, έκαστων, έκαστους· ό λύων, τοΰ λύοντος, οι λύοντες κτλ. – αλλά: των λυόντων. Εξαιρέσεις βλ. § 88, 3 και § 145.
Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν τονίζεται, κανονικά παίρνει περισπωμένη:
(τιμάω) τιμώ, (τιμάων) τιμών, (έπιμελέες) επιμελείς-παίρνει όμως οξεία, αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η δεύτερη από τις συλλαβές που συναιρούνται:
(έαταώς) έστώς, (κληίς, κλής) κλείς.
Στις σύνθετες λέξεις ο τόνος κανονικά ανεβαίνει ως την τελευταία συλλαβή του πρώτου συνθετικού, αν επιτρέπει η λήγουσα: (σοφός) πάν-σοφος, (πόλις) ακρόπολις, μεγαλοποΧις, (πήχυς) εικοσάπηχυς- (έλθέ) ά­πελθε, (δός) άπόδος- (φρήν) ό μεγαλόφρων, τό μεγαλόφρον (βλ. §. 432).

5. Άτονες λέξεις
Δέκα μονοσύλλαβες λέξεις της αρχαίας ελληνικής δεν παίρνουν τόνο και γι” αυτό λέγονται άτονες λέξεις. Αυτές είναι 1) τα άρθρα ό, ή, οί, αί· 2) οι προθέσεις εις, έν, έκ (ή έξ)· 3) τα μόρια ει, ώς, ού (ή ουκ ή οΰχ).

6. Εγκλιτικές λέξεις. Έγκλιση του τόνου
Μερικές μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις συμπροφέρονται τό­σο στενά με την προηγούμενη, ώστε ακούονται σαν ν” αποτελούν μαζί της μία λέξη· γι” αυτό ο τόνος τους κανονικά ή χάνεται ή ανεβαίνει στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης ω.ς οξεία (πβ. τα νεοελληνικά: ό αδερ­φός μου, ό δάσκαλος μου).
Οι λέξεις αυτές λέγονται εγκλιτικές λέξεις ή απλώς εγκλιτικά.
Συχνότερα εγκλιτικά της .αρχαίας ελληνικής είναι:
οι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών μου, μοι’, μέ – σοϋ, σοι, σέ ου, οι, S (βλ. § 222).
όλες οι πτώσεις ενικού και πληθυντικού της αόριστης αντωνυμίας τις – τι εκτός από τον τύπο του ουδέτ. πληθ. άττα (= τινά = μερικά) (βλ. § 237)-
όλοι οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής του ενεστώτα των ρημά­των είμϊ (= είμαι) και φημΐ (= λέγω) (βλ. § 275 και § 351, 3)·
τα επιρρήματα πού, ποί, ποθέν -πώς, πή (ή πή). ποτέ (βλ. 363, α)·
τα μόρια γέ, τέ, τοί, πέρ, πώ, νύν και το πρόσφυμα δέ (διαφορετικό από το σύνδεσμο δέ) (βλ. § 370, I και 6).
43. 1) Ο τόνος των εγκλιτικών χάνεται: α) σε όλα τα εγκλιτικά (μο­νοσύλλαβα ή δισύλλαβα), όταν η προηγούμενη λέξη είναι οξύτονη ή πε­ρισπωμένη :
ναός τις, καλόν έστι (με οξεία και όχι βαρεία στην προηγούμενη λέ­ξη· βλ. § 38, 8) – τιμώ σε, τιμώ τινας·
β) μόνο στα μονοσύλλαβα εγκλιτικά, όταν η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη: γέρων τις, παιδεύω σε.
Ο τόνος των εγκλιτικών ανεβαίνει στη λήγουσα της προηγούμε­νης λέξης (ως οξεία), όταν η προηγούμενη λέξη είναι προπαροξύτονη ή προπερισπώμενη ή άτονη ή εγκλιτική:
ελαφός τις, έλαφοί τίνες – κήπος τις, κήποι τίνες, Άριαΐός τε και οι άλλοι στρατηγοί – εν τινι τόπω – εί” τις βούλεται – ει τις εστί μοι φίλος.
Ό τόνος των εγκλιτικών μένει στη θέση του (δηλ. δε γίνεται έγ­κλιση τόνου):
α) όταν η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη και το εγκλιτικό δι­σύλλαβο: λόγοι τινές, ανθρώπων τινών, φίλοι ει’σίν-
β) όταν η προηγούμενη λέξη έχει πάθει έκθλιψη ή όταν πριν από το εγκλιτικό υπάρχει στίξη: καλόν δ” εστίν – «Ομηρος, φασί, τυφλός ην
γ) όταν υπάρχει έμφαση ή αντιδιαστολή: παρά σοϋ, προς σέ· ταύτα σοι λέγω, οόκ έκείνφ.
Β’. Τα πνεύματα και η χρήση τους 1. Πνεύματα
Κάθε λέξη που αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο ή από το σύμφω­νο ρ παίρνει πάνω σ” αυτό ένα ιδιαίτερο σημάδι, που λέγεται πνεύμα.
Τα πνεύματα είναι δύο, η ψιλή {“) και η δασεία (“): άήρ, εΐκών -αγνός, ευρίσκω- φέω.
2. Λέξεις με ψιλή και λέξεις με δασεία
Από τις λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο οι περισσό­τερες παίρνουν ψιλή.
Δασύνονται (δηλ. παίρνουν δασεία) κανονικά>

Οι λέξεις που αρχίζουν από υ ή από ρ: υβρίζω, ρόδον.
Τα άρθρα ό, ή, at και οι οεικτικές αντωνυμίες δδε, ήδε, οιδε, αίδε· ούτος, αύ’τη.
Οι αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα (εκτός από τα ένθα, ένθεν): δς, ή, δ κτλ. (βλ. § 240), δπου, δθεν κτλ. (βλ. § 363, α).
Οι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας ημείς, ημών κτλ.,ού,οι, έ, οι αντωνυμίες έτερος, έκάτερος, έκαστος και οι λέξεις που σχηματίζονται από αυτές (ημέτερος, εαυτού», έτέρωθεν, εκάστοτε κτλ.).
Οι σύνδεσμοι έως, ήνίκα, ίνα, δμως, οπότε, δπως, δτε, ότι, ώς, ώ­στε.
Τα αριθμητικά εις, έν, έ’ξ, έπτά, εκατόν- επίσης τα παράγωγα από αυτά- £νδεκα, εξακόσιοι, έβδομήκοντα, έκατοντάκις κτλ.
Οι ακόλουθες λέξεις (και όσες είναι παράγωγες από αυτές ή σύν­θετες με α” συνθετικό τις λέξεις αυτές):
Α,- αβρός, άγιος, αγνός, «Αδης,.αδρός, αθρόος (στην αττ«κή διάλεκτο), αίμα, Αίμος, αίρέω-ώ, αί άλαί (= η αλυκή), άλας, Άλϊάκμων, γεν. -ονος, Αλίαρτος, αλιεύω (μτγν.). Αλικαρνασσός, άλις (= αρκετά), άλίσκομαι-άλωσις, άλλομαι (= πηδώ), Αλόννησος, άλουργίς, γεν. -ίδος (μτγν.), ό άλς, γεν. τοΰ αλός (= αλάτι- συχνά σε πληθ. οι άλες = αλάτι, αλυκή), ή άλς, γεν. τ^ς αλός (= θάλασσα), άλτήρ, πληθ. αλτήρες, άλυσις, ή άλως (= αλώνι), άμα, άμαξα, άμαρτάνω, άμιλλα, άμμα (= δέσιμο, κόμπος· από το άπτω), άνύτω (άλλά και άνύ(τ)ω), απαλός, άπαξ, απλούς, άπτω-άπτομαι, άρμα, αρμόζω, αρμονία, αρμός, άρπαξ – αρπάζω, αφή, άψίκορος, άψίς, γεν. -ΐοος.
Ε.- (Εβραίος)· το έ~δος (= θρόνος, ναός, άγαλμα), έδρα, έδώλιον, έζο-μαι (= κάθομαι), είλόμην (αόρ. β” του αίροΰμαι), εΓμαρται – ειμαρμένη, εΐο-γνυμι και είργνύω (= εμποδίζω την έξοδο, κλείνω μέσα- ενώ είργω = ε­μποδίζω την είσοδο, αποκλείω), είρκτή, Εκάβη, έκάς (= μακριά), Εκάτη, εκών, Ελένη, Ελικών (γεν. -ώνος), ή έ’λιξ, έλίττω (= τυλίγω, στρέφω), έλκος, έλκω (μεταγ. ελκύω), Ελλάς, Έλλην, ή έλμινς (γεν. -ινθος = σκου­λήκι των εντέρων), τό έλος, ένεκα ή ένεκεν, εξής, Εξω (μέλλ. του ρ. έχω), εορτή, έρκος (= φραγμός), έρμα, ερμηνεύω, Ερμής, έρπω, εσπέρα, έσπε­ρος, έσπόμην (αόρ. β” του έπομαι), έστιάω-ώ, εταίρος, έτοιμος και έτοιμος, ευρίσκω, έφθός (= βραστός- για τα μέταλλα = καθαρισμένος με φωτιά, καθαρός), έ’ψω (= βράζω), έωλος (= παλιός, όχι πρόσφατος), ή έχος (= πρωί)._
Η.-Ήβη, ήγέομαι -οΰμαι, ήδομαι, ήκιστα, ήκω, ήλιξ(= συνομήλικος, σύντροφος), Ηλιαία, ήλιος, ήλος (= καρφί), ήμερα, ήμερος, ήμι-(αχώριστο μόριο), ήμισυς, ή ηνία και τά ηνία (= χαλινός), ήπαρ, “Ήρα, Ηρακλής, Ηρόδοτος, ήρως, Ησίοδος, ήσυχος, ήττα, ήττάομαι -ώμαι, ήττων, Ήφαι­στος.
I.- ίδρύω, ίδρώς, ίέραξ, ιερός, Γημι, ικανός, ικέτης, ίκνέομαι -ουμαι, ί-λάσκομαι, ιλαρός, ίλεως, ίμάς, ίμάτιον, ίμερος (=.πόθος), ίππος, (μεταγεν. Γπταμαι), ΐστημι, ιστός – ίστίον, ιστορία, ίστορέω -ώ, ϊ’στωρ (γεν. -ορος = έμπειρος, γνώστης).
Ο.- οδός, όλκάς (= πλοίο που ρυμουλκείται, φορτηγό), όλκή (= έλξη, εισπνοή, βάρος), ό ολκός (= μηχάνημα με4 το οποίο έσερναν τα πλοία, λουρί, χαλινός, τροχιά, αυλάκι), Ολμος, δλος, όρμαθός, όρμή, ό όρμος, ό ορος, τό δριον, ορίζω, όράω -ώ, δσιος.
Ω.- ώρα, ωραίος, ώριμος.

3. Θέση του τόνου και του πνεύματος
48. α) Στα απλά φωνήεντα και τους καταχρηστικούς διφθόγγους, ό­ταν γράφονται με μικρά γράμματα, ο τόνος ή το πνεύμα σημειώνεται από πάνω: αρετή, εορτή, τω άνθρώπφ, ήώς, ώδεΐον όταν είναι κεφαλαία.
σημειώνεται εμπρός και προς τα πάνω: Αθηνά, Ελλάς, Ήώς, Ώιδεΐον ή Ώδεϊον.
β) Στους κύριους διφθόγγους ο τόνος ή το πνεύμα σημειώνεται πά­νω στο δεύτερο φωνήεν: αυτός, αιρετός, ευρίσκω, ναύτης, σφαίρα, Αίγεύς.
γ) Όταν ο τόνος και το πνεύμα βρίσκονται στην ίδια συλλαβή, τότε η οξεία ή η βαρεία σημειώνεται ύστερ” από το πνεύμα και η περισπωμέ­νη από πάνω του: άνθρωπος, Έλλην, αύριον, Αίας ό’ς ή’ρως ήν, εύρος, Ήρα, ηπαρ.
δ) Ο τόνος και το πνεύμα παραλείπονται σε λέξεις που γράφονται ολόκληρες με κεφαλαία: ΕΛΛΑΣ, ΑΙΓΙΝΑ, ΠΑΡΘΕΝΩΝ.

Γ’. Άλλο σημεία στο γραπτό λόγο
1. Βοηθητικά ορθογραφικά σημεία
49. Στο γραπτό λόγο χρησιμοποιούνται και τα ακόλουθα βοηθητικά ορθογραφικά σημεία:.
Η υποδιαστολή (,), που είναι όμοια με το κόμμα και σημειώνεται συνήθως στην αναφορική αντωνυμία ό»,τί, για να την ξεχωρίσει από τον ειδικό σύνδεσμο ότι.
Τα διαλυτικά («), που σημειώνονται πάνω στο / ή υ, όταν χρειάζε­ται να δηλωθεί ότι το ι ή το υ δε σχηματίζει δίφθογγο με το προηγούμε­νο φωνήεν μιας λέξης: Αχαΐα, δυϊκός πραΰνω, προϋπάρχω.
Ο απόστροφος (*), που σημειώνεται στην έκθλιψη (§ 57).
Η κορωνίδα (“), που σημειώνεται στην κράση (§ 55).
Το ενωτικό (-), μια γραμμούλα, μικρότερη από την παύλα, που χρησιμεύει για να ενώνει τις συλλαβές στις οποίες χωρίζεται μια λέξη: θά-λασ-σα. Το ενωτικό χρησιμεύει κυρίως στο τέλος της γραμμής, όταν
{κατά τους κανόνες του συλλαβισμού).

2. Σημεία της στίξης
50. Στο γραπτό λόγο, εκτός από τους τόνους, τα πνεύματα και τα παραπάνω βοηθητικά σημεία, χρησιμοποιούνται και μερικά άλλα σημά­δια που ευκολύνουν το διάβασμα, δείχνοντας πού και πόσο πρέπει να σταματά κάθε φορά η φωνή μας και πώς να χρωματίζεται κατά το νόη­μα. Τα σημάδια αυτά λέγονται σημεία της στίξης. Τέτοια σημεία είναι τα ακόλουθα:
Η τελεία στιγμή ή απλώς τελεία (.)· σημειώνεται εκεί όπου τελειώ­νει περίοδος, δηλ. τμήμα του λόγου που περιέχει ένα ακέραιο νόη­μα.
Η μέση ή άνω στιγμή ή επάνω τελεία {-)■ χρησιμεύει γιά νά δείξο-με ότι πρέπει να γίνει μικρότερη διακοπή απ* ό,τι με την τελεία και ση­μειώνεται στο τέλος τμήματος μιας περιόδου με νόημα κάπως ανεξάρτη­το, που συμπληρώνεται-με το επόμενο τμήμα.
Η υποδιαστολή ή το κόμμα (,)- χρησιμεύει για να δείξομε πολύ μικρή διακοπή, εκεί όπου λογικά χωρίζονται μεταξύ τους οι προτάσεις μιας περιόδου ή ορισμένες λέξεις στην ίδια πρόταση.
Παράδειγμα για τη χρήση της τελείας, της επάνω τελείας και του κόμματος: Μηδέποτε μηδέν αίσχρόν ποιήσας έλπιζε λήαειν και yap, άν τους άλλους λάθρς, σεαυτώ συνειδήσεις. Τους μέν θεούς φοβοΰ, τούς δέ γονείς τίμα, τους δέ φίλους αισχύνου, τοις δέ νόμοις πείθου.
Το ερωτηματικό (;)· σημειώνεται ύστερ” από μια εροηηματική λέ­ξη ή στο τέλος μιας φράσης, όταν με αυτήν εκφέρεται ευθεία ερώτηση: τί; πώς; – Ό Πατήρ σε άρχοντα τοΰ οίκου κατέλιπε;
Το θαυμαστικό ή επιφωνηματικό (!)- σημειώνεται ύστερ” από τα επιφωνήματα και από κάθε επιφωνηματική λέξη ή φράση που εκφράζει θαυμασμό, αναφώνηση, χαρά, φόβο, έκπληξη και γενικά κάποιο ψυχικό πάθος: οΐμοι! φευ! Ήράκλεις! Ώς καλός μοι ό πάππος!
Τα αποσιωπητικά (…)■ φανερώνουν διακοπή του λόγου ή σκόπιμη αποσιώπηση λέξεων από φόβο, εντροπή, περιφρόνηση κτλ., ή για να δο­θεί περισσότερη έμφαση σ* εκείνο που παραλείπεται: Και έάν μέν εκών πείθηται…., έί δέ μή, ώσπερ ξύλον διαστρεφόμενον και καμπτόμενον εύθύ-νουσιν άπειλαΐς και πληγαΐς.
Η παύλα (-)· φανερώνει διακοπή του λόγου μετά την οποία ακο­λουθεί κάποιο επιπρόσθετο συμπλήρωμα των προηγουμένων ή μια από τομη στροφή του λόγου: Έλέγετο δέ ό στόλος (= η εκστρατεία) εινα; ε/ς Πισίδας. Έστρατεύετο μέν δη (ενν. ό Ξενοφών) ούτως εξαπατηθείς – ούχ ύπό Προξένου.
8) Η παρένθεση ((…))· χρησιμεύει για να περικλείσει λέξη ή φράση
που επεξηγεί ή συμπληρώνει τα λεγόμενα, αλλά και που μπορεί να λεί-
πει: Έν δέ τούτοις τοις νομοθέταις μή θήσθε νόμον μηδένα (είσίγάρ ύμΐν ι-
κανοί), άλλα τους εις τό παρόν βλάπτοντας υμάς λύσατε.
9) Η διπλή παύλα ( )· χρησιμεύει για ν’απομονώνει μια φράση,
όπως γίνεται και με την παρένθεση· χρησιμοποιείται ιδίως, όταν η φρά­ση που απομονώνεται- δεν έχει τόσο δευτερεύουσα σημασία, ώστε να κλειστεί σε παρένθεση: Ό δέ Πρόξενος – έτυχε yap ύστερος προσιών και τάξις αντω επομένη των οπλιτών – ευθύς ούν εις τό μέσον αμφοτέρων ά­γων έθετο τά άπλα και έδεΐτο του Κλεάρχου μή ποιεϊν ταύτα.
10) Τα εισαγωγικά («…»), μέσα στα οποία μνημονεύονται κατά λέξη
οι λόγοι ενός προσώπου: Ευθύς ούκ ήνέσχετο (ενν. ό Κύρος), άλλ” ειπών
«Τον άνδρα όρώ» Γετο έπ” αυτόν. «Τί ουν», άν τις ειποι, «ταύτα λέγεις ή-
μΐν;»
4ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΦΘΟΓΓΙΚΑ ΠΑΘΗ
51. Οι λέξεις δε μένουν πάντοτε αμετάβλητες, όπως σχηματίστηκαν εξαρχής. Συχνά αλλάζουν μορφή, γιατί οι φθόγγοι τους χάνονται ή συγ­χωνεύονται ή με οποιονδήποτε τρόπο μεταβάλλονται (πβ. τα νεοελλ.: ημέρα – μέρα, από αυτού – απ” αυτού· λέγω – λέω· το έφερα – το “φερα-φωνάξετε – φωνάξτε – φωναχτέ κτλ.).
Οι διάφορες αποβολές, συγχωνεύσεις και κάθε είδους μεταβολές των φθόγγων λέγονται φθογγικά πάθη.

Α’. Πάθη φωνηέντων και διφθόγγων
1. Χασμωδία. Πάθη φωνηέντων και διφθόγγων για την αποφυγή της χασμωδίας
52, Όταν σε μια λέξη ή ανάμεσα σε δύο γειτονικές λέξεις βρεθούν στη σειρά φωνήεντα ή δίφθογγοι, λέμε ότι υπάρχει χασμωδία: αναπάει, ό άνήρ, έτά αύτοΰ, έλεγε εκείνος, έλεγε ούτος, άεί.
Για την αποφυγή της χασμωδίας συμβαίνουν ορισμένα πάθη των φωνηέντων και διφθόγγων (συναίρεση, κράση, έκθλιψη κτλ.), που με μία λέξη λέγονται συναλοιφή. Άλλοτε πάλι για την αποφυγή της χασμωδίας γίνεται πρόσληψη ευφωνικών συμφώνων.
Όλα αυτά εξετάζονται παρακάτω.

α) Συναίρεση
53. Συναίρεση λέγεται η συγχώνευση μέσα στην ίδια λέξη δύο στη
σειρά φωνηέντων ή φωνήεντος και διφθόγγου σ” ένα μακρόχρονο φω-
νήεν ή σ” ένα δίφθογγο: συκέα – σι>κή, τιμάομεν – τιμώμεν, ποιέομεν, -
ποιοΰμεν, τιμάει – τιμψ προέλεγον – προύλεγον, προεθυμήθην – προυθυμψ
θην.
54, Η συλλαβή που προέρχεται από τη συναίρεση κανονικά τονίζε-
ται, αν πριν από τη συναίρεση τονιζόταν η μία από τις δύο συλλαβές που συναιρούνται: τιμάω – τιμώ, συκεών – συκών- αλλά τι’μαε – τίμα Σωκράτεος – Σωκράτους (πβ. § 39, 4, § 100, 2,.καθώς και § 164 και § 18 3, 2).
β) Κράση
Κράση λέγεται η συγχώνευση του τελικού φωνήεντος ή διφθόγ­γου μιας λέξης με το αρχικό φωνήεν ή τον αρχικό δίφθογγο της ακόλου­θης: τά άλλα – τάλλα, τό όνομα – τοό’νομα, μέντοι άν – μεντάν, έγώ οίμαι -έγφμαι.
Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα ση­μάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. ,§ 49, 4): και έγώ – κάγώ- αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τά αυτά – ταύτα.
Όταν όμως η πρώτη από τις λέξεις που συγχωνεύονται είναι τύπος που αποτελείται μόνο από ένα φωνήεν ή ένα δίφθογγο με δασεία (π.χ. ό, οί, ή, αί, ή, 6, ου κτλ.), τότε στη θέση της κορωνίδας σημειώνεται η δα­σεία: ό άνήρ – άνήρ- ό άνθρωπος – άνθρωπος – ά άν- αν· ου ένεκα – οΰνεκα.
Κράση με τις αμέσως επόμενες λέξεις παθαίνουν συνήθως:

Οι τύποι του άρθρου και της αναφορικής αντωνυμίας δς, ή, 6, που λήγουν σε φωνήεν ή δίφθογγο, καθώς και το κλητικό ώ: ό άνθρωπος = άνθρωπος, τοΰ ανδρός = τάνδρός, τά έμά = τάμα, ά έγώ = άγώ, ού ένεκα = οΰνεκα, ώ αγαθέ = ώγαθέ-
η λέξη έγώ μέ τή λέξη οιδα (= γνωρίζω) ή με τη λέξη οίμαι (= νο­μίζω): έγώ οιδα = έγφδα, έγώ οίμαι = έγφμαι,·
ο σύνδεσμος μέντοι με το μόριο άν: μέντοι άν = μεντάν-
ο σύνδεσμος και: και έγώ = κάγώ, και είτα = κφτα·
η πρόθεση πρό: προ έργου = προϋργου.
57. Έκθλιψη λέγεται η αποβολή του τελικού βραχύχρονου φωνήε­ντος μιας λέξης εμπρός από το αρχικό φωνήεν ή τον αρχικό δίφθογγο της ακόλουθης: από έμοΰ = άπ” έμοΰ, οϋτε αυτός = ού’τ” αυτός.
Πάνω από τη θέση του φωνήεντος που παθαίνει έκθλιψη γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με ψιλή και λέγεται απόστροφος (βλ. § 49, 3): άπό έμοΰ = άπ” έμοΰ· όταν όμως η έκθλιψη γίνεται κατά τη σύνθεση λέξεων, δε σημειώνεται ο απόστροφος: άπό έχω = απέχω.
Ο τόνος του φωνήεντος που παθαίνει έκθλιψη (αν τούτο τονιζό­ταν πριν από την έκθλιψη):
1) στις άκλιτες λέξεις χάνεται μαζί με το φωνήεν που εκθλίβεται: πα­ρά έμοΰ = παρ” έμοΰ, έπϊ αύτοΰ = έπ” αύτοΰ, άλλα εκείνος = αλλ” εκείνος·
2) στις κλιτές λέξεις και στο αριθμητικό έπτά ανεβαίνει στην προη­γούμενη συλλαβή, πάντα ως οξεία: δεινά έπαθον = δειν’έπαθον, φημι έ­γώ = φήμ” έγώ, έπτά ήσαν = έ»πτ* ήσαν.
Αν ύστερ” από την έκθλιψη απομένει στο τέλος της λέξης άφωνο ψιλόπνοο (κ,π,τ) και η ακόλουθη λέξη δασύνεται, τότε το ψιλόπνοο τρέ­πεται στό αντίστοιχο του (ομόφωνο) δασύπνοο, δηλ. το κ σε χ, το π σε φ, το τ σε θ: άπό ημών = άφ” ημών, κατά ημών = καθ” ημών- αν ύστερ” από την έκθλιψη απομένουν δύο ετερόφωνα ψιλόπνοα (κτ ή πτ), τότε ε -μπρος από λέξη που έχει δασεία τρέπονται και τα δύο στα αντίστοιχα τους δασύπνοα: νύκτα δλην = νύχθ” δλην, νύκτα (και) ήμέραν = νυχθημε-ρον, έπτά ήμέραι = έφθήμερος.

δ) Αφαίρεση, υφαίρεση
60. 1) Κάποτε, και ιδίως στην ποίηση, γίνεται αφαίρεση, δηλ. αποβολή του αρχικού βραχύχρονου φωνήεντος μιας λέξης, όταν η προηγούμενη λήγει σε μακρόχρονο φωνήεν ή σε δίφθογγο. Τότε πάνω από τη θέση του φωνήεντος που χάθηκε σημειώνεται ο από­στροφος: αϋτη “κείνη, ώ “γαθέ, εΐη “ξ έμοΰ (αντί εϊη έξ έμοΰ). “ποϋ κείνη εστίν; (Πβ. τα νεοελλ.: να “μουν, πού «vat;).
2) Γίνεται κάποτε κάι μέσα στην ίδια λέξη αποβολή ενός από δύο όμοια βραχύχρονα φωνήεντα ή αποβολή του ι των διφθόγγων εμπρός από φωνήεν- η αποβολή αυτή λέγεται υφαίρεση: βοηθόος – βοηθός, Ήρακλέέα – Ήρακλέα, αίεί – άεί, έλαια – έλάα, πλείονος ■ πλέονος, Άρειοπαγίτης – Αρεοπαγίτης κτλ. (πβ. τα νεοελλ.: αλκοολισμός – αλκολισμός, χρυσοχόος – χρυσοχός, αρματολό(γ)ος – αρματολός κτλ.).

ε) Πρόσληψη προσθετών ή ευφωνικών συμφώνων
61. Μερικές λέξεις που λήγουν σε φωνήεν, όταν βρεθούν εμπρός από λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή δίφθογγο, παίρνουν στο τέλος ορισμένα σύμφωνα που συντελούν στην ευφωνία, δηλ. στην αποφυγή της χασμωδίας. Τέτοια σύμφωνα είναι το ν και το κ (ή χ), που λέγονται προσθετά ή ευφωνικά σύμφωνα.
Από αυτά:
Το ευφωνικό ν το παίρνουν εμπρός από φωνήεν: α) οι τύποι κλι­τών και άκλιτων λέξεων που λήγουν σε -σι: άνδράσι(ν), εύγενέσι(ν), άπα­σαν), εΐκοσιζν), έλθοΰσιζν), λέγουσιν οΰτοι, παντάπασφ), ΎΛθήνησι(ν), πέ-ρυσι(ν)-
β) οι τύποι του γ” εν. προσ. των ρημάτων που λήγουν σε -ε και ο ρη­ματικός τύπος έστί: ζλυε(ν), έλυοε(ν), λέλοκε(ν), ήλθεν οΰτος, εστίν αγα­θός.
Το ευφωνικό κ το παίρνει το αρνητικό ου εμπρός από φωνήεν που έχει ψιλή· όταν όμως το οΰ βρεθεί εμπρός από φωνήεν με δασεία, τότε το ευφωνικό κ τρέπεται στο αντίστοιχο του δασύπνοο, δηλ. γίνεται χ: οΰ λέγω – οΰκ έχω – ούχ υπομένω (βλ. § 59).
2. Άλλα πάθη των φωνηέντων
62. Πολλές φορές τα φωνήεντα παρουσιάζουν διάφορα πάθη στο θέμα των λέξεων. Τέτοια πάθη είναι τα εξής:
Η συγκοπή, δηλ. η αποβολή του βραχύχρονου φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα: πατέρ-ος – πατρός- γι-γέν-ομαι ~ γίγνομαι· έ-σεχ-ον = έ’σχον (πβ. τα νεοελλ.: κορυφή – κορφή, φέρετε – φέρτε).
Η ανάπτυξη, δηλ. η πρόσληψη ενός φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφω­να, που γίνεται συνήθως για να διευκολυνθεί η προφορά· π.χ. στους τύπους πατρ-ά-σι, μητρ-ά-σιν, άνδρ-ά-σι κτλ. αναπτύχθηκε το φωνήεν α ανάμεσα στο συγκομμένο θέμα και στην κατάληξη (βλ. § 131, 2).
Η μετάθεση, δηλ. η μετατόπιση ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε άλλη θέση μέσα στη λέξη: Μυτιλήνη – Μιτυλήνη,. Πνύκα – Πύκνα (πβ. τα νεοελλ.: Ιθάκη – Θιάκι, όνειρο – εινορο).
Η αφομοίωση, δηλ. η μεταβολή ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε φωνήεν όμοιο με το φωνήεν της επόμενης ή προηγούμενης συλλαβής του θέμα.τος: άτε­μος = έτερος, Ερχόμενος = Όρχομενός, όβελός = άβολος (πβ. το νεοελλ.: σιρό­κος – σορόκος).
Η αντιμεταχώρηση, δηλ. η αμοιβαία αλλαγή του χρόνου ενός μακρόχρο­νου φωνήεντος με το χρόνο του αμέσως επόμενου βραχύχρονου φωνήεντος: τοΰ βασιλτχος – του βασιλέως- τον βασιλτ\ά – τον βασιλέα- της πο’Ληος – τής πό­λεως (§ 112, 2).
Η ποιοτική μεταβολή ή απλώς τροπή, δηλ. η μεταβολή ενός φωνήεντος σε άλλο φωνήεν του ίδιου χρόνου (ενός βραχύχρονου σε άλλο επίσης βραχύ­χρονο ή ενός μακρόχρονου σε άλλο επίσης μακρόχρονο): λέγω – λόγος· βρέχω -βροχή- αμείβω – αμοιβή- λείπω – λέλοιπα, λοιπός- σπεύδω – σπουδή- ρχ\γνομι -ρωγμή.
Η ποσοτική μεταβολή, δηλ. η μεταβολή του μακρόχρονου φωνήε­ντος σε βραχύχρονο ή του βραχύχρονου σε μακρόχρονο- έτσι η ποσοτική μετα­βολή είναι:
α) βράχυνση ή συστολή, δηλ. μεταβολή του μακρόχρονου φωνήε­ντος ή του διφθόγγου σε βραχύχρονο φωνήεν: δίδωμι, δώρον, δίδομαι, δόσις- ί’-στημι – Γσταμαι, τίθί)μι – τίθεμαι, θέσις- λείπω – έλϊπον- φεύγω – έ’φύγον, φυγή- α­κούω – ακοή-
β) έκταση, δηλ. μεταβολή του βραχύχρονου φωνήεντος σε μακρόχρονο: πο’ιέω – ποιήσω, ποιτ\τής· δηλόω – δηλώσω, δήλωσις- ελπίζω – τ\λπιζον, τ\λπισα· στοά – στωικός.
Κάποτε η έκταση ενός βραχύχρονου φωνήεντος σε “ μακρόχρονο φωνήεν ή σε δίφθογγο γίνεται ύστερ” από την αποβολή ενός ή περισσότερο)ν συμφώνων που ακολουθούν: η τέτοιου είδους έκταση λέγεται αντέκταση ή αναπληρωτική έκταση:
τάλάν-ς = τάλας- έ’ν-ς – εις- λυθέντ-ς – λυθείς- λέοντ-σι – λέοο-σι.

Β’. Πάθη συμφώνων
63. Όπως στα φωνήεντα, έτσι και στα σύμφωνα παρουσιάζονται διά­φορα πάθη. Αυτά τις περισσότερες φορές συμβαίνουν για να διευκολυν­θεί η προφορά, όταν συμπέσουν ορισμένα σύμφωνα στην ίδια λέξη.
Τα κυριότερα πάθη των συμφώνων είναι η αποβολή, η ανάπτυξη, η μετάθεση, η ένωση ή συγχώνευση, η αφομοίωση, η ανομοίωση και η τροπή.
α) Αποβολή συμφώνων
64. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποβάλλονται, δηλ. χάνονται, ένα ή περισσότερα σύμφωνα στην αρχή της λέξης, στο εσωτερικό ή στο τέ­λος της· το φαινόμενο αυτό λέγεται αποβολή.
Το σ, όταν βρίσκεται μέσα στη λέξη ανάμεσα σε δύο σύμφωνα ή ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, συχνά αποβάλλεται- επίσης στους αρχαιότα­τους χρόνους, όταν βρισκόταν στην αρχή της λέξης εμπρός από φω­νήεν, συχνά έπαυε ν* ακούεται, και τη θέση του την έπαιρνε η δασεία (η οποία συνόδευε το φωνήεν που έμενε ως αρχικό):
(ανάμεσα σε δύο σύμφωνα) γέγραφσθε = γέγραφθε- έστάλσθαι = έ-στάλθαι ·
(ανάμεσα σε δύο φωνήεντα) έλέγεσο = έλέγεο και με συναίρεση = ε-λέγου- γένεσος = γένεος και με συναίρεση = γένους-
(στην αρχή της λέξης) σέπομαι = έπομαι- αίστημι = ί’στημι.
To j (βλ. § 16, σημ. ) από τους παλαιότατους χρόνους αποβλή­θηκε στην αρχή της λέξης εμπρός από φωνήεν και τη θέση του την πήρε η δασεία· μέσα όμως στη λέξη ανάμεσα σε δύο φωνήεντα αποβλήθηκε ολότελα: jfjnap = ήπαρ-β]ημι = Γημι (= ρίχνω)· τιμά}ω = τιμάω ώ- ποιέ-)ω = ποιέω -ώ· δηλό]ω = δηλόω -ώ.
To F (βλ. § 16, σημ. ) στην αρχή της λέξης εμπρός από φωνήεν ή μέσα στή λέξη ανάμεσα σε δύο φωνήεντα αποβλήθηκε: Ρέργον = έρ­γον- Ροΐνος = οίνος- πνέΡω (προφ. πνεύω, πβ. πνεύμα) = πνέω- ΡέΡοικα ~ έοικα.
Το ν εμπρός από το σ κανονικά αποβάλλεται, άλλοτε με αντέκτα­ση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος και άλλοτε χωρίς αντέ­κταση (βλ. § 62, 7, β):
(με αντέκταση, συνήθως στην ονομ. του εν.) μέλάν-ς = μέλας, κτέν-ς = κτείς- έν-ς = εις.
(χωρίς αντέκταση, συνήθως στη δοτ. ίου πληθ.) κτεν-σί = κτεσί-ποιμέν-σι = ποιμέσι- γείτον-σι = γείτοσι.
Τα οδοντικά τ, δ, θ εμπρός από το σ αποβάλλονται: τάπητ-ς = τά-πης, έλπίδ-ς = έλπίς, δρνιθ-ς ~ 6ρν\ς· τάπητ~σι = τάπησι- έτσι και νόκτ-ς = νύκ-ς = νύξ, άνακτ-ς = άνακ-ς = άναξ (βλ. § 21, 2).
Τα συμπλέγματα ντ, νδ, νθ εμπρός από το σ αποβάλλονται πάντο­τε με αντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος (βλ. § 62, 7,β): τοις λεόντ-σι = λέουσι, τοις άνδριάντ-σι = άνδριάσι, ό λυθέντ-ς = λυθείς, ό χαρίεντ-ς = χαρίεις- σπένδ-ω (= κάνω σπονδή), μέλλ. σπένδ-σω = σπείσω- πάσχω, μέλλ. (από το θ. πενθ-) πένθ-σομαι = πείσομαι (- θα πάθω).
7) Σύμφωνα όχι τελικά ελληνικών λέξεων (βλ. § 29, β), όταν βρε­θούν στο τέλος μιας λέξης, χωρίς άλλη κατάληξη, αποβάλλονται: (του σώματ-ος) τό σώματ = τό οώμα- (τοΰ λέοντ-ος) ώ λέοντ =■ ώ λέον- (του γάλακτ-ος) τό γάλακτ = τό γάλα- (τοΰ παντ-ός) τό παντ = τό παν.

β) Ανάπτυξη συμφώνων
65. Η εμφάνιση νέου συμφώνου, που δεν υπήρχε αρχικά, στο θέμα
μιας λέξης λέγεται ανάπτυξη (το σύμφωνο αναπτύσσεται, δηλ. πα-
ρουσιάζεται εκεί όπου πριν δεν υπήρχε). Η ανάπτυξη συνήθως γίνεται
για να διευκολυνθεί η προφορά (πβ. § 62, 2):
Ανάμεσα στο μ και το ρ ή ανάμεσα στο μ και το λ αναπτύσσεται σε μερικές λέξεις ο φθόγγος β: (από το μεσημέρια =) μεσημ-ρία – μεσημ-β-ρία- (έ-μολ-ον = ήρθα- πβ. μολών λαβε- θ. μολ- = μλω– από αυτό ο πα-ρακείμ. μέ-μλω-κα =) μέμ-β-λωκα- γαμψός ~ γαμ-β-ρός (πβ. > ιδιωματι­κό νεοελλ. χαμηλά = χαμλά = χαμπλά).
Ανάμεσα στο ν και το ρ αναπτύσσεται ο φθόγγος δ: (από το ανέρ-ος με συγκοπή: άνρ-ός =) ανδρός (βλ. § 130, 1).
Εμπρός από το αρχικό ρ μιας λέξης αναπτύσσεται και ένα άλλο ρ, δηλ. το αρχικό ρ διπλασιάζεται, όταν βρεθεί πριν από αυτό βραχύχρονο φωνήεν από αύξηση ή αναδιπλασιασμό ή από σύνθεση με άλλη λέξη: ρί­πτω – ίρριπτον – ε~ρριφα – βητός – άρρητος – απόρρητος· βυθμός – άρρυθμος-βωστός – άρρωστος- αλλά: εύρυθμος, εύρωστος.

γ) Μετάθεση του j ■ (επένθεση)
66. Μετάθεση, δηλ. μετατόπιση σε άλλη θέση μέσα στη λέξη, μπορεί
να πάθει όχι μόνο ένα βραχύχρονο φωνήεν (όπως είδαμε στην § 62, 3),
αλλά και το ημίφωνο j (βλ. § 16, σημ.). Τούτο, όταν βρίσκεται ύστερ’
από τους φθόγγους -αν- -αρ- -ορ-, μετατοπίζεται πριν από το ν ή το ρ·
τότε ενώνεται με το προηγούμενο α ή ο σε δίφθογγο αι ή ou
Η μετάθεση αυτή του j και η τοποθέτηση του ανάμεσα στο φο)νήεν α ή ο και στο σύμφωνο ν ή ρ λέγεται και επένθεπη’: (θ. μαραν-, πβ. έ-μαράν-θην) μαράν-)ω = μαραίνω· (θ. μελαν-, πβ. μέλαν-ος), ή μέλαν-ja = μέλαινα-(θ. χαρ-, πβ. χαρά, έ-χάρ-ην) χάρ^ω = χαίρω-(θ. μορ-, πβ. μόρ-ιον) μόρ-ja = μοίρα. (Πβ. το νεοελλ. χαμάίλι = χαϊμαλί»).

δ) Ένωση ή συγχώνευση συμφώνων
67. Σε μερικές περιπτώσεις ένα σύμφωνο ενώνεται ή συγχωνεύεται με άλλο. Τέτοιες ενώσεις ή συγχωνεύσεις συμφώνων είναι συνήθως οι ακόλουθες:
Ι) Ουρανικό (κ, γ, χ) όταν βρίσκεται εμπρός από το σ, ενο’)νεται με αυτό σε ξ- χειλικό (π, β, φ) εμπρός από το σ ενώνεται με αυτό σε ψ: πίνακ-ς = πίναξ, πίνακ-σι = πίναξι, έλεγ-σα = ελεξα, ονυχ-ς = δνυξ-κώνωπ-ς = κώνωψ, κώνωπ-σι = κώνωψι, «Αραβ-ζ = Άραψ, έγραφ-σα – έ­γραψα (βλ. § 21,2).
2) Το ημίφωνο j (βλ. § 16, σημ.) σε αρχαιότατους χρόνους: α) ύστερ” από τα ουρανικά (κ, γ, χ) ή πιο σπάνια ύστερ” από τα οδο­ντικά τ και θ συγχωνεύτηκε με αυτά σέ σσ ή ττ:
φυλάκ-)ω = φυλάσσω ή φυλάττω, άλλάγ-jco = άλλάσσω ή άλλάττω, ταράχ-joj = ταράσσω ή ταράττω, έλάχ-)ων = έλάσσων ή έλάττων-
χαρίετ-ja – χαρίεσσα, πυρέτ-)ω = πυρέσσω ή πυρέττω, πλάτ-joj ή πλάθ-jw = πλάσσω.
β) ύστερ” από το οδοντικό δ συγχωνεύτηκε με αυτό σε ζ: παίδ-)ω = παίζω, έλπίδ-)ω = ελπίζω, έρίδ-jui – ερίζω-γ) ύστερ” από τα συμφωνικά συμπλέγματα ντ, νδ, νθ συγχωνεύτηκε πρώτα με το οδοντικό τ, δ, θ σε σ και έπειτα έγινε αποβολή του ν με α­ντέκταση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος:
1. Από ίο ρήμα έπεντϊθεμαι – παίρνω θέση ανάμεσα, παρεμβάλλομαι.
πάντ-ja = πάνσα = πάσα, παιδευθέντ-ja = παιδευθένσα = παιδευθεΐσα, έκόντ-ja = έκόνσα = έκοΰσα (πβ. § 64, 4).
ε) Αφομοίωση συμφώνων
68. Αφομοίωση συμφώνου λέγεται η μεταβολή του σε σύμφωνο ό­μοιο με άλλο αμέσως επόμενο ή προηγούμενο στην ίδια λέξη (πβ. § 62, 4). Σε τέτοια περίπτωση λέμε ότι το σύμφωνο αφομοιώνεται μέ το άλλο.
Χειλικό (π, β, φ), όταν βρεθεί εμπρός απο το ένρινο μ αφομοιώνε­ται με αυτό, δηλ. γίνεται και αυτό μ: βλέπ-μα = βλέμμα – τρίβ-μα = τρίμμα-γεγραφ-μένος = γεγραμμένος.
Το συριστικό σ ύστερ” από υγρό (λ, ρ) ή ένρινο (μ, ν) σε αρχαιό­τατους χρόνους αφομοιώθηκε πρώτα με αυτό, έπειτα όμως έγινε απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων (λλ, ρρ – μμ, νν) και αντέκτα­ση του προηγούμενου βραχύχρονου φωνήεντος (§ 62, 7, β):
(στέλλω, θ. στέλ-) έ-στελ-σα = έστειλα·
(καθαιρώ, θ. καθάρ-) έ-κάθαρ-σα = έκάθαρρα = έκάθηρα·
(νέμω, θ. νεμ-) έ-νεμ-σα = ένεμμα = ένειμα-
(κρίνω, θ. κρίν-) έ-κριν-σα = έκριννα = έκρινα.
Το συριστικό σ, όταν βρεθεί εμπρός από το ένρινο ν, συνήθως αφομοιώνεται με αυτό: σβέσ-νυ-μι = σβέννυμι, ζώσ-νυ-μι = ζώννυμι, Πελοπόσ-νησος – Πελοπόννησος.
Το ημίφωνο j σε αρχαιότατους χρόνους:
α) ύστερ” από το λ αφομοιώθηκε με αυτό: (θ. άγγελ-) άγγέλ-]ω = άγ-γέλλω, (θ. σφαλ-) σφάλλω = σφάλλω-
β) ύστερ” από το ν ή το ρ, όταν υπήρχε πριν από αυτά ε ή ι ή υ, αφομοιώθηκε πρώτα με το ν ή το ρ, έπειτα όμως έγινε απλοποίη­ση των δύο όμοιων συμφώνων και αντέκταση του προηγούμενου ε σε α, του ϊ σε ϊ και του C σε υ:
(θ. κτεν-) κτέν-^ω = κτέννω = κτείνω· (θ. σπερ-) σπέρ-]ω = σπέρρω = σπείρω- (θ. οίκτιρ-) οίκτίρ^ω = οικτίρρω = οικτίρω- (θ. άμυν) άμόν-ϊω = άμύννω = άμόνω.
Το ένρινο ν, όταν βρεθεί εμπρός άπό το ένρινο μ ή εμπρός από τα υγρά λ, ρ, συνήθως αφομοιώνεται με αυτά: ώξυν-μένος = ώξυμμένος, παν-μεγεθης = παμμεγέθης, πλην-μελής = πλημμελής, πάν-λευκος = πάλλευκος, συν,-ρέω = συρρέω, παλίν-ροια = παλίρροια.
ζ) Ανομοίωση συμφώνων
69. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην αφομοίωση, για να διευκολύνε­ται η προφορά αποφεύγονται σε ορισμένες περιπτώσεις δύο όμοια σύμ­φωνα σε δύο αλλεπάλληλες συλλαβές της ίδιας λέξης. Έτσι π.χ. το χε-χόρευκα γίνεται κεχόρευκα, το γιγνώσκω γίνεται γινώσκω κτλ. Το φαι­νόμενο αυτό λέγεται ανομοίωση1
Η ανομοίωση είναι δύο ειδών:
1) Ανομοίωση με τροπή
α) Όταν δύο γειτονικές συλλαβές μιας λέξης αρχίζουν από άφωνο δασύπνοο, τότε κανονικά γίνεται τροπή του συμφώνου της πρώτης συλ­λαβής στο αντίστοιχο του ψιλόπνοο (το χ γίνεται κ, το φ γίνεται π, το θ γίνεται τ): (χορεύω) χε-χόρευκα = κεχόρευκα- (φονεύω) φε-φόνευκα = πε-φόνευκα- (θύω) θέ-θυκα = τέθυκα, θυ-θήσομσι = τυθήσομαι- (τίθεμαι) ε’-θέ-θην – έτέθην- ή θρίξ, ταΐς θριξϊ (θ. θριχ), αλλά: τριχός (αντί θριχός), τρίχες (αντί θρίχες)· θρέψω (θ. θρεφ-), αλλά: τρέφω (αντί θρέφω), τροφή (αντί θροφή) κτλ.
Αλλά σε μερικές λέξεις ή τύπους λέξεων δε γίνεται ανομοίωση, δηλ. το δασύπνοο φυλάγεται σε δύο γειτονικές συλλαβές από επίδραση άλλων συγγενικών τύπων που έχουν κανονικά το δασύπνοο: οφθώθην (όπως ώρθωοα, ορθώσω κτλ.), έθέλχθην (όπως έθελξα, θέλξω κτλ.), όρνι-θοθήρας (όπως ορνιθοτρόφος κτλ.).
β) Η ανομοίωση με τροπή γίνεται κάποτε και στα υγρά. Έτσι η κεφαλ-αλγία (= κεφαλό-πονος) έγινε κεφαλαργία, λήθ-αλγος = λήθαργος-εδώ, αν αληθεύει η ετυμολογία, το «δεύτερο λ τράπηκε στο συγγενικό του υγρό ρ (πβ. την αντίθετη πορεία στο νεοελλ. γρήγορα = γλήγορα).
2) Ανομοίωση με αποβολή
α) Όταν σε δύο γειτονικές συλλαβές μιας λέξης υπάρχουν τα ίδια σύμφωνα, το ένα από αυτά κάποτε αποβάλλεται: γίγνομαι = γίνομαι, γι-

1. Από to άνομοιόομαι -οϋμαι = γίνομαι ανόμοιος, διαφορετικός.
γνώσκω = γινώσκω, (παρακ. του άγω) άγήγοχα = άγήοχα, φρατρία = φα­τρία (πβ. το νεοελλ. πενήντα αντί πεντήντα από το πεντήκοντα).
β) Όταν αποβάλλεται ολόκληρη συλλαβή, το φαινόμενο λέγεται συλλαβική ανομοίωση ή απλολογία: τετράπεζα = τράπεζα, άμφιφορεός = άμφορεύς, σκιμπόπους = σκίμπους (πβ. τα νεοελλ. αποφοιτητήριο = απο-φοιτήριο, διδάσκαλος = δάσκαλος).
η) Τροπή συμφώνων
70. Τα σύμφωνα, εκτός από τις μεταβολές που παρουσιάζουν με τη συγχώνευση (§ 67), την αφομοίωση (§ 68) ή την ανομοίωση (§ 69). πα­θαίνουν και μερικές άλλες αλλαγές που λέγονται τροπές:
1) Ουρανικό (κ, γ, χ) ή χειλικό (π, β, φ) όταν βρίσκεται εμπρός από
οδοντικό (τ, δ, θ) μέσα σε μια λέξη, αν είναι έτερόπνοο συμπνευματί-
ζεται, δηλ.-γίνεται ομόπνοο με το επόμενο οδοντικά (γίνεται ψιλόπνοο
εμπρός από ψιλόπνοο ή μέσο εμπρός από μέσο ή δασύπνοο εμπρός από
δασύπνοο). Η τέτοιου είδους τροπή λέγεται συμπνευματισμός:
(έκλέγ-ω) έκλεγ-τός – έκλεκ-τός· (γράφ-ω) γραφ-τός = γραπ-τός-(διώκ-ω) έ-διώκ-θην = έδιώχ-θην- (τρίβω) έ-τρίβ-θην = έτρίφ-θην (θ. κρυφ-, πβ. κρύφ-α) κρύφ-δψ = κρύβ-δην.
2) Το ουρανικό κ ή χ εμπρός από το μ κανονικά τρέπεται σε γ:
(πλέκ-ω) πλέκ-μα = πλέγ-μα· (διώκ-ω) διωκ-μός – διωγ-μός· (ταράσ-
σω, θ. ταραχ-, πβ. ταραχ-ή) τε-ταραχ-μένος = τεταραγ-μένος.
κ ^ Αλλά σε μερικές λέξεις διατηρούνται τα συμπλέγματα κμ, χμ: ακμή, αιχμή, δραχμή
Οδοντικό εμπρός από άλλο οδοντικό ή εμπρός από το μ κανονικά τρέπεται σε σ:
(θ. χαριετ) χαριέτ-τερος = χαριέσ-τερος- (ψεύδ-ομαι) έ-ψεύδθην = έψεύσ-θην- (πεί-θομαι) έ-πείθ-θην = έπείσ-θην πέ-πειθ-μαι = πέπεισ-μαι-(άδω) οίδ-μα = φσ-μα.
Αλλά σε μερικές λέξεις, το οδοντικό εμπρός από άλλο οδοντικό ή εμπρός από το μ παραμένει: Άτθίς, Πιτθενς, ατμός, Κάδμος, αριθμός, πνθμήν κ.ά.
Το τ της συλλαβής τι, όταν βρίσκεται ύστερ” από φωνήεν ή από το ένρινο ν, σε πολλές λέξεις τρέπεται σε σ:
(πλούτος) πλούτιος = πλούσιος- (αθάνατος) άθανατία = αθανασία· (γέ­ρων,- γέρονχος) γερόντια = γερονσία = γερουσία- (εκών, έκόντος) έκόντιος = έκόνσιος – εκούσιος- γράφοντι = γράφονσι = γράφουσι (πβ. § 62, 7, β και “§ 64, 4).
^ ^ Αλλά σε μερικές λέξεις η συλλαβή -η- μένει αμετάβλητη: αίτιος, σκότιος, ενάντιος 5) Το ένρινο ν, όταν βρίσκεται εμπρός από τα ουρανικά (κ, γ, χ) ή εμπρός από το ξ τρέπεται σε γ· εμπρός από τα. χειλικά (π, β, φ) ή εμπρός από το ψ τρέπεται σε μ· εμπρός από τα οδοντικά (τ, δ, θ) ή εμπρός από άλλο ν μένει αμετάβλητο:
παν-κάκιστος = πανλτάκιστος, συν-γράφω = συγγράφω, συν-χαιρω = συγχαίρω, έν-ξύω = έγξύω- έν-πνέω = εμπνέω, παν-βασιλεύς = παμβασι-λεύς, (πάλιν +φατός) παλίν-φατος = παλίμφατος, (έν+ψυχή) έν-ψυχος = έμ­ψυχος- αλλά παν-τελής, πέφαν-ται, παλινδρομώ, συν-θέω, έν-νοώ. Πβ. §
71. ανακεφαλαιωτικός πινακασ με τα σπουδαιοτερα παθη και συμπλεγματα των συμφωνων
1. Άφωνα
κ,γ,χ+σ = ζ (§ 67,1)

π,β,φ+σ – ψ (§ 67, 1)

τ,δ,θ+σ = ο (§ 64, 5)

κ,γ,χ+μ = γμ
(φόλακ-ς) φύλαξ (φλόγ-ς) φλόξ (ονυχ-ς) δνυξ
(κώνωπ-ς) κώνωψ ΓΑραβ-ς) Άραψ (έγραφ-σα) έγραψα
(τάπητ-ς) τάπης (έλπίδ-ς) έλπίς (δρνιθ-ς) δρνις
(νόκτ-ς) νόκ-ς=νΰξ (διωκ-μός) διωγμός κ,γ,χ-+θ = χθ ($ 70, 1)
π,β,φ+θ = φθ (§ 70,
τ,δ,θ+θ = σθ
(έ-πλέκ-θην έπλέχθην
(έ-λέγ-θην) έλέχθην (έ-ταράχ-θην) έταράχθην
(έ-λείπ-θην) έλεί-φθην
(έ-τρίβ-θην) έτρί-φθην
(έ-κρύφ-θην) έ-
κρύφθην
(έ-πλάτ-θην)
(πνιγμός) τυνιγμός (§ 70, 3) (ταραχ-μός) ταραγμός

(βλέπ-μα) βλέμμα (τρΐβ-μα) τρίμμα (γράφ-μα) γράμμα (πλάτ-μα) πλάσμα (έρειδ-μα) έρεισμα (πεΐθ-μα) πείσμα
ή y+J=C
(πλεκτός) πλεκτός (ταγ-τός) τακτός (όρυχ-τός) ορυκτός

(λέ-λειπ-ται) λέ-λειπται
(βέ-βλαβ-ταιΧβέ-βλαπται
(γέ-γραφ-ται) γέ-γραπται
(χαριέτ-τερος) χα-ριέστερος
(ψεύδ-της) ψεόστης (πιθ-τός) πιστός
έπλάσθην (έ-ψεόδ-θην) έψεύσθην (έ-πείθ-θην) έπείσθην (κρύφ-δψ) κρύβδην
(φυλάκ-joj)
φυλάττω
(άλλάγ-]ω)
άλλάττω
(ταράχ-]ω)
ταράττω
(άρπάγ-jw)
αρπάζω
(θΐμώγ-)ω)
οίμώζω
(παίδ-jw) παίζω (έρίδ^’ω) ερίζω
(πάντ-ja) πάσα (έκόντ-ja) έκοϋοα (παιδευθέντ-ja) παιδευθεισα
(μέλάν-ς) μέλας (ποιμέν-σι) ποιμέσι
(έν-κρύπτω) έγκρύπτω (έν-γράφω) εγγράφω
«νδ+σ =»a » νθ+σ -” σ (§ 64, 6)
μ+ρ =μβρ
ν+ρ – νδρ (§65,1 και 2)
av+j = αιν ap+j = αφ
op+j = οιρ (§ 66)

X+J = ΛΛ (§ 68,4,α) (άνδριά’ντ-σι) άν-δριάσι
(σπένδ-οω) σπείαω (πένθ-σομαι) πείθο­μαι
(μεσημ-ρία) μεσημ­βρία
(άν-ρός) ανδρός
(μαράν-]ω) μαραίνω (χάρ-βο) χαίρω
(μόρ-ja) μοίρα
(σφάλ-joj) σφάλλω (άγγέλ-]ω) άγγέλλω

ν+ξ = γξ (§ 70, 5)
ν+π – μπ
ν+β=μβ
ν+φ = μφ
ν+ψ – μψ (§ 70, 5)
ν+ρ = ρρ (§ 68,5) ή ν+ρ = νρ
V+μ = μμ (§ 68,5)
(συν-χαίρω) συγχαίρω (έν-ξΰω) έγξΰΰ)

(συν-πάσχω)
συμπάσχω
(έν-βάλλω)
εμβάλλω
(έν-φαίνω)
εμφαίνω
(έν-ψυχος)
έμψυχος
(συν-λέγω) συλ­λέγω
(συν-ράπτω) συρράπτω (έν-ράπτω) ένράπτω
(ένρινος) ένρινος (αλλά και έρρινος) (ίν-μένω) εμμένω (ώξυν-μένος) ώξυμμένος (ύφαν-μένος) υφασμένος, ύφασμα
(με-μιαν-μένος)·
μεμιασμένος,
μίασμα

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΟ

5ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
1. Μέρη του λόγου. Κλιτά και άκλιτα. Τύποι. Κατάληξη, θέμα, χαρακτήρας
α) Οι λέξεις της αρχαίας ελληνικής, όπως και της νέας, χωρίζο­νται σε δέκα είδη, που λέγονται μέρη του λόγου.
Τα μέρη του λόγου είναι: 1) άρθρο, 2) ουσιαστικό, 3) επίθετο, 4) α­ντωνυμία, 5) ρήμα, 6) μετοχή, 7) επίρρημα, 8) πρόθεση, 9) σύνδεσμος και 10) επιφώνημα.
Το ουσιαστικό και το επίθετο λέγονται και ονόματα.
β) Από τα δέκα μέρη του λόγου τα έξι πρώτα, το άρθρο, το ουσιαστι­κό, το επίθετο, η αντωνυμία, το ρήμα και η μετοχή, λέγονται κλιτά, γιατί κλίνονται, δηλ. καθένα από αυτά παρουσιάζεται στο λόγο με διάφο­ρες μορφές:
ο στρατιώτης ούτος ψιλήν έχων την κεφαλήν μάχεται· οί στρατιώται ούτοι ψιλάς έχοντες τάς κεφάλας μάχονται. Τα λοιπά τέσσερα μέρη του λόγου, το επίρρημα, η πρόθεση, ο σύνδε­σμος και το επιφώνημα, λέγονται άκλιτα, γιατί δεν κλίνονται, δηλ. πα­ρουσιάζονται στο λόγο πάντα με την ίδια μορφή: νυν, επί, και, φεΰ.
Οι διάφορες μορφές που παίρνει μια κλιτή λέξη λέγονται τύποι αυτής της λέξης: φως, ήρωος, ήρωες κτλ. – ακούω, ακσϊίεις, ακούει κτλ.
γράφω, γράφεις, γράφει κτλ. Σε κάθε τύπο μιας λέξης ξεχωρίζονται δύο μέρη: η κατάληξη και το θέμα.
α) Κατάληξη λέγεται το μεταβλητό μέρος της κλιτής λέξης προς το τέλος της: -ς,, -ος, -ες κτλ., -ω, -εις,-ει κτλ.
β) Θέμα λέγεται το αμετάβλητο μέρος της κλιτής λέξης προς την αρ­χή της: ήρω-, άκον-, γραφ-,
Ο τελευταίος φθόγγος του θέματος λέγεται χαρακτήρας. Ο χαρακτή­ρας μπορεί να είναι φωνήεν ή σύμφωνο· π.χ. του θέματος ηρω- χαρακτή­ρας ω· του θέματος ακου- χαρακτήρας οο· του θέματος γραφ- χαρακτή­ρας φ.
2. Πτωτικά. Παρεπόμενα των πτωτικών
Στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, το άρθρο, το ου­σιαστικό, το επίθετο, η αντωνυμία και η μετοχή σχηματί­ζουν τύπους που λέγονται πτώσεις. Γι” αυτό τα πέντε αυτά κλιτά μέρη του λόγου λέγονται πτωτικά,
α) Οι πτώσεις στην αρχαία ελληνική είναι πέντε: η ονομαστική, η γενική, η δοτική, η αιτιατική και η κλητική.
β) Απο τις πέντε πτώσεις η ονομαστική και η κλητική λέγονται ορ­θές, η γενική, η δοτική και η αιτιατική λέγονται πλάγιες.
Όπως στη νέα, έτσι και στην αρχαία ελληνική τα πτωτικά, εκτός από τις πτώσεις, έχουν ακόμα γένος, αριθμό και κλίση.
α) Τα γένη των πτωτικών είναι τρία: αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο: ό πατήρ, ή μήτηρ, τό βιβλίον (βλ. § 81-82) – ό καλός, ή καλή, τό καλόν -εκείνος, εκείνη, εκείνο – ό γράφων, ή γράφουσα, τό γράφον.
β) Οι αριθμοί τον πτωτικών στην αρχαία γλώσσα ήταν τρεις: ο ενι­κός, που φανερώνει ότι. γίνεται λόγος για ένα, ο πληθυντικός, που φανε­ρώνει ότι γίνεται λόγος για πολλά, και ο δυϊκός, που φανερώνει ότι γίνε­ται λόγος για δύο (ό παις – οί παίδες – τώ παΐδε).
γ) Κλίση λέγεται ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι πτώσεις ενός πτωτικού. Οι κλίσεις των πτωτικών είναι τρεις: η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη.
Η πτώση, το γένος, ο αριθμός και η κλίση λέγονται με μία λέξη παρεπόμενα (ή συνακόλουθα) των πτωτικών.
6ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΤΟ ΑΡΘΡΟ
78. Άρθρο είναι η μονοσύλλαβη κλιτή λέξη που κανονικά χρησιμο­ποιείται εμπρός από τα ονόματα, όταν μνημονεύονται στο λόγο ως γνω­στά και ορισμένα: ό πατήρ, ή μήτηρ, τό τέκνον.
Το άρθρο κλίνεται έτσι:
Δυικός αριθμός και των τριών γενών Ονομ. και αιτ. τώ – γεν και δοτ. rofv (Σπάνιοι τύποι του θηλυκού είναι και: τά, ταΐν).
7ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
Γενικά για τα ουσιαστικά 1. Ορισμός και διαίρεση των ουσιαστικών
79. Ονόματα ουσιαστικά ή απλώς ουσιαστικά λέγονται οι κλιτές λέ­ξεις που σημαίνουν 1) πρόσωπα, ζώα ή πράγματα και 2) ενέργεια, κατά­σταση ή ιδιότητα.
Τα ουσιαστικά που σημαίνουν πρόσωπα, ζώα ή πράγματα λέγο­νται συγκεκριμένα: άνθρωπος, ίππος, γέφυρα.
Τα ουσιαστικά που σημαίνουν ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα λέ­γονται αφηρημένα: εργασία, ευτυχία, ευγένεια.
80. Από τα ουσιαστικά:
λέγονται κύρια ονόματα όσα σημαίνουν ορισμένο πρόσωπο, ζώο, τόπο ή πράγμα: Ζευς, Σωκράτης, Βουκεφάλας, «Ολυμπος, Πηνειός, Κό­ρινθος-
λέγονται προσηγορικά ή κοινά ονόματα όσα σημαίνουν ένα σύνο­λο από πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ανήκουν στο ίδιο είδος: άνήρ, ίπ­πος, όρος, πόλις.

2. Γένος των ουσιαστικών
Το γένος των ουσιαστικών (πβ. § 76, α) το ξεχωρίζομε κάποτε από την κατάληξη (άνθρωπ-ος, οικία, δένδρ-ον), πάντοτε όμως και κυ­ρίως από το άρθρο που παίρνουν: έτσι, όσα παίρνουν το άρθρο ό είναι αρσενικά, όσα παίρνουν το άρθρο ή είναι θηλυκά και όσα παίρνουν το άρθρο τό είναι ουδέτερα: ό άνθρωπος, ή άμπελος, τό πέλαγος.
Τα ουσιαστικά κατα το γένος τα ξεχωρίζομε:

σε μονοκατάληκτα μ* ένα γένος· αυτά είναι ή αρσενικά ή θηλυκά ή ουδέτερα και επομένως έχουν μόνο έναν τύπο: ό άνήρ, ή γυνή, τό τέ-κνον – ό ουρανός, ή θάλασσα, τό δένδρον-
σε μονοκατάληκτα με δύο γένη ή ουσιαστικά κοινού γένους* αυτά έχουν δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό), αλλά έναν τύπο, κοινό και για τα δύο, και τα ξεχωρίζομε μόνο από το άρθρο: ό παις – ή παις- ό σύζυγος – ή σύζυγος- ό βοϋς – ή βοος- ό ίππος – ή ίππος-
σε δικατάληκτα με δύο γένη· αυτά έχουν δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό) και δύο τύπους, έναν για κάθε γένος: ό ποιητής – ή ποιήτρια- ό ιερεύς – ή ιέρεια- ό βασιλεύς – ή βασίλισσα- ό λέων – ή λέαινα.

3. Αριθμός των ουσιαστικών
83. Οι αριθμοί των ουσιστικών, όπως και των άλλων πτωτικών, είναι
τρεις: ο ενικός, ο δυϊκός και ο πληθυντικός (βλ. § 76,β).
Υπάρχουν όμως ουσιαστικά που είναι εύχρηστα μόνο ή προπάντων σ” έναν από τους τρεις αριθμούς (πβ. § 153).
1) Στον ενικό (μόνο ή προπάντων) είναι εύχρηστα:
α) πολλά αφηρημένα ουσιαστικά: αγάπη, αιδώς, δικαιοσύνη, ευσέβεια, πενία, φιλοσο­φία, χρτιστότης κ.ά.
β) ονόματα που δηλώνουν φυσικά σώματα ή φαινόμενα ή καταστάσεις: ή γή, ό ουρα­νός, ό άήρ, ό αίθήρ, τό sap, ό βορέας (βορράς), ή ήώς, ή ήχώ, τό γήρας, ή νεότης, ή δίψα, ή πείνα κ.ά.
γ) ονόματα μετάλλων: δ άργυρος, ό σίδηρος, ό χαλκός κ.ά.
δ) μερικά άλλα προσηγορικά; τό ίλαιον, τό μέλι, τό κνέφας (= σκότος), τό νέκταρ (~ το ποτό των θεών) κ.ά.
ε) τα περισσότερα κύρια ονόματα (που κανονικά εκφέρονται στον ενικό): Αίγινα, «Αρ­γός, Αττική, Ελλάς, Ευρώτας, Όλυμπος, Ξενοφών, Περικλής, Σωκράτης κ.ά.
2) Στον πληθυντικό (μόνο ή προπάντων) είναι εύχρηστα:
α) πολύ λίγα προσηγορικά at δοσμαΐ (από άχρηστο ενικό ή δυσμή), τά έγκατα (από άχρηστο ενικό τό £γκατον), οί έτησίαι (~ μελτέμια, από άχρηστο ενικό ό ετησίας, βλ. § 88, 3).
β) μερικά κύρια ονόματα πόλεων, τόπων, γιορτών κτλ.: αί Αθήναι, οί Δελφοί, αί Θή-βαι, τά Μέγαρα, αί Πλαταιαι – τά Τέμπη – τά Αιονΰσια, Ελευσίνια, Ίσθμια, Νέμεα, Όλύμ-πια. Παναθήναια κ.ά. (π β. τα νεοελλ. Σπέτσες, Ψαρά – Χριστούγεννα, Θεοφάνεια κ.ά.).
3) Στο δυϊκό (που δεν τον έχει η νέα ελληνική) ήταν εύχρηστα στην αρχαία, mi μά-
λιστα στην αττική διάλεκτο, κυρίως όσα δηλώνουν πράγματα που από τη φύση τους
αποτελούν ζεύγη: τώ όφθαλμώ (= οι δύο οφθαλμοί), τώ πόδε (= τα δύο πόδια), τώ χεΐρε
(- τα δύο. χέρια)- επίσης ο δυϊκός συνηθιζόταν για δύο πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ή-
ταν γνωστό ότι ήταν δύο (και αναφέρονταν μαζί) ή χρησιμοποιούνται κατά δύο ζεύγη:
τώ άδελφώ (= οι δύο αδελφοί), τώ Αιοσκούρω (= οι δύο Διόσκουροι), τώ Αίάντε (= οι
δύο Αίαντες), τώ βό’ε (- τα δύο βόδια) κτλ.
4. Κλίση των ουσιαστικών
Οι κλίσεις των ουσιαστικών, όπως και των άλλων πτωτικών, εί­ναι τρεις: η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη (βλ. § 76, γ).
Κατά την κλίση που ανήκουν τα ουσιαστικά λέγονται πρωτόκλιτα, δευτερόκλιτα ή τριτόκλιτα.
1) Όσα ουσιαστικά έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε όλες τις πτώσεις του ενικού και του πληθυντικού λέγονται ισοσύλλαβα. Τα ισο-σύλλαβα ανήκουν στην πρώτη και τη δεύτερη κλίση: ο ta-μί-ας, τοΰτα-μι’-ου κτλ., οιτα-μί-αι, των τα-μι-ών κτλ. – ό λό-γος,τοο λό-γον κτλ., οι λό­γοι, των λόγων κτλ.
2) Όσα ουσιαστικά έχουν στη γενική και δοτική του ενικού και σε-όλες τις πτώσεις του πληθυντικού μία συλλαβή περισσότερη από την ονομαστική (και κλητική) του ενικού λέγονται ,περιττοσύλλαβα και ανή κουν στην τρίτη κλίση: ό πί-ναξ, τοΰ πί-να-κος κτλ., οι πίνακες, των πι-νά-κων, τοΐς πί-να-ξι κτλ. – το σώμα, τοΰ σώματος, τφ σώ-μα-τι κτλ.
8ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΗ ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

1. Πρωτόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά
86. Κατά την πρώτη κλίση κλίνονται ονόματα αρσενικά και θηλυκά: τα αρσενικά λήγουν σε -ας ή σε -ης και τα θηλυκά σε -α ή σε -η.
β) Παραδείγματα θηλυκών σε -α και -ά (γεν. -ας)
λιτεια) (θ. στρατιά-) (θ. άληθειά-) (θ. σφαιρά-)
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τα), κλ. (ώ) πολιτεία, στρατιά άληθεία σφαίρα γεν., δοτ. τοΐν πολιτείαιν στρατιαϊν άληθείαιν σφαίραιν
γ) Παραδείγματα θηλυκών σε α- (γεν. -ης)
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) τράπεζα γλώσσα γεν., δοτ. τοΐν τραπέζαιν γλώσσαιν
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) κώμα τιμά γεν., δοτ. τοΐν κώμαιν τιμαΐν
87. ΟΛΙΚΕΣ Ή ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙ ΚΩΝ ΤΗΣ Α” ΚΛΙΣΗΣ
Ενικός Πληθυντ. Δυϊκός
Αρσενικό Θηλυκό Αρσ. Θηλ. Αρσ. Θηλ.
ον. -άς -ης -α -α -7 -αι -α
γεν. -ου -ου -ας -ας ή -ης -Κ ων -α/ν
δοτ. g. -η -Q -α ή -η “V -αις -αιν
αιτ. -αν -ην -αν -αν -ην -ας -α
κλ. -α -η (ή-α») -α -α -η. -at -α

Παρατηρήσεις
88. Στα πρωτόκλιτα ουσιαστικά:
ί) οι καταλήξεις του πληθυντικού (και του δυϊκού) των αρσενικών και των θηλυκών είναι οι ίδιες-
το α στην κατάληξη -ας (σε οποιαδήποτε πτώση) είναι πάντοτε μακρόχρονο: ό Αινείας, της χώρας, τους στρατιώτας (μακρόχρονη είναι και η κατάληξη α του δυϊκού: τώ Ατρείδα).
η γενική του πληθ. τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμέ­νη: των νεανιών, των θαλασσών. Βλ. και § 39, 1, 2 και 3. Αλλά οί έτη-σίαι (= μελτέμια- πβ. § 83, 2, α), τών ετησίων.
89. Από τα πρωτόκλιτα αρσενικά σε -ης σχηματίζουν την κλητική
του ενικού σε -α και όχι σε -η:
α) τα εθνικά: ώ Πέρσα, ώ Σκΰθα.
β) όσα λήγουν σε -της και τα σύνθετα (με β” συνθ. ρήμα) σε -αρχής, -μέτρης, -πώλης, -τριβής, ώνης κτλ.: ώ στρατιωτα, ώ γυμνασίαρχο, ώ βι-βλιοπώλα, ώ παιδοτρίβα, ώ τελώνα.
90. Στα πρωτόκλιτα θηλυκά που λήγουν σε -α:
αν πριν από την κατάληξη α υπάρχει σύμφωνο (εκτός από το ρ\ τότε το α αυτό λέγεται μη καθαρό, είναι κανονικά βραχύχρονο και στη γενική και δοτική του ενικού τρέπεται σε η: ή μούσα, της μούσης, τή μού-ση κτλ. – ή μάζα, της μάζης, τή μάζη κτλ.
αν πριν από την κατάληξη α υπάρχει φωνήεν ή ρ, τότε το α αυτό λέγεται καθαρό, είναι κανονικά μακρόχρονο και φυλάγεται σε όλες τις πτώσεις του ενικού: ή πολιτεία, της πολιτείας, τη πολιτεία κτλ. – ή ώρα, της ώρας, τη ώρα κτλ.
το α της κατάληξης στην αιτιατική και την κλητική του ενικού εί­ναι μακρόχρονο ή βραχύχρονο, ανάλογα με το τι είναι στην ονομαστι­κή: (ή πολιτεία) την πολιτείαν, ώ πολιτεία – (ή μοΰσά) την μοΰσάν, ώ μοΰσά.
91. ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Α” ΚΛΙΣΗΣ (που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

άνοια σφύρα πείνα ϊλη (0
έννοια Αΐθρα, Φαίδρα πίνα (ι) κλίνη (ι)
εδνοια αϋρα, λαύρα πρύμνα (ύ) λίμνη 0)
ομόνοια σαύρα, θήρα (και πρύμνη) λύπη (ο)
πρόνοια άπνοια δύσπνοια θύρα
β) σε -α -ης βίζα (ί) βίνα1 (ι) (και ρίνη) νίκη (ι) νύμφη (ν) πλάνη (ά)
εοπλοια άμιλλα δράκαινα πύλη (ϋ)
απόρροια
ροιά δίκελλα θέαινά ρύμη9

θύελλα θεράπαινά σκαπάνη (ά)
χροιά βδέλλα λέαινα σκάφη (ά)
«Αρπυια6 βασίλισσα τρίαινα σπάθη (α)
όργυιά μέλισσα τύχη (ϋ;
μητρυιά κίσσα (ι) γ) σε -η ΰλη (ν)
μυϊα πίσσα (ϊ) αισχύνη (υ) φάτνη (ά)
γαΐα, γραία δίψα (ί) βλάβη (ά) τιμή
μαία, μοίρα κνίσα (ι) δάφνη (ά) ψυχήκτλ
πείρα, πρφρα βάζα (μα) δίκη (ϊ)

σπείρα, σφαίρα μύξα (ϋ) δίνη* 6)

 

 

2. Πρωτόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά
5. η ροδιά και ο καρπός της.- 6. φτερωτή θεά.- 7. εργαλείο για ρίνισμα, λίμα.- 8. στρ<ϊ βιλος.- 9. ορμή, φόρα· δρόμος.
92. Τα περισσότερα από τα πρωτόκλιτα ουσιαστικά που πριν από το χαρακτήρα α του θέματος έχουν άλλο α ή ε συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις και γι* αυτό ονομάζονται πρωτόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά (πβ. §§ 53-54).
Παραδείγματα
(θ. Έρμεα- = Έρμη) « μνά-) (θ. συκεα– συκη-)
Ενικός αριθμός
ον. ό (Έρμέας) Έρμης Α (μνάα) μνά (συκέα) συκή
γεν. τοΰ (Έρμέου) Έρμου της (μνάας) μνάς (συκέας) συκής
δοτ. τω (Έρμέα) Έρμη τν (μνάα) μνά (συκέα) συκή
αιτ. τον (Έρμέαν) Έρμήν την (μνάαν) μνάν (συκέαν) συκήν
κλ. (ώ) (Έρμέα) Έρμη (ώ) (μνάα) μνά (συκέα) συκή
Πληθυντικός αριθμός
ον. οί (Έρμέαι) Έρμαϊ αί (μνάαι) μναΐ (συκέαι) συκαΐ
γεν. των (Έρμεών) Έρμων των (μναών) μνών (συκεών) συκών
δοτ. τοις (Έρμέαις) Έρμαΐς ταϊς (μνάαις) μναϊς (συκέαις) συκαΐς
αιτ. τους (Έρμέας) Έρμάς τάς (μνάας) μνάς (συκέας) συκάς
κλ. (ώ) (Έρμέαι) Έρμαϊ (ω) (μνάαι) μναΐ (συκέαι) συκαΐ
Δυικός αριθμός
όν., αιτ.. τώ, κλητ. (ώ) (Έρμέα) Έρμά (μνάα) μνά (συκέα) συκά γεν., δοτ. τοΐν (Έρμέαιν) Έρμαΐν (μνάαιν) μναΐν (σνκέαιν) συκαΐν.

Κατά το Έρμης κλίνονται: Απελλής, Θαλής.- Κατά το μνά κλίνονται: Αθηνά, Ναυ­σικά.- Κατά το συκή κλίνονται: αμυγδαλή, αλωπεκή (= δέρμα αλεπούς), κυνή (= δέρμα σκύλου), λεοντή (= δέρμα λιονταριού), όοδή (= τριανταφυλλιά), γαλή κ.ά., καθώς και το όνομα γή στον ενικό.
93. Τα συνηρημένα πρωτόκλιτα ουσιαστικά έχουν και μετά τη συναί­ρεση τις καταλήξεις των ασυναίρετων τύπων. Μόνο το εα στον ενικό το συναιρούν σε η: ό Έρμέας – Ερμής, ή συκέα -συκή, της συκέας – συκής κτλ.- αλλά; τούς Έρμέας – Έρμάς, τάς συκέας -συκάς κτλ.
9ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

1. Δευτερόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά
94. Κατά τη δεύτερη κλίση κλίνονται ονόματα και των τριών γενών: αρσενικά και θηλυκά που λήγουν σε -ος και ουδέτερα που λήγουν σε -ον.
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) άνθρώπω άγρώ νήσω όδώ
γεν., δοτ. τοΐν άνθρώποιν άγροΐν νήσοιν όδοΐν

β) Παραδείγματα ουδετέρων
(θ. μυστήριο-) (θ. δωρο-) (θ. φυτό-) (θ. μυστήριο-) (θ. δωρο-) (θ. φοτο-)
Ενικός αριθμός
ον. τό μυστήριον δώρον φυτόν
γεν. τοΰ μυστηρίου δώρου φυτοΰ
δοτ. τω μυστηρίω δώρω φυτφ
αιτ. τό μυστήριον δώρον φυτόν
κλ. (ώ) μυστήριον δώρον φυτόν
Πληθυντικός αριθμός τά μυστήρια δώρα φυτά των μυστηρίων δώρων φυτών τοις μυστηρίοις δώροις φυτοΐς τά μυστήρια δώρα φυτά (ώ) μυστήρια δώρα φυτά
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) μυστηρίω δώρω φυτώ
γεν., δοτ. τοΐν μυστηρίοιν δώροιν φυτοΐν

 

95. ολικές η φαινομενικές καταλήξεις των ουσιαστικων τησ β” κλισησ
Αρσενικό και Ουδέτερο
Ενικός Πληθ. Δυϊκός Ενικός Πληθ. Δυϊκός
ον. -ος -οι -ω -ον -ά -ω
γεν. -ου -ων -οιν -ου -ων -οιν
δοτ. -φ -οις -οιν -φ -οις -οιν
αιτ. -ον -ους -ω -ον -ά -ω
κλ. ε (ος) -οι -ω -ον -ά -ω

Παρατηρήσεις
96. Από τα ουσιαστικά της β” κλίσης:
Τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν σε όλες τις πτώσεις τις ίδιες κα­ταλήξεις (και τα ξεχωρίζουμε μόνο από το άρθρο).
Τα ουδέτερα διαφέρουν από τα αρσενικά και τα θηλυκά στην ονομ. και κλητ. τόυ ενικού (όπου έχουν κατάλ. -ον) και στην ονομ., αι-τιατ. και κλητ. του πληθ. (όπου έχουν κατάλ. -ά).
97. α) Τα ουδέτερα των πτωτικών (σε όλες τις κλίσεις) σχηματίζουν, στον ενικό και στον πληθ. τρεις πτώσεις όμοιες: την ονομαστική, την αι­τιατική και την κλητική.
β) Η κατάληξη α των ουδετέρων όλων γενικά των πτωτικών είναι βραχύχρονη: τά μήλα, τό σώμα, τά σώματα, τά γενναία, εκείνα, τά τιμών-τά.
98. ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Β” ΚΛΙΣΗΣ (που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)
1. (από το άεθλος) αγώνας, κατόρθωμα.- 2. αρσ. και θηλ.- 3. πείνα, σιτοδεία.- 4. μο­λυσματική αρρώστια, πανούκλα.- 5. και μόλιβος.-6. πυραχτωμένο σίδερο.- 7. πληθ. τά σΐτα (βλ. § 147).- 8. νεογνό ζώου, ιδίως του λιονταριού.- 9. κομμάτι από πέτρα, που ξε­πετιέται κατά τη λάξευση- αλλιώς: λατύπη.- 10. στάμνα.- II. σειρά, γραμμή, αράδα (οποιαδήποτε).- 12. σειρά από ανθρώπους, στρατιώτες, πλοία κτλ., γραμμή σε παράτα­ξη.- 13. κολόνα (κυρίως για στήριξη) αλλιώς: κίων ενώ ή στήλη = επιτύμβια πλάκα, πέ­τρα που χρησιμεύει για ορόσημο, πλάκα με επιγραφή κτλ.- 14. κάτοικος της Συρίας (ενώ ή Σΰρος, το νησί).- 15. μαστιχόδεντρο.- 16. βούρλο (υποκορ. σχοινίον).- 17. ρόζος, κάλος, σκληρό εξόγκωμα του.δέρματος.- Ϊ8. τάφος σχηματισμένος με σωρό από χώμα σε σχήμα μικρού λόφου- 19. το κύρτωμα που σχηματίζει η ράχη της καμήλας.- 20. κά­τοικος της Χίου (ενώ ή Χίος, το νησί).-

1. ΑΡΣΕΝΙΚΑ
άθλος1 λοιμός4 πύργος σχοίνος1
βίος λύκος σίτος1 τίτλος
γρίφος μάγος σκύμνος* τύλος17
θρύλος μόλυβδος5 σκόρος9 τύμβοςη
θυμός μύδρος6 σπίνος τύφος
καρκίνος μΰθος στάμνος10 υβος19
κίνδυνος μύλος στίβος ύμνος
κρίκος νάνος στίχος11 ύπνος
κύκλος πάγος στοίχος12 φάρος
Κύρος πάππος στύλος13 Χίος20
λίθος2 πίθος Σύρος1*
λιμός3 πίλος σχΐνος15
2. ΘΗΛΥΚΑ 3. ΟΥΔΕΤΕΡΑ
άμμος πλίνθος άθλον15 νίτρον30
άρκτος πρίνος22 άντρον (ή λίτρον)30
1ος ράβδος άστρον ξύλον
κάμηλος Σύρος23 βάθρον πίσον31
κάμινος Σκύρος ΐον πράσον
Κάσος τάφρος κρίνον πτύον32
Κύθνος Χίος24 λίκνον26 στυππειον31
Κύπρος λίνον21 σύκον
μύρτος21 λύτρον2* φύλλον34
Νάξος μύρον φΰλον35
Πάρος μύρτον29 φόν
2. Δβυτερόκλιτο συνηρημένα ουσιαστικά
99. Τα περισσότερα ουσιαστικά της β” κλίσης που πριν από το χαρα­κτήρα ο έχουν άλλο ο ή ε συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις. Τα ουσια­στικά αυτά λέγονται δευτερόκλιτα συνηρημένα ουσιαστικά (πβ. § 92).
Παραδείγματα
(θ. έκπλοο- = έκπλου-) (Β, πλοο- = πλου-) (θ. όστεο- = όστου)
Ενικός αριθμός
Παρατηρήσεις
100. 1) Τα φωνήεντα ο και ε των συνηρημένων δευτεροκλίτων, όταν ακολουθεί αμέσως ύστερ” από αυτά ο χαρακτήρας ο, συναιρούνται με αυτόν σε ου (πλόος – πλους, όστέον – όστοον), αλλιώς χάνονται κατά τη συναίρεση εμπρός από τις καταλήξεις (πλόου – πλου, πλόω – πλω, πλόοι -πλοΐ»* κτλ., όστέου – όστοϋ, όστέα – όστα κτλ.). Έτσι οι συνηρημένες κατα­λήξεις των ουσιαστικών αυτών διαφέρουν από τις καταλήξεις των ασυ-ναίρετων ουσιαστικών της β” κλίσης μόνο στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του ενικού.
2) Όλες οι πτώσεις των συνηρημένων της β” κλίσης τονίζονται στην ίδια συλλαβή, στην οποία τονίζεται η ονομαστική του ενικού: τό όστοϋν, του όστοο, τω όστώ, τά όστα, των οστών κτλ.· το ίδιο συμβαίνει αντίθετα με τον κανόνα (§ 54) και στα σύνθετα που πριν από τη συναίρεση ήταν στην ονομ. του ενικού προπαροξύτονα: ό έκπλοος – έκπλους, τοΰ έκπλόου – έκπλου (αντί τοΰ έκπλοΰ), των έκπλόων – έκπλων (αντί έκ-πλών) κτλ.
3. Αττική δεύτερη κλίση
101. Μερικά ουσιαστικά της β” κλίσης λήγουν όχι σε -ος και -ον, αλ­λά σε -ως και -ων. Τα ουσιαστικά αυτά που συνηθίζονταν κυρίως στην αττική διάλεκτο λέγονται αττικόκλιτα, και η κλίση τους λέγεται αττική δεύτερη κλίση.
Παραδείγματα

(θ. προνεω-) (θ. λεω-) (θ. άλω) (θ. άνώγεω)
Παρατηρήσεις 102. Τα αττικόκλιτα ουσιαστικά:
φυλάγουν στις καταλήξεις όλων των πτώσεων το ω της ονομαστι­κής και παίρνουν υπογεγραμμένο ι όπου στις αντίστοιχες καταλήξεις της κοινής δεύτερης κλίσης υπάρχει ι (υπογεγραμμένο ή προσγεγραμμέ-νο): τω λεφ, of λεφ, τοις λεφς, τοΐν λεφν (κατά τα κοινά τφ λαφ, οί λαοί, τοΐς λαοΐς, τοΐν λαοΐν)·
φυλάγουν σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τόνο που έχει η ονομαστι­κή του ενικού και στην ίδια συλλαβή: ό λεώς, τοΰ λεώ κτλ. – ό ταώς, τοΰ ταώ κτλ. – ό πρόνεως, του πρόνεω κτλ-
έχουν την κλητική όμοια με την ονομαστική-
μερικά σχηματίζουν την αιτιατική του ενικού χωρίς το τελικό ν: τήν άλω, την £ω, τον «Αθω, την Κώ, τον Μίνω κ.ά. (κατά την γ” κλίση).

 

10ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΗ ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ
Γενικά για τα ουσιαστικά της γ” κλίσης. Διαίρεση των τριτόκλιτων ουσιαστικών
103. Κατά την τρίτη κλίση κλίνονται ονόματα και των τριών γενών π ε-ριττοσύλλαβα (βλ. § 85, 2).
Τα τριτόκλιτα ουσιαστικά στην ενική ονομαστική λήγουν σ” ένα από τα φωνήεντα α, ι, υ, ω, ή σ” ένα από τα σύμφωνα ν, ρ, ς (ξ, ψ)· στην ενι­κή γενική λήγουν σε -ος, -ως, ή -ους.
104. 1) Από τα αρσενικά και θηλυκά της τρίτης κλίσης πολλά σχη­ματίζουν την ενική ονομαστική με την κατάληξη -ς και λέγονται κατα­ληκτικά (ήρω-ς, ίχθό-ς)· μερικά όμως τη σχηματίζουν χωρίς καμιά κα­τάληξη και λέγονται ακατάληκτα (χιών, ηχώ).
2) Τα ουδέτερα της γ” κλίσης κανονικά σχηματίζουν την ονομαστι­κή, αιτιατική και κλητική του ενικού χωρίς κατάληξη (είναι δηλ. ακατά-ληκτα): σώμα, άστυ (πβ. § 123, 4).
105. 1) Από τα ουσιαστικά της γ” κλίσης άλλα έχουν σε όλες τις πτώσεις ένα μόνο θέμα και γι” αυτό λέγονται μονόθεμα (χιτών, χιτών-ος)· και άλλα παρουσιάζονται με δύο θέματα, γιατί σε μερικές πτώσεις εκτεί­νουν το φωνήεν της τελευταίας συλλαβής του θέματος και γι” αυτό λέ­γονται διπλόθεμα (ήγεμόν-ος, ήγεμών).
2) Στα διπλόθεμα τριτόκλιτα το θέμα που έχει στην τελευταία συλλα­βή μακρόχρονο φωνήεν λέγεται ισχυρό θέμα (ποιμήν, βήνωρ), ενώ το άλ­λο που έχει στην τελευταία συλλαβή βραχύχρονο φωνήεν λέγεται αδύ­νατο θέμα (ποιμεν-, βητορ-).
106. Το θέμα στα μονόθεμα ουσιαστικά της γ” κλίσης βρίσκεται από τη γενική του ενικού, αφού αφαιρεθεί από αυτήν η κατάληξη: πίνακ-ος (θ. πινακ-\κλητήρ-ος (θ. κλητηρ). Στα διπλόθεμα το ισχυρό θέμα βρίσκε­ται από την ονομαστική του ενικού και το αδύνατο από τη γενική του ενικού, αφού αφαιρεθεί η κατάληξη: ό ήγεμών (ισχυρό θ. ήγεμων-), τοΰ ήγεμόν-ος (αδύνατο θ. ήγεμον-)· ό ποιμήν (ισχυρό θ. ποιμην-), τοΰ ποιμέν-ος (αδύνατο θ. ποιμεν).
107. Κατά το χαρακτήρα τα ουσιαστικά της γ” κλίσης διαιρούνται: α) σε φωνηεντόληκτα: ήρω-ς, ήρω-ος· πόλις, πόλε-ως· β) σε συμφωνόληκτα: κόραξ, κορακ-ος- σωλήν, σωλήν-ος.

Α’. Φωνηεντόληκτα ουσιαστικά της γ” κλίσης 108. α) Καταληκτικά μονόθεμα σε -ως, γεν. -ωος. Παραδείγματα
(θ. ήρω-) (θ. Τρω-) (θ. ήρω) (θ.Τρω-)
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ον. ό ήρω-ς Τρώ-ς οί ήρω-ες Τρώ-ες
γεν. τοΰ ήρω-ος Τρω-ός των ήρώ-ων Τρώ-ων
δοτ. τω ήρω-ι Τρω-ΐ τοις ήρω-σι(ν) Τρω-σί(ν)
αιτ. τον ήρω-α Τρώ-α τους ήρω-ας Τρώ-ας
κλ. (ώ) ήρω-ς Τρώ-ς (ώ) ήρω-ες Τρώ-ες
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) ηρω-ε, Τρώ-ε – γεν., δοτ. τοΐν ήρώ-οιν> Τρώ-οιν
Κατά το Τρως κλίνεται ό θώς (= το τσακάλι)- πβ. § 145.

109. β) Καταληκτικά μονόθεμα σε -υς, γεν. -υος Παραδείγματα
(θ. βοτρυ-) (θ. ίχθυ-) (θ. δρυ-)
Ενικός αριθμός
ον. ό βότρυ-ς ίχθό-ς ή δρΰ-ς
γεν. του βότρυ-ος ιχθύος της δρυ-ός
δοτ. τφ βότρο-ί ίχθύ-ϊ τη δρυ-ΐ
αιτ. τον βότρυ-ν ι’χθΰ-ν την δρΰ-ν
κλ. (ώ) βότρυ ίχθύ (ώ) δρΰ
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ)βότρυ-ε ίχθύ-ε δρυ-ε γεν., δοτ. τοΐν βοτρυ-οιν ίχθύ-οιν δρυ-οϊν

Κατά το βότρυς κλίνονται: ό στάχυς, ή πιτυς (είδος πεύκου), ό κάνδυς (μηδικός μαν­δύας) κ.ά., καθώς και το ουδέτ. τό νάπο (= σινάπι). Κατά το ιχθύς κλίνονται: ή “Ερινυς, ή ιλύς (= λάσπη), ή ισχύς, ή κλιτός, ή Οσφύς, ή όφρύς, ή πληθύς κ.ά. Κατά το δρυς κλίνο­νται: ό και ή οϋς ή ύς (= αγριόχοιρος), ό μϋς (= ποντίκι) που ήταν αρχικά σιγμόληκτο (θ. μυσ-) κ.ά.
Παρατηρήσεις
110. Στα φωνηεντόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά σε -υς (γεν. -υος):
Η αιτιατική του ενικού σχηματίζεται με την κατάληξη -ν αντί -α και η αιτ. του πληθ. με την κατάληξη -ς αντί -ας: τον βότρυν, τους βό-τρυς.
Η κλητική του ενικού σχηματίζεται χωρίς κατάληξη: ώ βότρυ, ώ ίχθύ.
Όλοι οι μονοσύλλαβοι τύποι και η αιτιατική του πληθυντικού γε­νικά, όταν αυτή τονίζεται στη λήγουσα, παίρνουν περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα (§ 39, 1), ή δρυς, την δρΰν, ώ δρυ, τάς δρυς – τους ιχθύς, τάς κλιτΰς, τάς Έρινϋς.

γ) Καταληκτικά διπλόθεμα αρσ. και θηλ. σε -ϊς (γεν. -εως) ή σε -ΰς (γεν. -εως) και ουδέτ. σε -ύ (γεν. -εως)

Παραδείγματα
(θ. δυναμΐ-, δυναμε-) (θ. ηολι-, πολε-) (θ. πελεκυ-, πελεκε-) (θ. άστο-, άστε-)
Ενικός αριθμός
ον. ή δύναμι-ς
γεν. της δυνάμε-ως
δοτ. τη δυνάμει
αιτ. την δύναμι-ν
κλ. (ώ) δύναμι
πόλϊ-ς
πόλε-ως
πάλει
πόλι-ν
πάλι
ό πέλεκυ-ς
τού πελέκε-ως
τφ πελέκει
τον πέλεκυ-ν
(ώ) πέλεκυ
τό άστυ τοΰ άστε-ως τφ άστει τό άστυ (ώ) άστυ
Πληθυντικός αριθμός
γεν. δοτ. αιτ. κλ.
αί δυνάμεις των δυνάμε-(αν ταις δυνάμε-σι(ν) τάς δυνάμεις (ώ) δυνάμεις
πόλεις
πόλε-ων
πόλε-σι(ν)
πόλεις
πόλεις
οί πελέκεις τώγ πελέκε-ων τοις πελέκε-σι(ν) τους πελέκεις (ώ) πελέκεις
τα αστη των άστε-ων τοίς άστε-σι(ν) τά άστη (ώ) άστη
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) δυνάμει πόλει πελέκει γεν., δοτ. τοΐν δοναμέ-οιν πολε-οιν πελεκέ-οιν
άστει άστέ-οιν

Κατά τοδόναμις κλίνονται τα προπαροξύτονα θηλυκά: αίσθησις, ακρόπολις, βεβαίω-σις, γένεσις, γέννησις, δήλωσις, δήωσις, κράτησις, μοίησις κ.ά. και το αρσ. ό πρύτανις.
Κατά το πόλις κλίνονται: ή κόνις, ό μάντις, 0 δψις κ.ά., καθώς και πολλά δισύλλαβα αφηρημένα ουσιαστικά: γεδσις, δψις, πτώσις κτλ. (βλ. πιν. § 113). Κατά το πέλεκυς κλί­νονται: ό πήχος και ο πρέσβυς (βλ. § 149, 8).
Παρατηρήσεις
112. Τα φωνηεντόληκτα σε -ις ή -υς (γεν. -εως):
έχουν δύο θέματα: ένα σε -ί ή -υ (πολι-, πηχυ-), από το οποίο σχη­ματίζονται η ονομαστική, η αιτιατική και η κλητική του ενικού, και άλ­λο θέμα σε -ε (πολε-, πηχε-), από το οποίο σχηματίζονται οι άλλες πτώ­σεις του ενικού και όλος ο πληθυντικός (και δυϊκός)-
στη γεν. του ενικού έχουν κατάληξη -ως (αντί -ος) και τονίζονται στη γενική του ενικού και του πληθυντικού στην προπαραλήγουσα αντί­θετα με τον κανόνα (§ 38, 2)·
συναιρούν το χαρακτήρα ε με το ακόλουθο ε ή ι των καταλήξεων σε ει: αί πόλε-ες = πόλεις· τφ πήχει = πήχει (δυϊκός τώ πήχε-ε = πήχει, τώ άστε-ε – αστεί)·
σχηματίζουν την αιτιατ. του ενικού με την κατάληξη -ν (την πό-λι-ν, τον πήχυ-ν), την κλητ. του ενικού χωρίς κατάληξη (ώ πόλι-, ώ πηχυ-) και την αιτιατ. του πληθυντικού όμοια με την ονομαστική από αναλο­γία προς αυτή (αί πόλεις – τάς πόλεις- οί πήχεις – τούς πήχεις).
113. ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΤΗΣ Γ” ΚΛΙΣΗΣ ΣΕ -ις
(γεν. -εως)
(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)
άρσις κλάσις1 νύξις πράξις στΰψις φράσις
βάσ’ις κλίσις ξΰσις βάχις τάξις φύσις
δράσις κρασις πίστις βήσις* τάσις χύσις
δσσις κρισις ττλάσις ρΤψις τρϊψις ψήξις1
δύσις κυψις πλύσις βΰσις* τύψις ψοξις*
θλάσις λύσις πνΐξις βύσις* δβρις
θλϊψις μεΐξις πόσις2 στάσις φάσις
κάμψις (ή μίξις) πύστις* στίξις φθι’σις
114. 8) Καταληκτικά μονόθεμα σε -εύς, -οϋς και -αϋς
(θ. βασιλεο-) (θ. άλιεο-) (θ. βοο-) (θ. γραυ-)
Ενικός αριθμός
ον. ό βασιλεύ-ς άλιεύ-ς βοΰ-ς ή γραΰ-ς
γεν. τοΰ βασιλέως άλιέ-ως και άλιώς βο-ός της γρα-ός
δοτ. τω βασιλέί άλιεϊ βο-ϊ τν γρα-ΐ
αιτ. τον βασιλέ-α άλιέ-α και άλ^ια βοΰ-ν την γραΰ-ν
κλ. (ώ) βασιλεο άλιεΰ βοΰ (ώ) γραΰ

Πληθυντικός αριθμός
γεν. δοτ. αιτ. κλ.

οί βασιλείς των βασιλέ-ων
αλιείς
άλιέ-ων και αλιών
τοις βασιλεΰ-σι(ν) άλιεΰ-σι(ν) τους βασιλέ-ας αλιέας και άλιας (ώ) βασιλείς άλιεΐς
βο-ες
βο-ων
βου-σί(ν)
βοΰ-ς
βό-ες
αι γρα-ες
των γρα-ων
ταίς γραυ-σι(ν)
τάς γραΰς
(ώ) γρα-ες
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ., τώ, κλ. (ώ) βασιλεϊ γεν., δοτ. βασιλέ-οιν
άλιεΐ βό-ε άλιέ-οιν βο-οϊν
γρα-ε γρα-οΐν
Κατά το βασιλεύς κλίνονται: βαφεύς, γονεύς, γραμματεύς, γραφεύς, ιερεύς, κουρεός, χαλκεύς κ.ά. – Άμφισσεύς, Άχαρνεύς, Μεγαρεύς κ.ά.- Κατά το άλιεύς κλίνονται: Δω-ριεύς, Έρετριεός, Εΰβοεύς, Πειραιεύς, Πλαταιεύς κ.ά.
Τα βοΰς και γρανς είναι μοναδικά.

Παρατηρήσεις
115. Στα φωνηεντόληκτα σε -ειίς, -ους, ~αΰς της γ” κλίσης:
Το υ του χαρακτήρα αποβάλλεται πριν από φωνήεν: βασιλεύς, βασιλέ-ως, βοΰ-ς, βο-ός· γραΰ-ς, γρα-ός κτλ.
Η κλητ. του ενικού είναι όμοια με το θέμα (χωρίς κατάληξη): ώ βασιλεΰ, ώ βου, ώ γραΰ.
116. Στα φωνηεντόληκτα σε -εύς της γ” κλίσης:
Η γεν. του ενικού έχει κατάληξη -ως (αντί -ος): τοΰ βασιλέ-ως.
Η αιτιατ. του πληθ. έχει κατάληξη -άς.- τους βασιλέ-ας (η αιτ. τους βασιλείς, όμοια με την ονομαστ., είναι μεταγενέστερη).
Το ε που απομένει στο θέμα μετά την αποβολή του υ συναιρείται με το ακόλουθο ε ή ι των καταλήξεων σε ει: οί βασιλέ-ες = βασιλείς- τω βασιλέ-ι ~ βασιλεϊ (δυϊκός τώ βασιλέ-ε = βασιλεϊ), πβ. § 112,, 3.
117. Όσα φωνηεντόληκτα σε -εύς έχουν πριν από το -εύς φωνήεν
συναιρούν συνήθως το τελικό ε που απομένει στο θέμα με το ακόλουθο
ω- και α των καταλήξεων στη γενική και αιτιατική του ενικού και πλη-
θυντικού: (άλιεύς) τοΰ άλιέ-ως = άλιώς- τον άλιέ-α = αλιά- των άλιέ-ων =
αλιών- τούς άλιέ-ας = άλιάς – (ό Εύβοεύς) τοΰ Εύβοέ-ως = Εύβοώς- τον
Εύβοέ-α = Εύβοά κτλ.
118. ε) Ακατάληκτα διπλόθεμα σε -ώ (γεν. -οΰς)
(θ. ήχω-, ήχο-)
(θ. Κλειώ-, Κλειο-)
Ενικός αριθμός
ον. ή ήχώ
γεν. της (ήχό-ος)
δοτ. τή (ήχό-ι)
αιτ. τήν (ήχό-α)
κλ. (ώ) ήχοι
ήχοός
ήχοι ήχώ
Κλειώ
(Κλειό-ος)
(Κλειό-ι
(Κλειό-α)
Κλειοΐ
Κλειοϋς
Κλειοΐ
Κλειώ
Όμοια κλίνονται μερικά κύρια ονόματα: Γοργώ, Ερατώ, Κλωθώ, Λητώ, Σαπφώ κ.ά., καθώς και μερικά προσηγορικά: λεχώ, πειθώ, φειδώ κ.ά.

Παρατηρήσεις
119. Τα φωνηεντόληκτα σε -ώ (γεν. -ους) της γ” κλίσης:
κανονικά δεν έχουν πληθυντικό και δυϊκό αριθμό- όταν όμως σχη­ματίζουν τους αριθμούς αυτούς, κλίνονται κατά τη β” κλίση: ή λεχώ, τής λεχοϋς κτλ. – πληθ. αί λεχοί, των λεχών, ταϊς λεχοϊς, τάς λεχους – δυϊ-κός, τώ λεχώ, τοΐν λεχοίν-
σχηματίζουν την ονομαστική με το ισχυρό θέμα -ω χωρίς καμιά κατάληξη· στις πλάγιες πτώσεις συναιρούν το χαρακτήρα ο του αδύνα­του θέματος με τις καταλήξεις και οξύνονται στην αιτιατική αντίθετα με τον κανόνα (§ 39. 4), από αναλογία προς την ομόηχη ονομαστική (ή η­χώ – την ήχώ)-
σχηματίζουν την κλητική με αρχαιότερο θέμα σε -οι χωρίς κατά­ληξη και παίρνουν σ” αυτή περισπωμένη από αναλογία προς την ομόηχη δοτική: τή ήχοι – ώ ήχοι.

Β’. Συμφωνόληκτα ουσιαστικά της γ” κλίσης
120. Τα συμφωνόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά υποδιαιρούνται: α) σε αφωνόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα άφωνο): κόραξ, κόρακ-ος- «Λ-ραψ, “Άραβος- τάπης, τάπητ-ος-
β) σε ημιφωνόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα ημίφωνο): σωλήν, σωλήν ος· κλητήρ, κλητήρ-ος.

1. Αφωνόληκτα
121. Τα αφωνόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά κατά το χαρακτήρα εί­ναι:
α) ουρανικόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα ουρανικό κ, γ, χ)· β) χειλικόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα χειλικό π, β, ψ)· γ) οδοντικύληκτα (δηλ. με χαρακτήρα οδοντικό τ, δ, θ).

122. α) Ουρανικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα
γεν. δοτ. αιτ. κλ.
ό
τοΰ τω τον (ω)
(θ. κορακ-)

κόραξ (κ-ς) κόρακ-ος κόρακ-\ κόρακ-α κόραξ (κ-ς)
(θ. πτερογ-)
της τή τήν (ώ)
Ενικός αριθμός ή πτέροξ (γ-ς) πτέρογ-ος πτέρυγ-ι πτέρογ-α πτέροξ (γ-ς)
(θ. όνοχ-)

ό δνοξ (χ-ς) τοΰ δνυχ-ος τφ δνοχ-ι τον δνυχ-α (ώ) δνοξ (χ-ς)

ον. οι κορακ-ες
γεν. των κοράκων
δοτ. τοις κόραξι (κ-σι)
αιτ. τούς κόρακ-ας
κλ. (ώ) κόρακ-ες
Πληθυντικός αριθμός αί πτέρυγ-ες των πτερύγ-ων ταΐς πτέρυξι (γ-σι) τάς πτέρογ-ας (ώ) πτέρογ-ες
οί δνυχ-ες των όνύχ-ων τοις δνυξι (χ-σι) τούς δνυχ-ας (ώ) δνυχ-ες
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) κόρακ-ε πτέρυγ-ε δνυχ-ε ■γεν., δοτ. τοΐν κοράκ- οιν πτερύγ-οιν όνύχ-οιν
β) Χειλικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα
«Αραβ-ος Άραβ-ι Άραβ-α «Αραψ (β-ς)
(θ. yon-) (θ. Άρφ) Ενικός αριθμός ό γύψ (π-ς) Άραψ (β-ς)
γεν. τοΰ γυπ-ος
δοτ. τω γυπ-χ
αιτ. τον γΰπ-α
κλ. (ώ) γύψ (π-ς)
(θ. γΰπ-) (θ. Αραβ-) Πληθυντικός αριθμός «Αραβ-ες Αράβων «Αραψι (β-σι) “Αραβ-ας “Αραβ-ες
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ., τώ, κλ. (ώ) γνπ-ε, Άραβ-ε – γεν., δοτ. τοΐν νυπ-οίν, Αράβ-οιν
γ) Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα με χαρακτήρα απλό οδοντικό τ ή δ ή θ
(θ. ταπητ-)
(θ. πατριδ-)
. όρνιθ-)

ον. ό τάπης (τ-ς)
γεν. του τάπητ-ος
δοτ. τφ τάπητ-χ
αιτ. τον τάπητ-α
κλ. (ώ) τάπης (τ-ς)
Ενικός αριθμός ή πατρίς (δ-ς) της πατρίδ-ος τή πατρίδ-ι τήν πατρίδ-α (ώ) πατρίς
ό όρνις (θ-ς)
τοΰ δρνιθ-ος
τφ δρνιθ-ι
τον δρνιν
(ώ) δρνι

ον. οί τάπητ-ες
γεν. των ταπήτ-atv
δοτ. τοΐς τάπησι(τ-σι)
αιτ. τούς τάπητ-ας
κλ. (ώ) τάπητ-ες
Πληθυντικός αριθμός αί πατρίδ-ες των πατρίδ-ων ταϊς πάτριοι (δ-σι) τάς πατρίδ-ας (ώ) πατρίδ-ες
οί δρνιθ-ες
των όρνίθ-ίον
τοις δρνισι (θ-σι)
τούς δρνιθ-ας
(ώ) δρνιθ-ες
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) τάπητ-ε πατρίδ-ε όρνιθ-ε
γεν., δοτ. τοΐν ταπήτ-οιν πατρίδ-οιν όρνίθ-οιν

5) Οδοντικόληκτα καταληκτικά μονόθεμα με θέμα σε -ντ (ον. -ας, γεν. -αντος και όν. -ους, γεν. -οντος)
ε) Οδοντικόληκτα ακατάληκτα διπλόθεμα με θέμα σε -ντ (ον. roiv, γεν. -οντος)
ζ) Οδοντικόληκτα ουδέτερα ακατάληκτα μονόθεμα σε -α (γεν. -ατος)
»(θ. κτηματ-)
Ενικός Πληθυντικός Δυϊκός
ον. το κτήμα τά κτήματ-α τώ κτήματ-ε
γεν. τοΰ κτήματ-ος των κτημάτ-ων τοΐν κτημάτ-οιν
δοτ. τω κτήματ-ι τοις κτήμασι (ατ-σι) τοΐν κτημάτ-οιν
αιτ. τό κτήμα τά κτήματ-α τώ κτήματ-ε
κλ. (ώ) κτήμα (ώ) κτήματ-α (ώ) κτήματ-ε
(βλ. § ■ 97·και § 104, 2)

Παρατηρήσεις στα αφωνόληκτα της γ” κλίσης 123. Από τα αφωνόληκτα της γ” κλίσης:
1) Τα περισσότερα αρσενικά και θηλυκά σχηματίζουν κανονικά την
αιτιατική του ενικού με κατάληξη -α (τον κόρακ-α, τήν πατρίδ-α) και την κλητ. του ενικού όμοια με την ονομαστική (ώ κόραξ, ώ πατρίς, ώ ίμάς, ώ οδούς).
Τα βαρύτονα όμως οδοντικόληκτα σε -ις (γεν. -ιδος, -ιτος, -ιθος) σχηματίζουν την αιτιατ. του ενικού σε -ν και την κλητ. του ενικού όμοια με το θέμα (χωρίς το χαρακτήρα): τήνχάρι-ν, τήν έ~ρι-ν, τήν ορνι-ν ώ χάρι, ώ έ»ρι, ώ δρνι (από αναλογία προς τα φωνηεντόληκτα: τήν πάλιν, ώ πόλι)· όμοια και μερικά οδοντικόληκτα βαρύτονα σε -ης ή -υς: (ό και) ή Πόρ­νης -ηθος, (τον και) τήν Πάρνην, ώ Πάρνη· ή κόρος -υθος (= περικεφα­λαία), τήν κόρ-υν, ώ κόρο.
Τα βαρύτονα οδοντικόληκτα σε -ων (γεν. -οντος) και -ας (γεν. -αντος),το οξύτονο τυραννίς (-ίδος) και το περισπώμενο (ό κα\) ή παις (από τό παις, γεν. παιδός) σχηματίζουν την κλητ. του ενικού χωρίς κα­τάληξη (με αφαίρεση του οδοντ. χαρακτήρα): ώ γέρον, ώ γίγαν, ώ Αιαν, ώ τοραννί, ώ παΐ.
Τα ουδέτερα οδοντικόληκτα σε -μα (γεν. -ματος) είναι όλα ακατά-?νηκτα: κτήμα, σώμα, στράτευμα (βλ. § 104, 2)· καταληκτικά είναι μόνο τα ουδέτ. φώς (φώτ-ς), γεν. φωτ-ός, δοτ. φωτ-i κτλ. (πβ. § 145) και το ανώμαλο ους (ούτ-ς), γεν. ώτ-ός (βλ. § 145 και § 150, 12).
124. πινακασ αφωνοληκτων ουσιαστικων τησ γ” κλισησ
(που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων) α’. αρσενικα και θηλυκα
1. ουρανικοληκτα
(χαρακτ. κ)
ή αύλαξ -ακος ή γλαϋξ1, γλαυκός ή δράζ2, δρακός ή έλιζ -ικος ό Θρφξ3, Θρακός ό θώραξ -ακος ό κήρυξ4 -υκος ή κλϊμαζ -ακος ή κυλιξ5 -ικος ή λάρναζ» -ακος ό μόρμηξ -ηκος ό οϊαζ, οϊακος δ πϊδαξ -ακος

ό πι’ναξ -ακος ή ηλάξ, πλακός ή σαρξ, σαρκός ό φοίνιξ -ικος ό Φοίνιξ9 -ικος 0 φύλαξ -ακος 6 χάλιξ -ϊκος
(χαρακτ. γ) ό, ή αϊξ, αίγός ό λά’ρυγξ -υγγος ή λύγξ>, λΰγγός ή μάστιξ -ιγος ή βάξ10, ραγός

ή σάλπιγξ -ιγγος ή σήραγξ» -αγγος δ στρόφιγζ12 -ιγγος ή σΰριγξη -ϊγγος ή Σφιγξ -Τγγός ό τέττιξ -ϊγος ή φάλαγξ -αγγος ή φάραγξ -αγγος ό Φρύξ, Φρυγός
(χαρακτ. χ) ό, ή βήξ, βηχός ή διώρυξ -ϋχοςΙΛ ή θρίξ, τρϊχός

 
Υποσημειώσεις: 1. Στους Αττικούς παίρνει περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα (§ 39,1) από αναλογία προς τα συνηρημένα μονοσύλλαβα.- 2. όσο μπορεί να περιλάβει η παλάμη, χουφτιάι- 3. θηλ. ή Θρόίσσα.- 4. κατά τους παλαιούς γραμματικούς το ί και το υ εμπρός από το ς* λογαριάζονται για τον τονισμό πάντοτε βραχύχρονα. Γι” αυτό ετόνιζαν κήρυξ. Αλλά το υ εδώ είναι φύσει μακρόχρονο.- 5. ποτήρι.- 6. κιβώτιο, φέρετρο.- 7. η λαβή του τιμονιού, δοιάκι.- 8. κάτ. της Φοινίκης, θηλ. Φοίνισσα.- 9. λόξιγκας. – 10· ρώ­γα του σταφυλιού.- 11. κοιλότητα βράχου, σπηλιά.- 12. αρσ. και σπαν. θηλ.- 13. σωλή­νας- μουσικό όργανο (ποιμενικό)- υπόγειο πέρασμα.- 14 μεταγεν. διώρυγος κτλ-

2. ΧΕΙΛΙΚΟΛΗΚΤΑ ή πιστότης -ητος ή ποιότης κ.ά. (χαρακτ. δ)
(χαρακτ. π) ας -άδος
όΑίθίοψ15 -οπος -ύτης -ύτητος ή άγελάς -άδος
ό γύψ, γϋπός ό Κέκροψ -οπός ό Κόκλωψ -ωπος ό Πέλοψ -οπος ό σκνιψ -ιπός ή βαρύτης -ητος ή βραδότης -ητος Αττ. βραδντής -ήτος ή βραχύτης -ητος ή ταχύτης -ητος ή Ελλάς -άδος ή λαμπάς -άδος ή Παλλάς -άδος ή τετράς -άδος ή τριάς -άδος κτλ.
(χαρακτ. β) Αττ. ταχυτής -ήτος
δ λίψ16, λιβός ή τραχύτης -ητος κ.ά. -ις -ιδος
ή αύλις19 -ιδος
ή φλέψ, φλεβός ό χάλυψ -οβος -ις -ιτος ή έ’ρις -ϊδος ή ίρις20 -ϊδος
ή χάρις -ιτος ή Ίσις21 -ίδος
3. ΟΔΟΝΤΙΚΟΛΗΚΤΑ -ως -ωτος ό Πάρις -ϊδος
ό ίδρώς -ωτος ίςίδος
(χαρακτ. τ) 6 γέλως -ωτος

-ης -ητος ό έρως -ωτος ή ασπίς -ίδος
ή έσθής -ήτος ή Αύλίς -ίδος
ό θής11, θητός -ας -αντος ή βαθμίς ίδος
ό Κρής™, Κρητός βλ. § 122, δ ή βλεφαρίς -ίδος
ό λε’βης -ητος ή βολϊς ίδος
ό τάπης -ητος -ων -οντος ή Έλληνίς Τίδος
ό Χάρης -ητος βλ^§ 122, ε ή έλπΐς -ίδος ή θυρϊς ιδος
-ότης -ότητος -ων -ώντος ή κεραμίς -ιδος
ή δεξιότης -ητος βλ. § 122, ε ή κορωνίς -ίδος
τυραννΐς -ίδος ψαλίς -ίδος κ.ά.
ίς -ΐδος
άψίς -ιδος βαλβις -ϊδος ■ κηλις -ΐδος κνημίς -ΐδος κρηπΐς -ΐδος νησίς -ϊδος σφραγίς -ΐδος
ή χειρίς -ιδος ή ψηφίς -ΐδος
ύς -ύδος
ή χλομός -όδος

(χαρακτ. θ) -ης -ηθος
ή Πόρνης -ηθος -υς -υθος
ή κόρος22 -οθος
-ινς -ινθος
ή έλμινς -ινθος ή πείρινς1* -ινθος
υνς -υνθος
ή Τίρυνς -υνθος
22. περικεφαλαία.- 23Ϊ σκουλήκι των εντέρων.- 24. τετράγωνος χώρος πάνω στήν άμα­
λι- 26. (από το ρ. κλίνω) κλίση ή κατωφέρεια εδάφους· η γεωγραφική θέση ενός τό­που.- 27. βλάστημα.- 28. ουδέτερα σε -μμα παράγονται από ρήματα με χαρακτήρα χειλι­κό (πβ/ρ).- 29. (από το ρ. άπτω) δέσιμο, κόμπος, θηλιά.
Β’. ΟΥΔΕΤΕΡΑ (οδοντικόληκτα)
(σε -μα, γεν. -ματος) (σε ~μμα28, γεν. -μματος)
άλμα κλήμα25 νάμα σχίσμα χύμα άλειμμα κόμμα
άρμα κλίμα26 νήμα τάγμα άμμα29 δμμα
άσθμα κράμα πλάσμα φάσμα βάμμα βάμμα
φσμα κρίμα πλϋμα φράγμα βλέμμα σκάμμα
δράμα κύμα πράγμα φΰμαΡ γράμμα στέμμα
θΰμα μείγμα πτΰσμα χάσμα θρέμμα στρέμμα
κλάσμα (ή μίγμα) στίγμα χρίσμα κάλυμμα τρίμμα
2. Ημιφωνόληκτα
125. Τα ημιφωνόληκτα τριτόκλιτα ουσιαστικά κατά το χαρακτήρα εί­ναι:
α) ενρινόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα ν)1 β) υγρόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα λ, ρ) γ) σιγμόληκτα (δηλ. με χαρακτήρα σ).

126. I. Ενρινόληκτα (χαρακτ. ν)
α) Μονόθεμα: καταληκτικά σε -ις (γεν. -ΐνος) και ακατάληκτα ■ σε -αν (γεν. -ανος), -ην (γεν. -ηνος) και -ων (γεν. -ωνος)
1. Τριτόκλιτα μέ χαρακτήρα μ δέν υπάρχουν.
(θ. άκτιν-) (θ. Τιταν-) (θ. Έλλην) (θ. χειρών-)
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) ποιμέν-ε ήγεμόν-ε γείτον-ε γεν., δοτ. rofv ποιμέν-οιν ήγεμόν-οιν γειτόν-οιν
(Βλ. πίν. § 132)
127. Π. Υγρόληκτα (χαρακτ. λ, ρ)
α) Μονόθεμα: ακατάληκτα σε -ηρ (γεν. -ηρος), -ωρ (γεν. -ωρος) και, ουδέτερα σε -αρ (γεν. -αρος)
(θ. κλητηρ-) (θ. ίχωρ-) (θ. νέκταρ)
Ενικός αριθμός
ον. ό κλητήρ ίχώρ1 τό νέκταρ2
1. Ο ίχώρ = το αίμα που ρέει’στις φλέβες των θεών ορός αίματος- αίμα σάπιο· ύλη με πύο· δηλητήριο φιδιών- 2. Τούτο έχει μόνο ενικό (βλ. § 83. 1. δ).
γεν. του κλητήρ-ος ίχώρ-ος του νέκταρ-ος

δοτ. τώ κλητήρ-ι ίχώρ-ι τώ νέκταρ-ι
αιτ. τον κλητήρ-α ι’χώρ-α τό νέκταρ
κλ. (ώ) κλητήρ ίχώρ (ω) νέκταρ
Πληθυντικός αριθμός
ον. οί κλητήρες ίχώρ-ες
γεν. τών κλητήρ-ων ίχώρ-ων
δοτ. τοις κλητήρ-σ’ι(ν) ίχώρ-σι(ν)
αιτ. τούς κλητήρ-ας ίχώρ-ας
κλ. (ώ) κλητήρ-ες ίχώρ-ες
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) κλητήρ-ε ίχώρ-ε γεν., δοτ. τοΐν κλητήρ-οιν ίχώρ-οιν

β) Διπλόθεμα: ακατάληκτα σε ήρ (γεν. -έρος) και -ωρ (γεν. -ορος)
(θ. άθηρ-, άθερ-) (θ. βητωρ-, ρητορ-) (θ. αθήρ-, άθερ-) (θ. ρητωρ-, βητορ-)
Δυϊκός αριθμός
όν.. αιτ. τώ, κλ. (ώ) άθέρ-ε, βήτορ-ε γεν., δοτ. τοΐν άθέρ-οιν, ρητόρ-οιν.
Κατά το όνομα ό αθήρ (= η λεπτότατη άκρη στα στάχυα, αθέρας) κλίνονται τα ονόματα ό αήρ και ο αίθήρ, εύχρηστα μόνο στον ενικό (βλ. § 83, 1, β).
Παρατηρήσεις στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα της γ” κλίσης
128. 1) Τα φωνήεντα / και α εμπρός από το χαρακτήρα ν των ονομά-
των σε -ις (γεν. -ινος) και -αν (γεν. -ανος) είναι μακρόχρονα: της άκτΐν-ος,
της Σαλαμΐν-ος· τοΰ Τιτάν-ος, τοΰ πελεκάν-ος.
Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα της γ” κλίσης σχηματίζουν κανο­νικά την κλητ. του ενικού όμοια με την ονομαστική του ενικού: ή άκτϊς – ώ άκτϊς· δ Τιτάν – ώ Τιτάν- ό Έλλην – ώ Έλλην- ό ήγεμών – ώ ήγε­μών· ό ποιμήν – ώ ποιμήν· ό ίχώρ – ώ ίχώρ.
Αλλά τα βαρύτονα διπλόθεμα σε -ων (γεν. -ονος) και -ωρ (γεν. -ορος) σχηματίζουν την κλητ. του ενικού όμοια με το αδύνατο θέμα: ό γειτων -ώ γεΐτον ό δαίμων – ώ δαίμον· ό Ιάσων – ώ Ίάσον- ό βήτωρ – ώ ρήτορ (βλ. § 105).
Ο χαρακτήρας λ και ρ εμπρός από το σίγμα της κατάληξης παρα­μένει, ενώ ο χαρακτήρας ν εμπρός από αυτό αποβάλλεται (χωρίς αντέ­κταση του προηγούμενου τυχόν βραχύχρονου φωνήεντος): ό άλ-ς, τοίς άλ-σί, (ό βήτωρ) τοίς βήτορ-σι· αλλά: ή (άκτΐν-ς) άκτίς, ταίς (άκτΐν-σι) ά-κτΐσι· τοίς (ήγεμόν-σι) ήγεμόσι) (βλ. § 64, 4)

γ) Συγκοπτόμενα διπλόθεμα: ακατάληκτα σε -ηρ (γεν. -ρος)
129. Από τα υγρόληκτα ουσιαστικά της γ* κλίσης τα διπλόθεμα ό
πατήρ, ή μήτηρ, ή θυγάτηρ, ή γαστήρ (= κοιλιά), ή Δηρήτηρ καί ό άνήρ
συγκόπτουν (δηλ. αποβάλλουν) σε ορισμένες πτοήσεις το ε του αδύνατου
θέματος και γι” αυτό λέγονται συγκοπτόμενα (πβ. § 62, 1).
Παραδείγματα
(θ. πατήρ-, πάτερ-) (θ. άνηρ-, άνερ) (θ. Δημητηρ-, Δημητερ)
Ενικός αριθμός
ον. ό πατήρ άνήρ ή Δη μήτηρ
γεν. του πατρός ανδρός τής Δήμητρ-ος
δοτ. τω πατρ-ί άνδρ-ί” τή Δήμητρ-ι
αιτ. τόν πατέρ-α άνδρα τήν Δήμητρα
κλ. (ω) πάτερ άνερ (ώ) Δήμητερ
Πληθυντικός αριθμός
Δυϊκός αριθμός
ον.
γεν.
δοτ.
αιτ.
κλ.
οί
τών
χοΓς
τούς
(ώ)
πατέρας
naxip-wv
πατρ-ά-σι(ν)
παιέρ-ας
πατέρ-ις
άνδρες
άνδρ-cDv
άνδρ-ά-οτ(ν)
άνδρας
άνδρες
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) narip-c, ανδρ-ε γεν., δοτ. τοΐν πατέρ-οιν άνδρ-οίν

Παρατήρησης
130. Από τα συγκοπτόμενα υγρόληκτα της γ” κλίσης;
Τα ονομ., ό πατήρ, ή μήτηρ, ή θυγάτηρ και ή γαατήρ σογκόπτουν, δηλ, χάνουν, το ί του θίματος στη γεν. και δοτ. του ενικού και στη δοτ. του πληθυντικού* το όνομα ή Δημήτηρ στις πλάγιες πτώσεις του ενικού, και το όνομα ό άνήρ στις πλάγιες πτώσεις του ενικού και σε όλες τις πτώσης τοο πληθυντικού και του δυΐκού, στις οποίες εμπρός από το χα­ρακτήρα αναπτύσσεται το σύμφωνο δ για να διευκολυνθεί η προφορά (θ. άνερ-, dtp- dvip-)- πβ. { 65, 2·
τα ονόματα πατήρ, μήτηρ, θυγάτηρ ·κα\ γαατήρ στη γεν. και δοτ. του ενικού τονίζονται στη λήγουσα (καιρός, πατρϊ ■ μητρός, μητρϊ κτλ.)· το .όνομα άνήρ τονίζεται στη λήγουσα στη γενική και δοτ. του ενικού και του δυί’κού και στη γεν. του πληθ. [ανδρός, άνόρί ■ άνόροίν · ανδρών)· το όνομα Δημήτηρ τονίζεται στην προπαραλήγουσα σε όλες τις πτώσεις του ενικού, εκτός από την ονομαστική.
131. Τα συγκοπτόμενα ονόματα:
σχηματίζουν την κλητ, του ενικού όμοια με το αδύνατο θέμα και τονίζονται σ” αυτήν επάνω στην αρχική συλλαβή: ω πάτιρ, ύ Oiyanp, ω Δήμητιρ κτλ.” μόνο το όνομα” γαατήρ σχηματίζει την κλητ. του ενικού όμοια με την ονομαστική: ώ γαατήρ·
στη δοτ. του πληθ. ανάμεσα από το συγκομμενο Οεμα και την κα­τάληξη, για να διευκολυνθεί η προφορά, παίρνουν Ινα βραχύχρονο α που τονίζεται: πατρ·Λ-ο\(ν), άνδρ-ά-αι(ν)· πβ. } 62, 2.
132. ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΥΓΡΟΛΗΚΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Γ ΚΛΙΣΗΣ (που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)
1. ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΑ
■άν -ανος
ό μιγιοτάν ·3νος (έτσι και: ό παιάν, ηιλίκάν, Τιτάν, Αίνιάν, Άκαρνάν, Αλκμάν, ΕιΙρυτάν), ό Πάν, τοΰ Πανός κ.ά.
-ϊς -ινος
ή άκχϊς -ίνος (έτοι: ύ δελφι’ς, ή ώδίς’, Έλευοις, Σαλαμίς κ.ά.), “) /)»?. «7ϊ ά (ή) βϊς’. θϊνός, ή ft1, τής Ινός, πλ. ai ίνες κ.ά.
•ην -ηνος
ύ Έλλην -ηνος i δοΟιήνΊ -ήνος (ίτσι και: ό κηφήν, ό λιιχήνΊ ύ πορήν, ό σωλήν, ή οαρήν’), ό μήν, μηνός (έτσι και: ύ αηλήν, ό αφήν, ό (ή) χήν κ.ά.),
•ήν -ενος
ό αύχήν1 -ένας (έτσι και: ό λιμήν, ύ ποθμήν, ύ ιΐμήν” κ.ά. ή φρήν’, φρενός κ.ά. -ων -ωνας α) τα περιεκτικά
ό ανθών -ωνος
ό ανδρών -ώνος ό γυναικών -αίνος (ίτσι και: ό δαφνών, δινδρών, Ιλαιών, νυμφών, ξινών, ορνίθων, παρθένων™ κ.ά.).
Ρ) τα μεγεθυντικά
ό γάατρων» -αίνος ό γνάθων» -ωνος ό χιίλων» -ωνος κ.ά.
γ) τα κύρια ονόματα
Απόλλων -ωνος Ποσειδών -ώνος
Άγάθων -ωνος (έτσι και: Λάμων, Δευκαλίων, Δίων, Ζήνων, Ίέρων, Κίμων, Κλέων, Κόνων, Κρίτων, Κύλων, Μέτων, Πλάτων, Σόλων, Φαίδων, Χάρων, Χίλων, Χίρων, Ώριων, [Νέρων, Τρύφων] κ.ά.).
5) ονόμ. αρχ. μηνών
Γαμηλιών ώνος,
(έτσι και:
Ά νθεστηριών,
Έλαφηβολιών,
Μουνιχιών,
Θαργηλίων,
Σκιροφοριών,
Έκατομβαιών,
Μεταγειτνιών,
Βοηδρομιών,
Πυανοψιών,
Μαιμακτηριών,
Ποσειδεών).
ε) τόπων και πόλεων
Αυλών -ώνος
Ελικών -ώνος
(έτσι και: ή Καλυδών,
ό Κιθαιρών,
ή (ό) Κολοφών,
ό Μ αμαθών,
ή Σιδών, ή Σικυών),
Κρότων -ωνος κ.ά.
ζ) εθνικά παροξύτονα
ό Δάκων -ωνος ό Των -ωνος κ.ά.
ζ) προσηγορ. παροξύτ.
ό δόλων14 -ωνος ό δρόμων15 -ωνος (έτσι και: ό κλάδων16, ό κώδων, ό (ή) μήκωνν ό πάρων™, ό βώθων, ό σάπων, ό σίφων, [ό άμβωνί).
η) προσηγορ. οξύτ.
ό κλών, κλώνος ό άγων -ώνος
ό άγκών -ώνος (έτσι και: ό αίών, βουβών, κοιτών, κολοφών19, λειμών, τελαμών20, χειμών, χιτών κ.ά.).
θ) προσηγ. περισπώμ. ό τυφών21 -ώνος (άπό τό τυφάων).
-ων -ονος
α) οξύτ. θηλυκά
ή αηδών -όνος (έτσι και: ή άλγηδών, άλκυών, είκών, Καρχηδών, σιαγών, σινδών, τερηδών22 Χαλκηδών, χελιδών, χιών κ.ά.).
β) οξύτ. αρσενικά
ό (ή) άλεκτρυών23 -όνος, ό ήγεμών -όνος (έτσι και: ό κανών, κηδεμών, Μακεδών,
Στρυμων,
(συν)δαιτομών κ.ά.).
γ) παροξύτ. αρσενικά
ό άξων -ονος (έτσι και: Άλιάκμων, βραχίων, γειτων, γνώμων, δαίμω,ν, Ιάσων, κίων14, πνεόμων, τέκτων25, Ά γαμέμνων, Αριστογείτων κ.ά.).
2. ΥΓΡΟΛΗΚΤΑ
-ήρ ηρος
ό θήρ2(·, θηρός ό άροτήρ21 -ηρος ό ζωστήρ -ηρος
(έτσι και: σ κρατήρ, λαμπτήρ, λουτήρ, νιπτήρ, στατήρ, στρωτήρ, σπινθήρ κ.ά.), σωτήρ -ηρος (κλ. ώ σώτερ).
ήρ -ερος
δ αήρ -έρος (έτσι και: ό αθήρ, αιθήρ, αστήρ – δοτ. πλ. άστράσι κ.ά.).
-ωρ -ωρος
ό φώρ2%, <ρωρός ό ίχώρ29 -ώρος ό πέλωρ10 -ωρος (μεταγ. Βίκτωρ, πραίτωρ κ:ά.).
-ωρ -ορος
ό αυτοκράτωρ -ορος (έτσι και: ό κοσμήτωρ, πράκτωρ, προγάατωρ, Έκτωρ κ.ά.) (μεταγ. και νεότ.: εκλέκτωρ, παντοκράτωρ κ.ά.). -άρ -αρός
ό Κάρ*1, Κόρος (πλ. οί Κάρες).
-είρ -ειρός
ό φθείρ32, φθειρός (δοτ. πλ. τοις φθειρσί), ή χΦ> χεφός (δοτ. πλ. ταΐς χερσί, βλ. § 150, 19).
ΙΠ. Σιγμόληκτα (χαρακτήρας σ)
133. α) Αρσενικά ακατάληκτα σε -ης (γεν. -ους) ή -κλής (γεν. -κλέους)
(θ. Σωκρατεσ-, Περικλεεσ)
θ. Σωκρατεσ-, Περικλεεσ-)

Πληθυντικός αριθμός
οί Σωκράται Περικλας Περικλέων
Ενικός αριθμός
ον. ό Σωκράτης Περικλής
τούς Σωκράτας (ώ) Σωκράται
γεν. τοΰ Σωκράτους Περικλέους τών Σωκρατών
δοτ. τω Σωκράτει Περικλεΐ τοίς Σωκράταις
αιτ. τον Σωκράτ\[ Περικλεα
κλ. (ώ) Σώκρατες Περίκλζχς
Κατά ΐο Σαικράτης κλίνονται: Αριστομένης, Αριστοτέλης, Αριστοφάνης, Δημοσθένης, Διογένης, Διομήδης, Ιπποκράτης, Ισοκράτης, Ιφικράτης, Πολυκράτης, Πολυνείκης, Πρα­ξιτέλης – Αστυάγης, Τισσαφέρνης, Κυαξάρης κ.ά. Κατά το Περικλής κλίνονται: Αγαθο­κλής, Ηρακλής, Θεμιστοκλής, Ιεροκλής, Προκλής, Σοφοκλής κ.ά.

Παρατηρήσεις
134. Τα αρσενικά σιγμόληκτα σε -ης (γεν. -ους) και -κλής (γεν.-κλέους) είναι όλα κύρια ονόματα και:
έχουν θέμα σε -εσ: Σωκρατεσ-, Περικλεεσ-·
στην ονομαστική του ενικού δεν παίρνουν κατάληξη και εκτεί­νουν το βραχύχρονο φωνήεν ε του θέματος σε η: Σωκράτης, Περικλέης, και με συναίρεση Περικλής-
στις πλάγιες πτώσεις του ενικού αποβάλλουν το χαρακτήρα σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα (βλ. § 64, 1) και έπειτα συναιρούν τα δύο αυτά φωνήεντα: τοΰ Σωκράτεσ-ος, Σωκράτε-ος, Σωκράτους· τω Σωκράτεσ-ι, Σωκράτε-ι Σωκράτει · τον Σωκράτεσ-α, Σωκράτε-α, Σωκρά­τη- τοΰ Περικλέεσ-ος, Περικλέε-ος, Περικλέους- τφ Περικλέεσ-ι, Περικλέε-ι, Περικλέει (και με δεύτερη συναίρεση=) Περικλεί- τον Περικλέεσ-α, Περικλέε-α, Περικλέά και σπάν. Περικλή-
στην κλητ. του ενικού δεν παίρνουν κατάληξη και ανεβάζουν τον τόνο: ώ Σώκρατες, ώ Περίκλεις (με συναίρεση από το Περίκλεες)·
όσα λήγουν σε -κλής συναιρούν το ε της συλλαβής κλε-, όταν ύ­στερα από αυτό ακολουθεί η ή ε ή ει: (Περικλέης) Περικλής, (Περίκλεες) Περίκλεις, (Περικλέει) Περικλεΐ·
κανονικά έχουν μόνο ενικό αριθμό· όταν όμως χρησιμοποιούνται στον πληθ. σχηματίζονται τα σε -ης (γεν. -ους) κατά την α” κλίση (οί Σω­κράται κτλ.) και τα σε -κλής (γεν. -κλέους) κατά την γ” κλίση (of Περικλέ-ες = Περικλεΐς κτλ.).
135. β) θηλυκά ακατάληκτα σε -ώς (γεν. -ους)
(θ. αϊδωσ-, αίδοσ-) Ενικός αριθμός
ον. ή (ισχυρό. θ. αιδωο-) αιδώς
γεν. τής (αδύνατο θ. αίδόσ-ος, αίδό-ος) αίδοΰς 1
δοτ. τή (αδύνατο θ. αΐδόσ-ι, αΐδό-’ι) αιδοΐ J (πβ. § 134,3)
αιτ. τήν (αδύνατο θ. αΐδόσ-α, αίδό-α) αιδώ
κλ. (ώ) (ισχυρό θ. αιδωο-) αιδώς
Κατά το όνομα ή αίδώς (= ντροπή) κλίνεται και το ποιητ. ή ηώς (= αυγή) και χος κύρ. όν. ή Ήώς (= θεά της αυγής). Αυτά έχουν μόνο ενικό. Πβ. και §§ 118-119.

136. γ) Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ος (γεν. -ους)
(θ. βελοσ~ βελεσ- και έδαφοσ-, έδαφεσ-)
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμόο
ον. τό βέλος ίδαφος τά βέλχ\ εδάφη
γεν. τρϋ βέλους εδάφους τών βελών εδαφών
δοτ. τφ βέλει έδάφει τοις βέλεσι(ν) έδάφεσι(ν)
αιτ. τό βέλος έδαφος τά βέλχ\ εδάφη
κλ. (ώ) βέλος Εδαφος (ώ) βέλχ\ εδάφη
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) βέλει, έδάφει – γεν., δοτ. τοΐν βελοΐν^ έδαφοΐν
Κατά το βέλος κλίνονται πολλά δισύλλαβα: έθνος, εύρος (- πλάτος), ζεύγος, ήβος, κέρδος, ξίφος, πλήθος, σκεύος, τέλος κ.ά. (βλ. πίν. § 138), καθώς και το κύρ. όν. τα Τέμ­πη στον πληθυντικό.
Κατά το έδαφος κλίνονται τα τρισύλλαβα: μέγεθος, στέλεχος, τέμενος (επίσημος ή ιε­ρός χώρος, ναός), τέναγος (= άβαθα νερά, βάλτος) κ.ά.

Παρατηρήσεις
137. Τα ουδέτερα σιγμόληκτα σε -ος (γεν. -ους):
έχουν αρχικό θέμα σε -εσ: βελεσ-, έδαφεσ-·
σχηματίζουν την ονομαστ., αιτιατική και κλητ. του ενικού χωρίς κατάληξη, αλλά στις πτώσεις αυτές το φωνήεν ε που είναι πριν από το χαρακτήρα το τρέπουν σε -ο: βελεσ- = βέλος, έδαφεσ- = Εδαφος-
με το αρχικό θέμα σε -εσ σχηματίζουν τη γεν. και δοτ. του ενικού και όλες τις πτώσεις του πληθυντ. και δυϊκού- αποβάλλουν όμως σ” αυ­τές το χαρακτήρα σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα και έπειτα συναιρούν τα φωνήεντα αυτά, δηλ. το ε+ο σε ου (βέλε-ος = βέλους), το ε+ι σε ει (τφ βέλε-ι = βέλει), το ε+ε σε εί (δυϊκ. τώ βέλε-ε = βέλει), το ε+οι σε οι (δυϊκ. τοΐν βελέ-οιν = βελοΐν), το ε+ω σε ω (τών βελέων – βελών) και το ε+α κανονικά σε η (τά βέλε-α = βέλη)· αν όμως πριν από το ε προηγείται άλ­λο ε, τότε συναιρούν το ε+α σε α: τά χρέε-α=χρέα, τά κλέε-α=κλέα· βλ. § 64, 1.
στη δοτ. πληθ. όπου βρίσκονται δύο σ (βέλεσ-σι) τα απλοποιούν σε ένα: βέλεσι.

138. ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΙΓΜΟΛΗΚΤΩΝ ΟΥΔΕΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Γ” ΚΛΙΣΗΣ (που δείχνει ιδίως την ορθογραφία των λέξεων)

ίχνος ω νεΐκος* στίφος ω
κήτος* ξίφος φ σφρίγος (ϊ)
κράτος (ά> πάθος (α) τάχος (Φ
κρύος5 (ν) πάχος (Φ τείχος
κΰδος6 (ο) πλάτος (α) τεύχος
κΰρος (ο) πνίγος* (“) ΰψος
κύτος1 (Φ βάκος (Φ φύκοςη (ο)
λάθος (ά) βίγος ω ψύχος (Ό)
λίπος φ σκάφος (α)
μίσος (·) σκότος10 (ο)

139. δ) Ουδέτερα ακατάληκτα σε -ας (γεν. -ως ή -ατος)
(θ. κρεασ-) (θ. περασ-, περατ-)
4. γενική ονομασία των μεγάλων ψαριών ή θαλασσινών τεράτων.- 5. παγερό κρύο.- 6. δόξα, φήμη.- 7. το κοίλο μέρος {πλοίου, σκεύους, σώματος κτλ.).- 8. φιλονικία, αγώ­νας.- 9. Η υπερβολική ζέστη.- 30. δέρμα κατεργασμένο.- ί 1. πληθ. τά φύκη = φύκια.
Ενικός αριθμός
ον. τό (θ. κρεασ-) κρέας πέρας
γεν. του (κρέασ-ος, κρέα-ος) κρε’ως πέρατ-ος
δοτ. τω (κρέασ-ι, κρέα-ϊ κρέα πέρα τ-1
αιτ. τό (θ. κρεασ) κρέας πέρας
κλ. (ώ) (θ. κρεασ) κρέας πέρας
Πληθυντικός αριθμός
ον. τά (κρέασ-α, κρέα- α) κρεα πέρατα
γεν. τών (κρεάσ-ων, κρεά-ων κρεών περάτ-ων
δοτ. τοις (κρέασ-σι) κρέα-αι(ν) πέρα-σι(ν)
αιτ. τά (κρέασ-α, κρέα-α) κρέα πέρατ-α
κλ. (ώ) (κρέασ-α, κρέα-α) κρέα πέρατ-α
Δοικός αριθμός
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) (κρέασ-ε, κρέα-ε) κρέα πέρατ-ε γεν., δοτ. τοΐν (κρεάσ-οιν, κρεά-οιν) κρεοϊν περάτ-οιν

Παρατηρήσεις
140. Σιγμόληκτα ουδέτερα σε -ας είναι έξι: κρέας, γέρας (= βραβείο), γήρας, πέρας, τέρας, κέρας. Από αυτά:
μόνο τα ονόμ. κρέας, γέρας, γήρας έχουν θέμα παντού καθαρά σιγ-μόληκτο σε -ασ· αυτά αποβάλλουν το σ ανάμεσα σε δύο φωνήεντα και έ­πειτα συναιρούν τα δύο αυτά φωνήεντα: του (κρέασ-ος, κρέα-ος) κρέως-τφ (κρέασ-ι, κρέα-ϊ) κρέα κτλ. (βλ. § 64, 1, πβ. § 134, 3 και § 137,3 και 4)·
το όνομα πέρας σχηματίζει την ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού από σιγμόληκτο θέμα σε -ας, χωρίς κατάληξη, και τις άλλες πτώσεις από θέμα σε -ατ, ως οδοντικόληκτο: τοΰ πέρατ-ος, τφ πέρατ-ι, τά πέρατ-α, τών περάτ-ων κτλ. (όπως τό σώμα, του σώματ-ος κτλ.)-
τό όνομα τέρας σχηματίζει τον ενικό κατά το πέρας: τό τέρας, τοΰ τέρατ-ος κτλ.
το όνομα κέρας σε όλους τους αριθμούς και το όνομα τέρας στον. πληθυντικό και δυΐ’κό σχηματίζονται και κατά τους δύο τρόπους, δηλ. και ως σιγμόληκτα (κατά το κρέας) και ως οδοντικόληκτα (κατά το πέ­ρας): τό κέρας, τοΰ κέρα>ς και κέρατος, τώ κέρα και κέρατι κτλ. – πληθ. τά κέρα και κέρατ-α, τών κερών και κεράτ-ων κτλ. – δυί’κός τώ κέρα και κέρατ-ε, τοΐν κεροΐν και κεράτ-οιν· (τό τέρας) πληθ. rd τέρα και τέρατ-α κτλ. – δυϊκός τώ τέρα και τέρατ-ε, τοΐν τεροΐν και τεράτ-οιν-
το όνομα γήρας έχει μόνο ενικό αριθμό (§ 83, 1, β).

141. ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Γ” ΚΛΙΣΗΣ
Αρσενικά και θηλυκά Ουδέτερα
Ενικός Γίληθυντ. Δυϊκός Ενικός Πληθυντ. Δυικός
ον. -ς ή – -ες -ε – -α -ε
γεν. -σς (τ)-ως)-ων -οιν -ος (ή-ως) -ων- -οιν
δοτ. -ι -σι(ν) -οιν -ι -σι(ν) -οιν
αιτ. -ά ή ν -άς ή -ς (-νς) -ε – -α -ε
κλ. -ς ή – -ες -ε – -ά -ε
Παρατηρήσεις στις καταλήξεις των ονομάτων της γ” κλίσης
142. Από τα ονόματα της γ” κλίσης:
τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν σε όλες τις πτώσεις τις ίδιες κα­ταλήξεις-
τα ουδέτερα διαφέρουν από τα αρσενικά και θηλυκά στην ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού και του πληθυντικού (πβ. και § 97).
143. Το / και το α στη λήγουσα των ονομάτων της γ” κλίσης είναι βραχύχρονα: ή γνώσις, τήν γνώσιν, τώ άγώνι, τοΐς άγώοι – τον αγώνα, τούς αγώνας, τό γήρας (αλλά: τά κρέα και κρέα).

Ο τονισμός των ονομάτων της γ” κλίσης
144/ Παίρνουν περισπωμένη αντίθετα με τον κανόνα (§ 39,1), αν και δεν προκύπτουν από συναίρεση:
α) οι μονοσύλλαβοι τύποι της ονομ., αιτιατ. και κλητ. που έχουν χα­ρακτήρα ι, υ (ου, αυ): ό κϊς, τον κϊν, ώ κϊ, τούς κϊς – ή δρυς, τήν δρύν, ώ δρύ, τάς δρυς (πβ. § 110, 3) – ό βούς, τον βούν, ώ βού, τούς βούς – ή γραΰς, τήν γραΰν, ώ γραΰ (πβ. § 115)·
β) η αιτιατική πληθ. των ονομ. σε -ύς (γεν. -ύος), αν τονίζεται στη λήγουσα: τούς ιχθύς (πβ. § 110, 3)·
γ) η ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού των ουδετέρων πυρ και ούς· δ) η ονομ. και κλητ. του ενικού του θηλ. ή γλαΰξ (= κουκουβάγια)· ε) η κλητ. του ενικού των ονομ. σε -εύς: ώ βασιλεΰ (§ 115, 2) 145. Τα μονοσύλλαβα ονόμ. της γ» κλίσης στη γεν. και δοτ. όλων των αριθμών τονίζονται στη λήγουσα (αντίθετα με» τον κανόνα §39. 3): ή φλόξ, της φλογός, τή φλογι – τών φλογών, ταϊς φλοξί – τοΐν φλογοΐν. Εξαι­ρούνται τα μονοσύλλαβα ή δας (= λαμπάδα), ό θώς (= τσακάλι), τό ους, ό καΐς, ό Τρώς και το φώς που τονίζονται στη γεν. πληθ. στην παραλή­γουσα: τών δάδων, τών θώων, τών ώτων, τών παίδων, τών Τρώων, τών φώτων.

 

 

 
11ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΝΩΜΑΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
146. Μερικά ουσιαστικά της αρχαίας ελληνικής δεν κλίνονται ομαλά. Τα ουσιαστικά αυτά λέγονται ανώμαλα ουσιαστικά.
Τα ανώμαλα ουσιαστικά κατά το είδος της ανωμαλίας που παρουσιά­ζουν είναι 1) ανώμαλα κατά το γένος, 2) ετερόκλιτα, 3) μεταπλαστά, 4) ιδιόκλιτα, 5) άκλιτα και 6) ελλειπτικά.

I. Ανώμαλα κατά το γένος
147. Μερικά ουσιαστικά έχουν στον πληθυντικό αριθμό διαφορετικό γένος απ” ό,τι στον ενικό ή εκτός από το βασικό γένος έχουν συγχρόνως και ένα άλλο.
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός αριθμός
ό λύχνος
ό σίτος
ό δεσμός
ό σταθμός
τό στάδιον
τα
τα
οί οί
τα
λύχνα
σιτα
δεσμοί
σταθμοί
στάδια
και
και
και
τά δεσμά τά σταθμά οί στάδιοι
(Π.β. τα νεοελλ.: ό πλούτος – τά πλούτη- ό βράχος – of βράχοι και τά βράχια- ό λόγος – οί λόγοι και τά λόγια κ.ά.).

148. Μερικά ουσιαστικά έχουν στον ενικό αριθμό δύο γένη:
Ενικός
ό ζυγός και τό ζυγόν ό νώτος και τό νώτον
Πληθυντικός τά ζυγά
τα νωτα
(Πβ. τα νεοελληνικά: ό πεύκος και τό πεύκο – τά πεύκα κ.ά.).
2. Ετερόκλιτα
149, Ετερόκλιτα λέγονται μερικά ουσιαστικά που σχηματίζονται στον πληθυντικό ή σε μερικές πτώσεις κατά διαφορετική κλίση ή συγ­χρόνως κατά την ίδια και κατά διαφορετική κλίση· π.χ.
ό αμνός, του αμνού κτλ. (κατά τη β” κλίση) και τοΰ άρνός, τφ αρνί, τον αρνα – οί άρνες, τών άρνών, τοις άρνάσι, τούς άρνας (κατά τα συγκο­πτόμενα της γ” κλίσης, από θ. άρεν-, άρν- του σπάνιου ονόμ. ό άρήν)·
ό «Αρης, του «Αρεως (από το «Αρηος με αντιμεταχώρηση ■ § 62, 5), τφ «Αρει, τον «Αρη, ώ Άρες (κατά την γ” κλίση) και αιτ. τόν «Αρην (κατά την α” κλίση)·
ή γυνή (κατά την α” κλίση), τ^ς γυναικός, τή γυναικί, τήν γυναίκα, ώ γύναι – αί γυναίκες, τών γυναικών, ταΐς γυναιξί, τάς γυναίκας, ώ γυναί­κες (κατά την γ” κλίση)·
τό όάκρυον, τοΰ δακρύου κτλ. (κατά τη β” κλίση) – και ονομ., αιτ. και κλητ. δάκρυ (κατά την γ” κλίση)·
ό Θαλής (από το Θαλέης), τοΰ Θαλοΰ, τφ Θαλή, τον Θαλήν (κατά τα συνηρημένα της α” κλίσης) – γεν. και τοι7 Θάλεω (κατά τα αττικόκλι-τα) – και row Θάλητος, τφ Θάλητι, τον Θάλητα (κατά την γ” κλίση)·
ό Οιδίπους, τοΰ Οιδίποδος, τω Οίδίποδι, ώ Οίδίπου (κατά την γ” κλ.) – και τοΰ Οίδίπου, τόν Οίδίπουν (κατά τα συνηρημένα της β” κλίσης, όπως τοΰ περίπλου, τόν περίπλουν)·

, ό ονειρος και τό ονειρον, τοΰ ονείρου κτλ. (κατά τη β” κλίση), τοΰ ό-νείρατος, τφ όνείρατι – τά όνείρατα, τών όνειράτων, τοις όνείρασι (κατά •την γ” κλίση)·
ό πρεσβευτής, τοΰ πρεσβευτοΰ, τω πρεσβευτή κτλ. (κατά την α” κλίση) – οί πρέσβεις (= οί πρεσβευταί), τών πρέσβεων, τοις πρέσβεσι κτλ.) (κατά την γ” κλίση), από το ποιητ. όν. ό πρέσβυς (= ό γέρων), που οι πε­ζογράφοι το έλεγαν πρεσβύτης·
το πυρ, τοΰ πυρός, τφ πυρί κτλ. (κατα τήν γ” κλίση) – τά πυρά, τών πυρών, τοίς πυροΐς κτλ. (κατά τη β” κλίση)·
10) ό υίός, του υίοΰ, τώ υίώ κτλ.» (κατά τη β” κλίση) – και τοΰ υίέος, τώ υίεΐ – οί υίεις, τών υίέων, τοις υίέσι, τους υίείς κτλ. (κατά τη γ” κλίση)-
Π) ό χρώς (= δέρμα, επιδερμίδα), τοΰ χρωτός, τφ χρωτί, τόν χρώτα (κατά την γ” κλίση) – αλλά δοτ. και χρω (κατά τα αττικόκλιτα, στη φράση έν χρω = ως το δέρμα).
3. Μεταπλαστά
150. Μεταπλαστά λέγονται μερικά ουσιαστικά που κλίνονται κατά μία ορισμένη κλίση σε όλες τις πτώσεις, αλλά το θέμα τους (μεταπλάσ­σεται, δηλ.) μεταβάλλεται σε ορισμένες πτώσεις· π.χ.
ό Απόλλων, τοΰ Άπολλων-ος, τω Άπόλλων-ι, τόν Άπόλλων-α και Απόλλω, ώ «Απολλον (θ. Απόλλων-, Άπολλω-, Απολλον-)·
τό γόνυ, τοΰ γόνατος, τφ γόνατ-ι, τό γόνυ – τά γόνατ-α, τών γονάτ­ων, τοις γόνασι κτλ. (θ. γονυ-, γονατ-)·
τό δέλεαρ (= δόλωμα), τοΰ δελέατ-ος, τφ δελέατ-ι κτλ. (θ. δέλεαρ-, δελεατ-)·
τό δόρυ, τοΰ δόρατ-ος, τώ δόρατ-ι κτλ. – τά δόρατ-α, τών δοράτων κτλ. (θ. δόρυ-, δορατ-)·
& Ζευς, τον Δι-ός, τφ Αι-ί, τόν Αί-α, ώ Ζεΰ (θ. Ζευ-, Αι-)·
τό ήπαρ (= συκώτι), τοΰ ήπατ-ος, τώ ή~πατ-ι κτλ. – τά ήπατ-α, τών ήπάτ-ων κτλ. (θ. ήπαρ-, ήπατ-)·
ή κλείς, της κλειδ-ός, τή κλειδ-ί, τήν κλεϊδ-α και τήν κλεΐ-ν, αί κλεΐδ-ες, τών κλειδ-ών, ταΐς κλει-σί, τάς κλεϊδ-ας και τάς κλείς (θ. κλειδ-, κλει-)·
τό κνέφας (= σκοτάδι), τοΰ (κνέφεσ-ος, κνέφε-ος) κνέφοος, τώ (κνέφεσ-ι, κνέφε-ϊ) κνέφει (κατά το βέλος· πβ. § 136) και τφ (κνέφα-σι, κνέφα-Ί) κνέφα, τό κνέφας (κατά το κρέας- πβ. § 139), χωρίς πληθ. (θ. κνεφασ- και κνεφεσ-).
ό, ή κύων, κυν-ός, κυν-ί, κύν-α, κύον – κύν-ες, κυν-ών, κυ-σί(ν), κύν-ας, κύν-ες (θ. κυων-, κοον-, κυν-)·

ό μάρτυς, τοΰ μάρτυρ-ος, τφ μάρτυρ-ι, τόν μάρτυρ-α, ώ μάρτυς – οί μάρτυρ-ες, τών μαρτύρ-ων, τοις μάρτο-σι, τούς μάρτυρ-ας κτλ. (θ. μαρτυ-, μαρτυρ-)·
ή ναϋς (= πλοίο), της νε-ώς (από το νη-ός με αντιμεταχώρηση- § 62, 5), τή νη-ί, τήν ναΰ-ν, ώ ναΰ – αί νή-ες, τών νε-ών, ταΐς ναυ-σί, τάς ναΰς, ώ νή-ες (θ. ναυ-, νη-, νε-)·
τό ους (βλ. § 123, 4), τοΰ ώτός, τω ώτ-ί, τό ους – τά ώτ-α,.τών ώτ-ων (βλ. § 145), τοις ώ-σί, τά ώτ-α, ώ ώτ-α – τώ ώτ-ε, τοΐν ώτ-οιν (θ. ούσ-, ώτ-)·
ό Ποσειδών (από το Ποσειδάων), τοΰ Ποσειδών-ος, τω Ποσειδών-ι, τόν Ποσειδών-α και Ποσειδώ, ώ Πόσειδον (θ. Ποσειδάων- = Ποσειδών-, Ποσειδω-, Ποσειδον-)·
ή Πνύξ, ττ?ς Πυκν-ός, τή Πυκν-ί, τήν Πύκν-α (θ. Πνυκ-, Πυκν-, βλ. § 62, 3, πβ. και § 66)-
ό σης (= σκόρος), τοι> σε-ός (από το σεσ-ός) – οί σέ-ες, τών σέ-ων, τούς σέ-ας και τοΰ σητ-ός, οί σήτ-ες, τών σητ-ών, τούς σήτ-ας (θ. σησ-, σεσ-, σητ-)·

to στέαρ (= λίπος), τοΰ στέατ-ος, τω στέατ-ι κτλ. (θ. στεαρ- στεατ-)·
τό ΰδωρ, γοι; ΰδατ-ος, τω υδατ-ι κτλ. (θ. ύδωρ-, ύδατ-)·
18) τά φρέαρ (= πηγάδι), τοΰ φρέατος, τω φρέατ-ι κτλ. (θ. φρεαρ-,
φρεατ-)·
19) ή χειρ, τής χεφ-ός, τή χειρ-ί, τήν χεΐρ-α, ώ χειρ ~ αί χείρες, τών
χειρ-ών, ταΐς χερ-σί, τάς χεΐρ-ας, ώ χεΐρ-ες – τώ χεΐρ-ε, τοΐν χερ-οΐν (θ. χειρ-, χερ-).
4. Ιδιόκλιτα
151. Ιδιόκλιτα ουσιαστικά λέγονται όσα δεν κλίνονται σύμφωνα με μία από τις τρεις κλίσεις, παρά ακολουθούν δικό τους σχηματισμό, δηλ. κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο. Τέτοια είναι μερικά κύρια ονόματα α) ελ­ληνικά με συντομότερο τύπο, δηλ. με αφαίρεση συλλαβών, και β) ξενι­κά· π.χ.
ονομαστική
Άλεξας (από το Αλέξανδρος) Μήτρας (από το Μητρόδωρος) Φιλής (από το Φιλήρων) Διονϋς (από το Διονύσιος) Ίησοΰς (εβραϊκόςόνομα) Νεκώς (αιγυπτ. όνομα)
γεν. δοτ. αιτ. κλ.
τά» -Ρ -άν -α
-ά άν -α
-η V -ψ -ή
-Ό -ΰ -ΰν -ΰ
-οΰ -οΰ -οΰν -οΰ
-ώ -ω -ών ώ
Ιδιόκλιτα είναι και μερικά προσηγορικά σε -άς: ό φαγάς, ό καταφαγάς {=. αυτός που τρώει αρπαχτικά), ό τρέσας (- άνθρωπος που τρέπεται σε φυγή από φόβο, δειλός) κ.ά.
Τα ιδιόκλιτα συνηθίζονται μόνο στον ενικό.
5. Άκλιτα
152. Άκλιτα ουσιαστικά λέγονται όσα δεν κλίνονται, δηλ. όσα διατηρούν σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τύπο. Τέτοια είναι:
το ουδ. όν. τό χρεών (= η ανάγκη), τοΰ χρεών, τώ χρεών κτλ.·
τα ονόμ. των γραμμάτων του αλφαβήτου (που συνηθίζονται ουδέ­τερα): τό δλφα (τοΰ άλφα κτλ.), τά βήτα (τοΰ βήτα κτλ.), τό γάμμα (τοΰ γάμμα κτλ.)-
το απαρέμφατο με το ουδέτερο άρθρο: το λέγειν (τοΰ λέγειν κτλ.)·
οποιαδήποτε λέξη (κλιτή ή άκλιτη), καθώς και φράση ολόκληρη, όταν χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα ή ως ουσιαστικά αποχωρισμέ­να από την όλη φράση, με το ουδ. άρθρο εμπρός από αυτά: τό άνθρωπος εστίν Ονομα- τό άρκτικόν φωνήεν τοΰ άνθρωπος· τό λίαν ήσσον επαινώ τοΰ μηδέν δγαν* (πβ. τα νεοελλ.: το παίζω είναι ρήμα· να κλιθεί ο αόρι­στος του παίζω- το πάτερ ημών, του πάτερ ημών κτλ.)·
5) μερικά ξενικά κύρια ονόματα: ό Αδάμ (τοΰ Αδάμ κτλ.), ό Δαβίδ (τοΰ Δαβίδ κτλ.), τό Πάσχα (τοΰ Πάσχα κτλ.), ονόματα «εβραϊκά κ.ά.

6. Ελλειπτικά
153. Ελλειπτικά ουσιαστικά λέγονται όσα είναι εύχρηστα μόνο σε με­ρικές πτώσεις. Τέτοια είναι:
οι λ. τό Οφελος, τό δναρ και τό ΰπαρ (= όραμα, οπτασία), που εί­ναι εύχρηστες μόνο στην ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού (πβ. τα νεοελλ.: τό δείλι, τό πρωί κτλ.)·
οι λ. τά δέμας· (= σώμα), τό σέβας και τό σέλας (= λαμπρό φως), που είναι εύχρηστες επίσης στην ονομ., αιτ. και κλητ. του ενικού-
η λ. μάλης (γεν.), εύχρηστη μόνο στη φράση υπό μάλης (= κάτω από τη μασχάλη)·
η λ. νέωτα (αιτ. εν.), εύχρηστη στη φράση ε’ς νέωτα (= του χρό­νου)·
οι κλητικές ώ μέλε (= καλέ μου) καϊ ω τάν (- φίλε μου).
12ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΕΠΙΘΕΤΑ Γενικά για τα επίθετα 1. Ορισμός, γένη και καταλήξεις των επιθέτων
154. Επίθετα λέγονται οι λέξεις που φανερώνουν ιδιότητα ή ποιότη-
τα ουσιαστικών: σοφός (άνήρ), καλή (γονή), ύψηλόν (όρος).
155. Από τα επίθετα:
πολλά είναι τρικατάληκτα με τρία γένη, δηλ. έχουν τρία γένη (αρ­σενικό, θηλυκό και ουδέτερο) και τρεις καταλήξεις, μία για κάθε γένος: ό σοφός, ή σοφή, τό σοφόν – ό βαθύς, ή βαθεία, τό βαθύ-
αρκετά είναι δικατάληκτα με τρία γένη, δηλ. έχουν τρία γένη, αλ­λά μόνο δύο καταλήξεις, μία για το αρσενικό και το θηλυκό και μία για το ουδέτερο: ό, ή άφθονος, τό άφθονον – ό, ή επιμελής, τό επιμελές·
μερικά είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη, δηλ. έχουν μόνο δύο γέ­νη, τ9 αρσενικό και το θηλυκό, και μία κοινή κατάληξη: ό, ή πένης – ό, ή φογάς -ό, ή άρπαξ.
2. Κλίση των επιθέτων
156. Τα επίθετα ανάλογα με την κατάληξη τους κλίνονται κατά μία από τις κλίσεις των ουσιαστικών. Και:
τα τρικατάληκτα με τρία γένη σχηματίζουν το θηλυκό πάντοτε κατά την α” κλίση (ή δικαία, ή καλή – ή βαθεΐα, ή πάσα) και το αρσενικό και το ουδέτερο άλλα κατά τη β” κλίση και άλλα κατά την γ” κλίση (ο δίκαιος, το δίκαιον, γεν. τού δικαίου – ό άπας, τό άπαν, γεν. τού άπαντος)·
τα δικατάληκτα με τρία γένη κλίνονται άλλα κατά τη β” και άλλα κατά την γ” κλίση: ο, η βάρβαρος, τό βάρβαρον, γεν. τού βαρβά­ρου – ό, ή σώφρων, τό σώφρον, γεν. rot> σώφρονος·
τα μονοκατάληκτα με δύο γ έ ν η κλίνονται τα περισσότε­ρα κατά την γ” κλίση: ό, ή φυγάς, γεν. φυγάδος – ό, ή πένης, γεν. πένητος.
157. Όσα επίθετα σχηματίζουν το αρσενικό και το ουδέτερο κατά τη β” κλίση λέγονται δευτερόκλιτα- όσα σχηματίζουν τα δύο αυτά γένη κα­τά την γ” κλίση λέγονται τριτόκλιτα.

 
Ι3ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

1. Ασυναΐρετα δευτερόκλιτα επίθετα 158. α) Τρικατάληκτα με 3 γένη (σε -ος, -η, -ον και -ος, -α, -ον)
(θ. σοφο-, σοφη-, σοφο­
(θ. δίκαιο-,,δίκαια-, δίκαιο)
Ενικός αριθμός
ον. σορός
γεν, σοφοΰ
δοτ. σοφω
αιτ. σοφόν
κλ. σοφέ
σοφί\
σοφής
σοφή
σοφήν
σοφή
σοφόν δίκαιος δικαία
σοφοΰ δικαίου δικαίας
σοφω δικαίω δικαία
σοφόν δίκαιον δικαίαν
σοφόν δίκαιε δικαία
δίκαιον
δικαίου δικαίω δίκαιον δίκαιον

ον. σοφοί σοφαι
γεν. σοφών σοφών
δοτ. σοφοΐς σοφαΐς
αιτ. σοφούς σοφάς
κλ. σοφοί σοφαι
Πληθυντικός αριθμός σοφά δίκαιοι σοφών δικαίων σοφοΐς δικαίοις σοφά δικαίους σοφά δίκαιοι

δίκαιαι δικαίων δικαίαις δικαίας δίκαιαι

δίκαια
δικαίων
δικαίοις
δίκαια
δίκαια
Δυίκός αριθμός όν., αιτ., κλ. σοφώ σοφά σοφώ δικαίω δικαία γεν., δοτ. σοφοΐν σοφαίν σοφοΐν δικαίοιν δικαίαιν

δικαίω δικαίοιν
Επίθετα σε ος, -η, -ον: αγαθός (-ή, -όν), αγνός, θερμός, κακός, καλός, πιστός, σεμνός, υψηλός- αρχικός, ηθικός, θετικός, λογικός, σωματικός, φυσικός, ψυχικός- εαρινός, νυκτερι­νός, χειμερινός – ψιλός (φίλη, φίλον), ίσος. κουφός, μέσος, ανθρώπινος (-ίνη, -ινον), κρίθι­νος, λίθινος, ξύλινος κ.ά.- Επίσης τα ρήματ. επίθ. σε -τός: άλωτός (-ή, -όν), βατός, γρα­πτός, δυνατός, θαυμαστός κ.ά. {§ 393)- τα τακτικά αριθμητικά: πρώτος (πρώτη, πρώτον), τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έ~κτος, έβδομος, όγδοος,… εικοστός,… εκατοστός,… χιλιοστός κτλ. (§ 208) κ.ά.
Επίθετα σε -ος, -α, -ον: αραιός (-ά, -όν), δεξιός, παλαιός, στερεός- καθαρός, λαμπρός, μικρός, πονηρός – ανδρείος (-εία, -εϊον), άρχαϊος, γενναίος, νέος, λείος, ωραίος- διψαλέος, θαρραλέος, πειναλέος άγιος (-ία, -ιον), άξιος, βέβαιος, επιτήδειος, πλούσιος, τέλειος κ.ά.-Επίσης τα ρηματ. επίθ. σε -τέος: γραπτέος, δχαβατέος, εόεργετητέος, ώφελητέος κ.ά. (§ 393)· τα απόλυτα αριθμητικά σε πληθυντικό: διακόσιοι (-αι, -α), τριακόσιοι, τετρακόσιοι…. χίλιοι,… μύριοι κτλ. (§ 207, γ)· τα χρονικά αριθμητικά: δευτεραϊος, τριταίος, τεταρταϊος κτλ,’τα αναλογικά αριθμητικά: διπλάσιος (-ία, -ιον), τριπλάσιος, τετραπλάσιος κτλ. (§ 208 ), το τακτικό αριθμητ. δεύτερος (έρα, -ερον) κ.ά.
Παρατηρήσεις
159. Το θηλυκό των τρικατάληκτων επιθέτων σε -ος:
λήγει σε -η, αν πριν από την κατάληξη -ος του αρσενικού υπάρχει σύμφωνο εκτός από το ρ: αγαθός, αγαθή – πιστός, πιστή- λήγει σε -α, αν πριν από την κατάλ. -ος του αρσενικού υπάρχει φωνήεν ή ρ: άγιος, άγια – γενναίος, γενναία – φαιδρός, φαιδρά (εκτός από το όγδοος, ογδόη)·
στην ονομαστική, γεν. και κλητ. του πληθυντικού τονίζεται όπου και όπως τονίζεται στις ίδιες πτώσεις το αρσενικό: ή άγια – αί αγιαι, τών άγιων, ώ αγιαι (όπως οί άγιοι, τών άγιων, ώ άγιοι)· ή γενναία – αί γεν­ναίοι, τών γενναίων, ώ γενναίαι (όπως οί γενναίοι,τών γενναίων, ώ γεν­ναίοι)· ή φαιδρά – αί φαιδροί, τών φαιδρών, ώ φαιδροί (όπως οί φαιδροί, τών φαιδρών, ώ φαιδροί). Έτσι και αί μύριαι (= δέκα χιλιάδες), τών μυ­ρίων, ώ μύριαι (όπως οί μύριοι, τών μυρίων, ώ μύριοι)- αί μυρίαι (= ανα -ρίθμητες), τών μυρίων, ώ μυρίαι (όπως οί μύριοι, τών μορίων, ώ μύριοι).
160. β) Δικατάληκτα με τρία γένη (σε -ος, -ον)
(θ. άφθονο-) (θ. τιμωρό-)
Ενικός αριθμός
ον. ό ή άφθονος τό άφθονον ό ή τιμωρός τό τιμωρόν
γεν. τοΰ της άφθόνοο τοΰ άφθονου τοΰ της τιμωροΰ τοΰ τιμωρού
δοτ. τω τή άφθόνφ τφ άφθόνφ τω τή τιμωρώ τω τιμωρώ
αιτ. τόν π/ν άφθονον τό άφθονον τόν τήν τιμωρόν τό τιμωρόν
κλ. (ώ) άφθονε (ώ) άφθονον (ώ) τιμωρέ (ώ) τιμωρόν
Πληθυντικός αριθμός ον. of αί άφθονοι τά άφθονα οΐ αί τιμωροί τά τιμωρά γεν, τών άφθονων τών άφθονων τών τιμωρών τών τιμωρών δοτ. τοις ταΐς άφθόνοις τοίς άφθόνοις τοις ταΐς τιμωροΐς τοΐς τιμωροΐς αιτ. τούς τάς άφθονους τά άφθονα τούς τάς τιμωρούς τά τιμωρά κλ. (ώ) άφθονοι (ώ) άφθονα (ώ) τιμωροί (ώ) τιμωρά
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη) όν., αιτ., τώ, κλ. (ώ) άφθόνω, γεν., δοτ. τοΐν άφθόνοιν όν., αιτ., τώ, κλ. (ώ) τιμωρώ, γεν., δοτ. τοΐν τιμωροΐν
Παρατηρήσεις
161. Από τα δευτερόκλιτα επίθετα είναι δικατάληκτα:
α) τα περισσότερα από τα σύνθετα σε -ος: ό, ή άγονος, τό άγονον – 0, ή αθάνατος, τό άθάνατον – ό, ή άκαιρος, τό άκαιρρν – 0, ή άκαρπος, τό α-καρπον – ό, ή αξιόμαχος, τό άξιόμαχον – ό, ή ένδοξος, τό ένδοξον κ.ά.
β) τα απλά επίθετα αίθριος, αιφνίδιος, βάναυσος, βάρβαρος, βάσκανος, βέβηλος, γαμήλιος, δόκιμος, έωλος (- παλιός), ήμερος, ήρεμος, ήσυχος, κίβδηλος, λάβρος, λάλος, χέρσος, τιθασός (= εξημερωμένος, ήμερος)-
γ) μερικά επίθετα σε -ος, που χρησιμοποιούνται (στο αρσεν. και το θηλ.) και ως ουσιαστικά: ό, ή αγωγός, τό άγωγόν (- αυτός που οδηγεί, που φέρνει) – ό, ή βοηθός, τό βοηθόν (= αυτός που βοηθεί) – ό, ή τιμωρός,
to τιμωρόν (= αυτός που τιμωρεί) – ό, ή τύραννος, τό τύραννον (= τυραννι­κός).

2. Συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα
162. Μερικά δευτερόκλιτα επίθετα, που πριν από το χαρακτήρα τους ο έχουν άλλο ο ή ε, συναιρούνται σε όλες τις πτώσεις. Τα επίθετα αυτά λέγονται συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα (πβ. § 99). Από αυτά άλλα είναι τρικατάληκτα (με τρία γένη) και άλλα δικατάληκτα (με τρία γένη).

α) Τρικατάληκτα με τρία γένη
(θ. χρυσεο-)
ον. (χρύαεος) χρυσούς
γεν. (χρυσέου) χρυσού
δοτ. (χρυσέφ) χρυσφ
αιτ. (χρύσεον) χροσοΰν
(θ. χρυσεο) Ενικός αριθμός (χρυσέα) χρυσή (χρυσέας) χρυσής (χρυσέα) χρυσή (χρυαέαν) χροαψ
(θ. χρυσεο-)

(χρύσεον) χρυσούν
(χρυσέου) χρυσού
(χρυσέφ) χρυσφ
(χρύσεον) χρυσοϋν

ον. (χρύσεοι) χρυσοί γεν. (χρυσέων) χρυσών δοτ. (χρυσέοις) χρυσοΐς αιτ. (χρυσέους) χρυσούς
Πληθυντικός αριθμός (χρύσεαι) χρυσαΐ (χρυσέων) χρυσών (χρυαέαις) χρυσαϊς (χρυσέας) χρυαάς

(χρύσεα) χρυσά (χρυσέων) χρυσών (χρυσέοις) χρυσοΐς (χρύσεα) χρυσά
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. (χρυσέω) χρυσά (χρυσέα) χρυσά (χροσέω) χρυσώ γεν., δοτ. (χρυσέοιν) χρυσοΐν (χρυσέαιν) χρυσαϊν (χρυσέοιν) χρυσοϊν
Κατά το (χρόσεος) χροσοΰς κλίνονται: (κοάνεος) κυανοΰς, (κυανέα) κυανή, (κυάνεον) κυανοδν· Λινούς, λινή, λινοΰν· φοινικοΰς, φοινική, φοινικοΰν· χαλκοΰς, χαλκή, χαλκοϋν κ.ά.
Όμοια κλίνονται τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά σε -πλους, -πλή, -πλουν: (άπλόος) άπλοΰς, (άπλόη) άπλή, (άπλόον) άπλοϋν (γεν. τοΰ άπλοΰ, της απλής, τοΰ άπλοΰ κτλ.)· α­πλούς, διπλή, διπλοΰν τριπλοΰς, τριπλή, τριπλοΰν κτλ., καθώς και τα πολλαπλούς, -ή, -οΰν· ποσαπλοΰς, -ή, -οΰν (βλ. § 209).
Κατά το εΰνοος κλίνονται επίθετα σύνθετα με δεύτερο συνθετικό τις λέξεις νους, τάοΰς, βοος, χροΰς- π.χ. άνους, δύσνους, κακόνους, κουφό-νους, σύννοος- άτζλοος, δόσπλους, εΰπλους· εύρους· αχρους, εΰχρους κ.ά.
Παρατηρήσεις
163. Τα συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθετα:
σχηματίζονται όπως και τα αντίστοιχα συνηρημένα ουσιαστικά της β” και της α” κλίσης (βλ. §99 και §92)·
δεν έχουν κλητική.
164. Στα τρικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -οΰς όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στη λήγουσα, ακόμη και όταν δεν τονί­ζεται κανένα από τα φωνήεντα που συναιρούνται (αντίθετα με τον κανό­να § 54): (χρύσεος) χρυσούς – (σιδήρεος) σιδηρούς – (άργύρεαι) άργυραΐ (από αναλογία προς τις πτώσεις που τονίζονται κανονικά στη λήγουσα-πβ. § 100, 2).
165. Στα δικατάληκτα συνηρημένα επίθετα σε -ους:
το οα στο τέλος του πληθ. των ουδετέρων μένει ασυναίρετο: ευ­νοα, ενχροα·
η λήγουσα -οι της ονομ. του πληθ. των αρσενικών λογαριάζεται βραχύχρονη, αν και προκύπτει από συναίρεση: εύνοι, εύπλοι (από αναλο­γία προς τα ασυναίρετα: οί φαΰλοί)·
όλες οι πτώσεις και των τριών γενών τονίζονται στην παραλήγου­σα, ακόμη και όταν η λήγουσα προκύπτει από συναίρεση τονισμένου φωνήεντος: τοΰ (εύνόου) εϋνοο, τών (εύνόων) εΰνων (από αναλογία προς τους τύπους που κανονικά τονίζονται στην παραλήγουσα: εΰνοος -εΰνους, εϋνοοι – εΰνοι κτλ.).
3. Αττικόκλιτα επίθετα
166. Μερικά επίθετα κλίνονται κατά την αττική δεύτερη κλίση (βλ § 101) και λέγονται αττικόκλιτα. Των επιθέτων αυτών το αρσενικό και το θηλυκό λήγει σε -ως και το ουδέτερο σε -ων.

Παραδείγματα
(θ. ίλεω-)
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη) όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) ίλεω – γεν., δοτ. τοΐν ίλεων
Παρατηρήσεις 167. Τα αττικόκλιτα επίθετα:
είναι δικατάληκτα: ό, ή άγήρως, τό άγήρων – ό, ή άξιόχρεως, τό ά-ξιόχρεων – ό, ή λεπτόγεως, τό λεπτόγεων (= αυτός που έχει γη λεπτή, όχι λιπαρή) κ.ά.· τρικατάληκτο είναι μόνο το επίθ. πλέως, πλέα, πλέων (που το θηλυκό του σχηματίζεται κατά την α” κλίση)· αλλά τα σύνθετα του εί­ναι δικατάληκτα: ό, ή έμπλεως, τό έμπλεων-
στην ονομαστ., αιτιατ. κάι κλητ. του πληθυντικού του ουδετέρου έχουν κατάληξη -α κατά τα ουδέτερα της κοινής β» κλίσης: ίλεα, άξιό-χρεα (όπως: δίκαια).

 
14ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ
168. Τα τριτόκλιτα επίθετα διαιρούνται κατά το χαρακτήρα τους, όπως και τα ουσιαστικά, σε φωνηεντόληκτα και συμφωνόληκτα (π.β. § 107).

Α’. Φωνηεντόληκτα επίθετα της γ” κλίσης 169 α) Τρικατάληκτα (σέ -ύς, -εια, -υ)
ϊ-)
(θ. θηλυ- θηλε-)

γεν. δοτ. αιτ. κλ.

βαθύ-ς
βαθέ-ος
βαθεϊ
βαθύ-ν
βαθύ

βαθείας βαθεία βαθεΐαν βαθεϊα
Ενικός αριθμός
βαθύ θήλυ-ς
βαθέ-ος θήλε-ος
βαθεϊ θήλει
βαθύ θήλν-ν
βαθύ θήλυ

θήλεια
θηλείας
θηλεια
θήλειάν
θήλεια

θήλυ
θήλε-ος
θήλα
θήλυ
θήλυ
Πληθυντικός αριθμός
ον. βαθεϊς βαθεϊαι βαθέ-α θήλ&ς θήλειαι θήλεα
γεν. βαθέ-ων βαθειών βαθε-ων θηλέ-ων θηλειών θηλέ-ων
δοτ. βαθέ-σι βαθείαις βαθέ-σι θήλε-σι θηλείαις θήλε-σι
αιτ. βαθύς βαθείας βαθέ-α θήλεις θηλείας θήλε-α
κλ. βαθύς βαθεϊαι βαθέ-α θήλεις θήλειαι θήλε-α
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. τώ, κλ. (ώ) βαθεϊ βαθεία βαθεϊ θήλεχ θηλεία θήλει γεν. δοτ. τοΐν βαθέ-οιν βαθείαιν βαθέ-οιν θηλέ-οιν θηλείαιν θηλέ-οιν
Παρατηρήσεις 170. Τα τρντόκλιτα επίθετα σε -ι>ς, -εια, -ο:
στο αρσεν. (και στο ουδέτερο) είναι γενικώς όξύτονα: βαθός, βα­ρύς, βραδύς, γλυκύς, δασύς, ευθύς, ευρύς, ηδύς, θρασύς, οξύς, παχύς, ταχύς, τραχύς κ.ά.· βαρύτονα είναι μόνο το θήλυς, θήλεια, θήλυ και το ήμισυς, ημίσεια, ήμισυ (γεν. τοΰ ήμίσεος, τής ημισείας, τοΰ ήμίσεος κτλ.)·
παρουσιάζοντας με δύο θέματα: το ένα σε -υ, από το οποίο σχημα­τίζονται η ονομαστ., αιτιατ. και κλητ. του ενικού του αρσεν. και του ου­δετέρου, και το άλλο σε -ε, από το οποίο σχηματίζονται όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γενών·
συναιρούν το χαρακτήρα ε με το ακόλουθο ε ή ί σε εν το ήμισυς συναιρεί πολλές φορές και το ε+α στο τέλος του ουδετέρου σε -η: τά ημί­σεα και τα ημίση.
την κλητ. του ενικού του αρσεν. τη σχηματίζουν χωρίς κατάληξη -ς (ώ βαθύ, ώ ταχύ, ώ θήλυ, ώ ήμισυ) και την αιτιατ. του πληθ. όμοια με την ονομαστική (τούς βαθεΐς, τούς ταχείς- πβ. § 112, 4: τούς πήχεις),
το θηλυκό το σχηματίζουν με την κατάληξη -ja: βαθέ-ja, όπου το ε+/ συναιρείται σε -ε*; βαθεία.
Ρ) Δικατάληκτα (σε -ύς, -ύ, γεν. -υος ή -εος)
171. Κατά την γ” κλίση κλίνονται και μερικά σύνθετα δικατάληκτα επίθετα σε -υς (αρσ. και θηλ.), -υ (ουδέτ.), γεν. -υος ή -εος, με β” συνθετι­κό ουσιαστικό φωνηεντόληκτο σε -υς (γεν. -υος ή -εως).
Παραδείγματα
(θ. εύβοτρυ-)
(θ. διπηχο-, διπηχε-)

 

ή εΰβοτρυ-ς της εύβότρυ-ος εύβότρυ-ϊ εδβοτρν-ν εδβοτρο
Ενικός αριθμός
τό εύβοτρυ
τοΰ εύβότρυ-ος
τφ εύβότρυ-ϊ
τό εύβοτρυ
(ώ) εύβοτρυ

ή δίπηχυ-ς
τής διπήχε-ος
τή διπήχει
τήν δίπηχυν
(ώ) διπηχο

γεν. των εοβοτρυ-ων
δοτ. τοις ταΐς εοβότρυ-σι
αιτ. τούς τάς εύβότρυ-ς
κλ. (ώ) εύβότρυ-ες
τών εύβοτρύ-ων
τοις εύβότρυ-σι
τά εύβότρυ-α
(ώ) εύβότρυ-α

of αί διπήχεις
τών διπηχέ-ων
τοις ταΐς διπήχε-σι
τους τάς διπήχεις
(ώ) διπήχεις

Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός Δυϊκ. αρ. και για τα 3 γένη
ον. τό δίπηχυ τά διπήχε-α και διπήχη όν., αιτ., κλ.εΰβότρυ-ε
γεν. του διπήχε-ος τών διπηχέ-ων γεν., δοτ. ευβοτρύ-οιν
δοτ. τώ διπήχει τοις διπήχε-σι όν., αιτ., κλ,διπήχει
αιτ. τό δίπηχυ τά διπήχε-α (-η) γεν., δοτ. διπηχέ-οιν
κλ. (ώ) δίπηχυ (ώ) διπήχε-α (-η)
Κατά το εδβοτρος (- αυτός που έχει άφθονα σταφύλια) κλίνονται: πολόιχθυς, φιΤ,ι-χθυς· λεύκοφρυς, σόνοφρυς· άδακρος, πολύδακρυς, φιλόόακρυς κ.ά.
Κατά το δίπηχος κλίνονται: τρίπηχος, τετράπηχυς κτλ., διπέλεκυς, τριπέλεκος κτλ.
Β’. Συμφωνόληκτα επίθετα της γ” κλίσης I. Αφωνόληκτα

α) Τρικατάληκτα
172. 1. Σε -ας, -ασα,
(θ. παντ-)
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός αριθμός
ον. πας γεν. παντ-ός δοτ. παντ-ϊ αιτ. πάντα κλ. πάς
πασα
πάσης
πάση
πάσαν
πάσα
παν
παντ-ός παντ-ί πάν πάν’
παντ-ες
πάντ-ων
πασι
πάντ-ας
πάντ-ες
πασαι
πασών
πάσαις
πάσας
πάσαι
παντ-α
πάντ-ων
πάσι
πάντ-α
πάντ-α
Όμοια κλίνονται: άπας, άπασα, άπαν- σόμπας, σύμπασα, σύμπαν- άπαξάπας, άπ< πασα, άπαξάπαν.
173- 2. Σε -ε/ς, -εσσα, -εν
(θ. χαριεντ-, χαριετ)
Ενικός αριθμός
Πληθυντικός αριθμός

ον. χαρίεις χαριεσσα χαριεν χαριεντ-ες
γεν. χαρίεντ-ος χαριέσσης χαρίενζ-ος χαριέντ-ων
δοτ. χαρίεντ-ι χαριέσση χαρίεντ-ι χαρίεσι
αιτ. χαρίεντ-α χαρίεσσαν χαριεν χαρίεντ-ας
κλ. χαριεν χαριεσσα χαριεν χαρίεντ-ες
Δυϊκός αριθμός θηλ. χαριεσσα θηλ. χαριέσσαιν
χαριεοοαι χαρίεντ-α
χαριεσσών χαριέντ-ων
χαριέσσαις χαρίεσι
χαριέσσας χαρίεντ-α
χαρίεσσαι χαρίεντ-α

ουδ. χαρίεντ-ε ουδ. χαριέντ-οιν
λύ άνεμο ή γρήγορος όπως ο άνεμος), ίχθυόεις, ύλήεις (= γεμάτος δάση), φωνήεις αυ­τός που έχει φωνή) κ.ά.

174. 3 Σε -ων, -ουσα, -ον
(θ. άκοντ)
Ενικός αριθμός
ον. άκων άκουσα
γεν. άκοντος ακούσης
δοτ. άκοντ-ι άκούστ}
αιτ. άκοντ-α άκουσαν
κλ. άκον άκουσα

όν., αιτ., κλ. αρσ. άκοντ-ε γεν., δοτ. αρσ. άκόντ-οιν

ακουσαι
άκουσών
άκούσαις
άκουσας
άκουσαι
Πληθυντικός αριθμός
ακον ακοντ-ες
άκοντ-ος άκόντ-ων
άκοντ-ι άκουσι
άκον άκοντ-ας
άκον άκοντ-ες
Δυϊκός αριθμός θηλ. άκουσα θηλ. άκούσαιν
Κατά το άκων (= μη θέλοντας, ακούσιος) κλίνεται και τ λοντας, εκούσιος), γεν. έκόντ-ος, έκούσης, έκόντ-ος κτλ.
■ εκών, έκονσα, έκόν (= θέ-

β) Δικατάληκτα
175. Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ” κλίσης είναι δικατάληκτα με τρία γένη. Αυτά είναι σύνθετα με β” συνθετικό ουσιαστικό τριτόκλιτο αφωνόληκτο (χάρις, έλπίς, πούς, οδούς κ.ά) και κλίνονται συνήθως όπως το β” συνθετικό τους:
ό, ή εύχαρις, τό εύχαρι· γεν. εΰχάριτ-ος· δοτ. εύχάριτ-ι· αιτ. τόν, τήν εϋχαρι-ν, τό εύχαρι – οί, αίεύχάριτ-ες, τά εύχάριτ-α- γεν. τών εύχαρίτ-ων-δοτ. εοχάρι-σι κτλ.-
ό, ή εΰελπις, τό εύελπι- γεν. εοέλπιδ-ος- δοτ. εύέλπιδ-ι· αιτ. τόν, τήν εύελπι-ν, τό εύελπι- κλ. αρσ. και θηλ. ώ εύελπις, ούδ. ώ εύελπι – οί, αί εύέλπιδ-ες, τά εύέλπιδ-α· γεν. τών εύελπίδ-ων, δοτ. τοις εύέλπι-σι κτλ.·
ό, ή δίποος, τό δίπουν γεν. δίποδ~ος· δοτ. δίποδ-ι· αιτ. τόν, τήν δίποδ-α (και δίπουν), τό δίπουν- κλ. αρσ. και θηλ. ώ δίπους, ουδ. ώ δίπου
οί, αί δίποδες, τά δίποδ-α- γεν. τών διπόδ-ων- δοτ. δίποσι κτλ.-
4) ό, ή μονόδους, τό μονόδουν· γεν. μονόδοντ-ος· δοτ. μονόδοντ-ι-, αιτ. τόν, τήν μονοδοντ-α, τό μονόδουν κτλ. – οί, αί μονόδοντ-ες, τά μονόδοντ-α-γεν. τών μονοδόντ-ων- δοτ. μονόδουσι κτλ.
Όμοια κλίνονται: άχαρις, άπελπις, φέρελπις, άπους, μονόπους, τριπους κτλ.
γ) Μονοκατάληκτα (με δύο γένη)
176. Μερικά αφωνόληκτα επίθετα της γ” κλίσης, απλά ή σύνθετα, εί­ναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. Αυτά κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ” κλίσης:
ό, ή βλάξ, γεν. βλακ-ός κτλ.· ό, ή κόλαξ, γεν. κόλακ-ος κτλ.· ό, ή άρ-παξ, γεν. άρπαγος κτλ- ό, ή γαμψώνυξ, γεν. γαμψώνυχ-ος κτλ.· ό, ή λο-γάς, γεν. λογάδ-ος κτλ· δ, ή μιγάς, γεν. μιγάδ-ος κτλ.· ό\ ^ <ρι>γάς, γεν. φυγάδ-ος κτλ.· d, ^ άπαίς, γεν. απαιδ-ος κτλ.· d, ^ πένης, γεν. πένητ-ος κτλ.· d, ί? ήμιθνής, γεν. ήμιθνήτ-ος κτλ.· d, ^ ά^νώς (= άγνωστος ή αυτός που αγνοεί), γεν. άγνώτ-ος κτλ. · d, φιλόγελως, γεν. ^Αο^έίωτ-σς κτλ. (αλλά και κατά την αττική β” κλίση: ό, ή φιλόγελως, γεν. φιλόγελω, δοτ. φιλόγελφ κτλ.).
II. Ενρινόληκτα και υγρόληκτα
177. α) Τρικατάληκτα
(θ. μελαν-)
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ο ν. μέλας
γεν. μέλαν-ος
δοτ. μέλαν-ι
αιτ. μέλαν-α
κλ. μέλαν
μέλαινα
μέλαινης
μελαίνη
μέλαιναν
μέλαινα
μέλαν
μέλαν-ος
μέλαν-ι
μέλαν
μέλαν
μέλαν-ες
μελάν-ων
μέλα-σι
μέλαν-ας
μέλαν-ες
μέλαιναι
μελαίνων
μελαίναις
μέλαινας
μέλαιναι
μέλαν-α
μελάν-ων
μέλα-σι
μέλαν-α
μέλανα
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ., κλ. αρσ. μέλαν-ε θηλ. μέλαινα ουδ. μέλαν-ε
γεν., δοτ. αρσ. μελάν-οιν θηλ. μελαίναιν ουδ. μελάν-οιν
Όμοια κλίνεται και το επίθετο ό τάλας, ή τάλαινα, το τάλαν (γεν. row τάλαν-ος, της ταλαίνης, τοΰ τάλαν-ος κτλ.).
Παρατηρήσεις
177α. Σε όλα τα τριτόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα το θηλυκό: ί) λήγει σε -α βραχύχρονο: βαθύς, βαθεία· πάς, πάσα- εκών, έκοΰσα· μέλας, μέλαινά’
2) στη γεν. του πληθ. τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα: τών βαθειών, πασών, έκουσών, μελαίνων (πβ. § 159,2).
οί

 

γεν. δοτ. αιτ. κλ.
γεν. δοτ. αιτ. κλ.
ή
της τη τήν (ω)

αϊ τών τοις ταΐς τούς τάς (ώ)
178. β) Δικατάληκτα
(θ. εύδαιμον-)
Ενικός αριθμός
ευδαίμων το εύδαιμον
εύδαίμον-ος τοΰ εύδαίμον-ος
εύδαίμον-ι τω εύδαίμον-ι
εύδαίμον-α τό εύδαιμον
εύδαιμον (ώ) εύδαιμον
των τοίς τά (ώ)
Πληθυντικός αριθμός
εύδαίμον-ες τά εύδαίμον-α
εύδαιμόν-ων εύδαίμο-σι εύδαίμον-α εύδαίμον-α
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη) αιτ., κλ. εύδαίμον-ε , δοτ. εύδαιμόν-οιν
(θ. σώφρον-)
Ενικός αριθμός
ον. ό ή σώφρων τό σώφρον
γεν. τοΰ της σώφρονος τοΰ σώφρον-ος
δοτ. τω τή σώφρον-ι τω σώφρον-ι
αιτ. τόν τήν σώφρον-α τό σώφρον
κλ. (ω) σώφρον (ώ) σώφρον
Πληθυντικός αριθμός
ον. οί αί σώφρον-ες τά σώφρονα
γεν. τών σωφρόν-ων τών σωφρόν-ων
δοτ. τοις ταΐς σώφρο-σι τοις σώφρο-σι
αιτ. τους τάς σώφρον-ας τά σώφρον-α
κλ. (ώ) σώφρονες (ώ) σώφρονα
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
όν., αιτ., κλ. σώφρον-ε γεν., δοτ. σωφρόν-οιν
Όμοια κλίνονται τα επίθετα 1) σε -ων,-ον (γεν. -ονος): ό, ή κακοδαίμων, ιό κακόδαι-μον- ό, ή άγνώμων, τό άγνωμον ο, ή εύσχημων, τό εοσχημον- ό, ή μεγαλοπράγμων, τό μεγα-λόπραγμον· ό, ή ελεήμων, τό έλεήμον ό, ή μνήμων, τό μνήμον ό, ή άφρων, τό άφρον- ό, ή μεγαλόφρων, τό μεγαλόφρον κ.ά.-
σε -ην, -εν (γεν. -ενος): ό, ή άρρην, τό άρρεν (γεν. άρρενος, δοτ. ά’ρρενι, αιτ. τόν, τήν-άρρενα, τό άρρεν, κλ. ώ άρρεν και για τα τρία γένη- οι», αί άρρενες, τά άρρενα, γεν. τών αρ­ρένων, δοτ. τοΓς, ταΐς άρρεαι, αιτ. τσιίς, τάς άρρενας, τά άρρενα, κλ. ώ άρρενες, ώ άρρενα)-
σέ -ωρ, -ορ (γεν. -ορός): ό, ή άπάτωρ, το άπάτορ (γεν. άπάτορος, δοτ. άπάτορι, αιτ. τόν, τήν άπάτορα, τό άπάτορ, κλ. ώ άπάτορ και για τα τρία γένη- οί, αί άπάτορες, γεν. τών άπατόρων, δοτ. άπάτορσι, αιτ. τούς, τάς άπάτορας, τά άπάτορα, κλ. ω άπάτορες, ω άπάτο­ρα)· έτσι και ό, ή άμήτωρ, τό άμήτορ κ.ά.

Παρατηρήσεις
179. Τα δικατάληκτα ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ” κλί­σης:
ί) έχουν αρχικό θέμα σε -ον, -εν, -ορ (εύδαιμον-, άρρεν-, άπατορ-), αλ­λά στην ονομ. του ενικού του αρσεν. και θηλ. δεν παίρνουν κατάληξη και το βραχύχρονο φωνήεν που είναι πριν από το χαρακτήρα το εκτεί­νουν σε μακρόχρονο, το ο σε ω~και το ε σε η: (εύδαιμον-) ευδαίμων, (άρρεν-) άρρην, (άπατορ-) άπάτωρ-
έχουν την κλητ. του ενικού όμοια με το αρχικό θέμα: ώ έλεήμον, ώ άρρεν, ώ άπάτορ (πβ. § 128, 2)-
όταν είναι σύνθετα σε -ων (γεν. -ονος) κανονικά στην κλητ. του ενικού του αρσεν. και του θηλ. και στην ονομ., αιτιατ. και κλητ. του ενι­κού του ουδετέρου ανεβάζουν τον τόνο, όχι όμως πιο πάνω από την τε­λευταία συλλαβή του α” συνθετικού: ευδαίμων, ώ εύδαιμον – τό εύδαι­μον· ευγνώμων, ώ εύ’γνωμον – τό εΰγνωμον- μεγαλοπράγμων, ώ μεγαλό-πραγμον – τό μεγαλόπραγμον (αλλά: μεγαλόφρων, ώ μεγαλόφρον – τό με-γαλόφρον- επίσης και αμνήμων, ώ άμνήμον – τό άμνήμον κ.ά.). Πβ. § 39, 5.
γ) Μονοκατάληκτα (με δύο γένη)
180. Μερικά ενρινόληκτα και υγρόληκτα επίθετα της γ” κλίσης είναι μονοκατάληκτα με δύο γένη. Αυτά είναι απλά ή σύνθετα με β” συνθετικό τριτόκλιτο ενρινόληκτο ή υγρόληκτο και κλίνονται όπως τα αντίστοιχα ουσιαστικά της γ” κλίσης: ό, ή μάκαρ (= μακάριος, ευτυχισμένος), γεν. μάκαρ-ος, δοτ. μάκαρ-ι, αιτ. μάκαρ-α κτλ. -ό, ή άχειρ, γεν. άχειρ-ος, δοτ. άχειρ-ι, αιτ. άχειρ-α κτλ. – ό, ή μακρόχειρ, γεν. μακρόχειρ-ος, δοτ. μακρόχειρ-ι, αιτ. μακρόχειρ-α κτλ. – ό, ή ύψαύχην, γεν. ύψαόχεν-ος, δοτ. ύψαύχεν-ι, αιτ. ύψαύχεν-α κτλ. (πβ. § 176).

III. Σιγμόληκτα δικατάληκτα (αρσ. και θηλ. σε -ης, ουδ. σε -ες)
181. (θ. άληθεσ-)
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ον. ό ή αληθής τό αληθές οί αί αληθείς τά αληθή γεν. τοΰ της αληθούς τοΰ αληθούς τών αληθών τών αληθών δοτ. τώ τή άληθεί τω άληθεΐ τοις ταΐς άληθέσι τοΐς άληθέσι αιτ. τόν τήν αληθή τό αληθές τούς τάς αληθείς τά αληθή κλ. (ώ) αληθές (ώ) αληθές “ (ώ) αληθείς (ώ) αληθή
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη) όν., αιτ., κλ. άληθεϊ γεν., δοτ. άληθοϊν

(θ. πληρεσ-)
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ον. ό ή πλήρης τό πλήρες οί αί πλήρεις τά πλήρη
γεν. τού» τής πλήρους τοΰ πλήρους τών πλήρων τών πλήρων
δοτ. τώ τή πλήρει τφ πλήρει τοις ταϊς πλήρεσι τοις πλήρεσι
αιτ. τόν τήν πλήρη τό πλήρες τους τάς πλήρεις τά πλήρη
κλ. (ώ) πλήρες (ώ) πλήρες (ώ) πλήρεις (ώ) πλήρη
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη) όν., αιτ., κλ. πλήρει γεν., δοτ. πλήροιν

(θ. σονηθεσ-)
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ον. ο ή συνήθης τό σύνηθες οί αί συνήθεις” τά συνήθη
γεν. τοΰ τής συνήθους τοΰ συνήθους τοΐν συνήθων τών συνήθοιν
δοτ. τώ τή συνήθει τφ συνήθει τοις ταΐς αυνήθεσι τοΐς συνήθεσι
αιτ. τόν τήν συνήθη τό σύνηθες τούς τάς συνήθεις τά συνήθη
κλ. (ώ) σύνηθες (ώ) σύνηθες (ώ) συνήθεις (ώ) συνήθη
Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη) όν., αιτ., κλ. συνήθει γεν., δοτ. συνήθοιν

Κατά to αληθής κλίνονται πολλά οξύτονα: αγενής, ακριβής, ασεβής, ασθενής, αμελής, άτυχης, δυστυχής, επιμελής, ευγενής, ευσεβής, ευτυχής, σαφής, ψευδής κ.ά.
Κατά το πλήρης κλίνονται επίθετα: σε -ήρης: ό, ή μονήρης, τό μονήρες- ό, ή ξιφήρης, τό ξιφήρες· ό, ή ποδήρης, τό ποδήρες κ.ά. – σε -ώδης: ό, ή δυσώδης, τό δυσώδεζ- ό, ή ευώδης, τό ευώδες – σε -ώλης: δ, ή εξώλης, τό εξώλες (= εντελώς χαμένος)· ό, ή προώ­λης, το προώλες (= από πριν χαμένος, άξιος να χαθεί πριν από την ώρα του)· ό, ή πανοΊ-λης, τό πανώλες {- εντελώς χαμένος- και με.ενεργ. σημ.: αυτός που καταστρέφει τα πάν­τα) κ.ά.
Κατά το συνήθης κλίνονται επίθετα: σε -ήβης: ό, ή εΰήθης. τό εϋηθες (= αγαθός^ απλοϊκός, ανόητος)- ό, ή χρηστοήθης, τό χρηστόηθες κ.ά.- σε -έθης: ό, ή ευμεγέθης, τό ευ­μέγεθες· ό, ή παμμεγέθης, τό παμμέγεθες κ.ά. -σε -άντης: ό, ή ανάντης, τό άναντες (= ανη­φορικός)- ό, ή κατάντης, τό κάταντες (= κατηφορικός)- ό, ή προσάντης, τό πρόσαντες\\ = ανηφορικός, απόκρημνος) κ,ά. Επίσης τα επίθετα ό, ή αυθάδης, τό αϋθαδες· ό, ή αύτο\ρ-κης, τό αϋταρκες κ.ά.
Παρατηρήσεις
182. Τα σιγμόληκτα επίθετα τής γ” κλίσης σε -ης, -ες έχουν θέμα σε -εσ-.
Στα επίθετα αυτά:
η ενική ονομαστική του αρσενικού και του θηλ. σχηματίζεται χω­ρίς κατάληξη, αλλά το βραχύχρονο φων. ε που είναι πριν από το χαρα­κτήρα εκτείνεται σε η: θ. άληθεσ- = ό, ή αληθής· θ. συνηθεσ- = ό, ή συνή­θης- θ. πληρεσ- – ό, ή πλήρης- όλες οι άλλες πτώσεις και των τριών γε­νών σχηματίζονται από το θέμα σε -εσ-, αλλά ο χαρακτ. σ ανάμεσα στα δύο φωνήεντα αποβάλλεται, και τα δύο αυτά φωνήεντα συναιρούνται (θ. άληθεσ-: άληθέσ-ος, άληθέ-ος = αληθούς- θ. συνηθεσ-: συνήθεσ-α συνήθε-α = συνήθη κτλ., βλ. § 64, 1· πβ. § 134, 3 και § 137, 3)-
η ενική κλητική του αρσενικού και του θηλυκού και η ενική ονο­μαστική, αιτ. και κλητ. του ουδετέρου είναι όμοιες με το θέμα (χωρίς κα­τάληξη): ώ επιμελές, τό επιμελές·
η δοτ. του πληθ. σχηματίζεται με απλοποίηση των δύο σ: τοις άληθέσ-σι – άληθέσι (πβ. § 137, 4)·
η αιτιατ. του πληθ. στο αρσενικό και το θηλ. είναι όμοια με την ονομαστική του πληθ.: οι αληθείς – τούς αληθείς (πβ. § 112, 4 και § 170, 4).
183. Τα βαρύτονα σιγμόληκτα επίθ. της γ” κλίσης σε -ης, -ες:
1) στην ενική κλητ. του αρσενικού και του θηλ. και στην ενική ονο-
μαστ., αιτιατική και κλητ. του ουδετέρου ανεβάζουν τον τόνο (αν είναι
υπερδισύλλαβα): ό, ή συνήθης, ώ σύνηθες – τό σύνηθες- ό, ή αυθάδης, ώ
αϋθαδες – τό αϋθαδες· δσα όμως λήγουν σε -ώδης, -ώλης, -ήρης
τό ευώδες· ό, ή εξώλης, ώ εξώλες – τό εξώλες· ό, ή ποδήρης, ώ ποδήρες – τό ποδήρες·
2) στη γεν. του πληθ. τονίζονται στην παραλήγουσα αντίθετα με τον
κανόνα (§ 54) από αναλογία πρός τη γεν. του ενικού: τών συνηθέσ-ων, συνηθέ-ων – συνήθων (όπως του συνήθους)· τών πληρέσ-ων, πληρέ-ων = πλήρων (όπως τοΰ πλήρους)- τών εύωδέσ-ων, εΰωδέ-ων = εύώδων (όπως τοΰ ευώδους).

 
15ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΝΩΜΑΛΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

184. Τα πιο συνηθισμένα ανώμαλα επίθετα της αρχαίας ελληνικής εί­ναι τα ακόλουθα πέντε:

1. πολύς, πολλή, πολύ (ετερόκλιτο· πβ. § 149)
(θ. πολυ- και πολλο-)
2. μέγας, μεγάλη, μέγα (ετερόκλιτο· πβ. § 149)
(θ. μέγα- και μεγάλο-)
Ενικός αριθμός ον. μέγα-ς μεγάλη
μέγα
μεγάλοι
Πληθυντικός αριθμός μεγάλοι μεγάλα
γεν. μεγάλου μεγάλης μεγάλου μεγάλων μεγάλων μεγάλων
δοτ. μεγάλφ μεγάλη μεγάλφ αιτ. μέγα-ν μεγάλην μέγα κλ. μέγα μεγάλη μέγα
μεγάλοις μεγάλαις μεγάλοις μεγάλους μεγάλος μεγάλα μεγάλοι μεγάλοι μεγάλα
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ., κλ. αρσ. μεγάλω θηλ. μεγάλα ουδ. μεγάλω γεν., δοτ. αΡσ· βε?άλοιν θηλ. μεγάλαιν 0υδ. μεγάλοιν
3. πράος, πραεΐα, πράον (ετερόκλιτο· πβ. § 149)
(θ. πραο- και πραε-)
Ενικός αριθμός
ον. πράος πραεΐα πράον πράοι
γεν. πράου πραείας πράου πραε-ων
δοτ. πράφ πραεΐα πράω πραέ-σι
αιτ. πράον πραεΐαν πράον πράους
κλ. πράε πραεΐα πράον πράοι

πραε-α πραέ-α
Πληθυντικός αριθμός πραεΐαι πραέ-α πραειών πραέ-ων πραείαις πραέ-σι
πραειας πραεΐαι
όν., αιτ., κλ. αρσ. πράω
Δυικός αριθμός θηλ. πραεΐα ουδ-. πράω γεν., δοτ. αρσ. πράοιν θηλ. πραείαιν ουδ. πράοιν
4. ο σώς, η σώς, το σων (ελλειπτικό· πβ. § 153)
(θ. σα- και σω-)
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ον. ο η σως το αιτ. τόν τήν σων τό
σων σων
οί αί σφ τά (σά-α) σά τούς τάς σώς τά (σά-α) σά
5. ο φρούδος, η φρούδη, το φροΰδον (ελλειπτικό· πβ. § 153)
Ενικός: ο φραΰδος ή φρούδη (και ή φρούδος) τό φροΰδον Πληθυντ.: οί φρούδοι αί φροοδαι (και αί φρούδοι) τά φρούδα

 

Ι6ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ
185. Οι μετοχές (βλ. § 251,β) κλίνονται σαν τρικατάληκτα επίθετα με τρία γένη και είναι δεοτερόκλιτες ή τριτόκλιτες.
α) Μετοχές δευτερόκλιτες 186. Οι δευτερόκλιτες μετοχές λήγουν σε -μένος, -μένη, -μενον και
κλίνονται όπως τα επίθετα σε -ος, -η, -ον (πβ. § 158, σοφός, -ή, -όν- ξένος, ξένη, ξένον): λυόμενος, λυομένη, λυόμενον· γεν. λυομένου, λυομένης, λυομέ­νου κτλ. – λυσόμενος, λυσομένη, λοσόμενον· γεν. λυσομένου, λυσομένης, λυσομένου κτλ.
Έτσι και: λυσάμενος, λυσαμένη, λυσάμενον- λελυμένος, λελυμένη, λελυ-μένον τιμώμενος, τιμώμενη, τιμώμενον· ποιούμενος, ποιούμενη, ποιούμε-νον· δηλούμενος, δηλούμενη, δηλούμενον· δεικνύμενος, δεικνυμένη, δεικνύ-μενον· τιθέμενος, τιθεμένη, τιθέμενον κτλ.
β) Μετοχές τριτόκλιτες. 187. Οι τριτόκλιτες μετοχές λήγουν:
1) σε -ας, -ασά, -δν (πβ. § 172: πας, πασα, παν – άπας, άπασα, άπαν):
Ενικ. ον. λύσας, λύσασα, λδσαν ίστάς, ίστάσα, ίστάν
γεν. λύσαντος, λυσάσης^ ίστάντος, ίστάσης,
λύσαντος κτλ. ίστάντος κτλ.
κλ. ώ λύσας, λύσασα, λϋσαν ίστάς, ίστάσα, ίστάν
Πληθ. ον. λόσαντες, λόσασαι, λόσαντα
γεν. λυσάντων, λυαασώ ν, λυσάντων δοτ. λόσασι, λυσάσαις, λύσασι κτλ.
Δυϊκ. τώ λόσαντε, λυσάσα, λύσαντε
τοΐν λυσάντοιν, λυσάσαιν,λυσάντοιν
ίστάντες, ίστάσαι, ίστάντα ίστάντων, ίστασών, ίστάντων ίστασι, ίστάσαις, ίστασι κτλ. ίστάντε, ίστάσα, ίστάντε ίοτάντοιν, ίστάσαιν, ίστάντοιν

Έτσι και: γράψας, γράψασα, γράψαν μείνας, μείνασα, μεϊναν άγγείλας, άγγείλααα, άγ-γεΐλαν κ.ά.
Έτσι και: εμπιμπλάς, -άσα, -άν
βάς, βάσα, βάν άπο&ράς, άποδρασα, άποδράν
σε -είς, -εΐσα, -έν (πβ. § 173: χαρίεις, χαρίεσοα, χαριεν):
Ενικ. ον λυθείς, λυθεΐσα, λοθεν Πληθ ον. λυθέντες, λυθεΐσαι,
λυθέντα
γεν λυθέντος, λυθείσης, γεν. λυθέντων, λυθεισών
λυθέντος κτλ. λυθέντων
δοτ. λυθεΐσι, λοθείααις, λυθεΐσι κτλ.
κλ. (ώ) λυθείς, λυθεΐσα, λυθέν
Δυϊκ. τώ λυθέντε, λυθεΐσα, τοΐν λυθέντοιν, λυθείσαιν
λυθέντε λυθέντοιν Έτσι και: γραφείς, γραφεϊσα, γραφέν – πληγείς, πληγείσα, τιληγέν
τιθείς, τιθεϊσα, τιθέν – ίείς, ίεΐσα, ίέν
βυείς, βοεϊσα, βοέν κ.ά.
σε -ούς, -οΰσα, -όν (πβ. § 122, δ: δ οδούς, τοΰ οδόντος):
Ενικ. ον. διδοός, δίδουσα, διδόν Πληθ. ον. δίδοντες, διδοοσαι,
δίδοντα
■γεν. διδόντος,’διδσύσης, γεν. διδόντων, διδουσών.
δίδοντος κτλ. διδόντων
δοτ. διδουσι, διδούσαις, διδουαι κτλ.
κλ. (ώ) διδούς, δίδουσα, διδόν
Δυϊκ. τώ διδόντε, δίδουσα, τοΐν διδόντοιν, διδούσαιν,
διδόντε διδόντοιν
Έτσι και: (του άλίσκομαι μετ. αορ. β’) όλους, άλοϋσα, άλόν
(του γιγνώσκω μετ. αορ. β’) γνούς, γνοΰσα, γνόν
(τοΰ ζω μετ. αορ. β’) βιούς, βιοϋσα, βιόν κ.ά.
4) σε -ύς, -Οσα, -ύν (πβ. § 122, ί ίκ. ον. δεικνΰς, δεικνϋσα, δεικνΰν γεν. δεικνΰντος, δεικνύσης, δεικνόντος κτλ.
ίμάς, ίμάντος): Πληθ. ον.
δεικνόντες, δεικνϋ-σαι, δεικνυντα δεικνύντων, δεικνν-σών, δεικνύντων δεικνοσι, δεικνόσαις, δεικνοσι κτλ.
(ώ) δεικνύς, δεικνϋσα, δεικνΰν
δεικνΰντε, δεικνόσα, δεικνύντε δεικνύντοιν, δεικνύ-σαιν, δεικνύντοιν
Έτσι και: (του άπόλλυμι μετ. ενεστ.) άπολλός, άπολλϋσα, άπολλΰν (του δύομαι μετ. αορ. β’), δός, δΰσα, δΰν (του φύομαι μετ. αορ. β’), φυς, φΰσα, φΰν κ.ά.

σε -ων, -ουσα, -ον (πβ. § 174: άκων, άκουσα, άκον – εκών, έκοΰσα, έκόν):
Ενικ. ον. λόων, λάουσα, λυον γεν. λύοντος, λυούσης,
λόοντος κτλ. κλ. (ώ) λύων, λύουσα, λΰον
Πληθ. ον. λόοντες, λόουσαι,
λύοντα γεν. λυόντων, λυουσών,
λυόντων δοτ. λύουσι, λοούσαις,
λύουσι κτλ. Δυϊκ. τώ λύοντε, λυούσα
λύοντε τοΐν λυόντοιν, λυούσαιν,
λυόντοιν
Ενικ. ον. φυγών, φυγοϋσα, φυγόν γεν. φογόντος, φυγοόσης,
φυγόντος κτλ. κλ. (ώ) φυγών, φυγουσα,
φυγόν
Πληθ. ον. φυγόντες, φυγοϋσαι
φυγόντα γεν. φογόντων, φυγουσών,
φυγόντων δοτ. φυγοϋσι, φυγούσαις,
φυγοΰσι κτλ. Δυϊκ. τώ φυγόντε, φυγουσα
φυγόντε τοιν φυγόντοιν, φυγούσαιν,
φυγόντοιν
Έτοι και: λάσων, λόσοοσα, λΰσον Έτσι και: (ειμί) ών, ούσα, δν
γράφων, γράφουσα, γράφον (αίρω) ελών, έλουσα, έλόν
γράψων, γράφουσα, γράψον (άρω) ΐδών, (δοΰσα, ίδόν κ.ά.
κ.ά.
6) σε -ά>ν, -ώσα, -ών (πβ. § 122, ε: Ξενοφών -ώντος):
ον. τιμών, τιμόοσα, τιμών
γεν. τιμώντος, τιμώσης, τιμώντος κτλ.
κλ. (ώ) τιμών, τιμώσα, τιμών
τώ τιμώντέ, τιμώσα, τιμώντε
Πληθ. ον. τί^ώντες», τιμώσαι,
τιμώντα γεν. τιμώντων, τιμωσών,
τιμώντων δοτ. τιμώσι, τιμώσαις,
τιμώσι κτλ. τοΐν τιμώντοιν, τιμώσαιν,
τιμώντοιν
Έτσι και: όρών,όρώσα, ορών – φοιτών, φοιτώσα, φοιτών κ.ά.
όμοια και (του έλαύνω μετ. μέλλ.) ελών, έλώσα, ελών κ.ά.

7) σε -ών, -οΰοα, -οΰν (πβ. § 122, <5: πλακοϋς -οΰντος)·»
Ενικ. ον. δηλών, δηλοοσα,
δηλουν γεν. δηλούντος, δηλούσης,
δηλούντος κτλ. κλ. (ώ) δηλών, δηλοοσα,
δηλοΰν
Δυϊκ. τώ δηλοΰντε, δηλοοσα, δηλοΰντε.
Πληθ. ον. δηλούντες, δηλοΰσαι,
δηλούντα γεν. δηλούντοιν, δηλουσών,
δηλούντων δοτ. δηλοΰσι, δηλούσαις,
δηλουσι κτλ. τοιν δηλούντοιν, δηλούσαιν,
δηλούντοιν
Έτσι και: ποιών, ποιούσα, ποιούν – ελευθέρων, έλευθεροΰσα, έλευθεροϋν – άγγελών, άγγε-λοοσα, άγγελοϋν – μενών, μένουσα, μένουν κ.ά.

8) σε -ώς, -υΐα, -ός: λελοκώς, λελοκυϊα, λελοκός που κλίνεται έτσι:
(θ. λελυκοτ-) (θ. λελοκυσ-) (θ. λελυκοτ-)
ον. λελοκώς
γεν. λελυκότος
δοτ. λελυκότι
αιτ. λελυκότα
κλ. λελυκώς
Ενικός αριθμός λελοκοϊα λελοκοίας λελοκοϊα λελυκοΐαν λελυκυια
λελυκός
λελυκότος
λελυκότι
λελυκός
λελυκός

ον. λελυκότες γεν. λελυκότων δοτ. λελυκόσι κτλ.
Πληθυντικός αριθμός λελυκυϊαι λελυκυιών λελυκυιαις κτλ.

λελυκότα λελυκότων λελυκόσι κτλ.
Δυϊκός αριθμός όν., αιτ., κλ. λελυκότε λελυκυια γεν., δοτ. λελοκότοιν λελυκυίαιν

λελυκότε λελοκότοιν
Έτσι και: ήγγελκώς, -κοϊα, -κός· γεγραφώς, γεγραφυΐα, γεγραψός-
(του άχρ. ρ. είκω = μοιάζω- παρακ. Εοικα) εΐκώς, είκοΐα, εικός-
(του αποθνήσκω, παρακ. τέθνηκα) τεθνηκώς -κοΐα, -κός·
(του άχρ. ρ. δείδω = φοβούμαι, παρακ. δέδσικα) δεδοικώς, -κνΐα, -κός ή δε-
διώς, δεδιοΐα, δεδιός· (του ρ. οϊδα – γνωρίζω) εΐδώς, είδυία, είδος-
(του ρ. γίγνομαι) γεγονώς, γεγονοΐα, γεγονός κ.ά.

9) σε -ώς, -ώσα, -ώς (ή -ός): έστώς, έστώσα, έστώς (βλ. § 39, 4) που κλίνε­ται έτσι:
188. Η κλητ. του ενικού των τριτόκλιτων μετοχών στο αρσεν. (όπως και στο θηλ. και στο ουδ.) σχηματίζεται όμοια με την ονομαστική: ώ λύ­σας, ώ λυθείς, ώ διδούς, ώ δεικνύς, ώ λόων, ώ τιμών κτλ.

 

17ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ

1. Βαθμοί και ηαραθετικά των επιθέτων
189. Η ιδιότητα ή ποιότητα που φανερώνει ένα επίθετο μπορεί να
υπάρχει σε δύο ή περισσότερα όντα, αλλά σε διαφορετικό βαθμό. Για να
δηλώσουν το διαφορετικό αυτό βαθμό, τα επίθετα έχουν κανονικά ξε-
χωριστούς τύπους (μονολεκτικούς ή περιφραστικούς) που λέγονται βαθ-
μοί των επιθέτων: σοφός μέν Σοφοκλής, σοφώτερος δ” Ευριπίδης, ανδρών
δ’απάντων σοφώτατος Σωκράτης – φίλος, μάλλον φίλος, μάλιστα φίλος.
190. Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις:
Όταν το επίθετο φανερώνει απλώς μια ιδιότητα ή ποιότητα ενός όντος, χωρίς σύγκριση προς άλλο, λέγεται επίθετο θετικού βαθμού ή απλώς θετικό: ό δίκαιος άνήρ.
Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιό­τητα σο βαθμό ανώτερο συγκριτικά προς ένα άλλο ή προς πολλά άλλα που λογαριάζονται σαν ένα, λέγεται επίθετο συγκριτικού βαθμού, ή απλώς συγκριτικό: ούτος έστι δικαιότερος εκείνου – χρυσός κρείσσων πολλών χρημάτων.
Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιό­τητα σε πολύ μεγάλο βαθμό ανώτερο από όλα τα άλλα του ίδιου είδους, λέγεται επίθετο υπερθετικού βαθμού ή απλώς υπερθετικό· καί:
α) το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιό­τητα σε πολύ μεγάλο βαθμό, απόλυτα, χωρίς να γίνεται σύγκριση προς άλλα, λέγεται υπερθετικό απόλυτο: ουτός έστι δικαιότατος-
β) το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιό­τητα στον πιο μεγάλο βαθμό συγκριτικά προς όλα τα άλλα του ίδιου εί­δους μαζί λέγεται υπερθετικό σχετικό: Αριστείδης ην δικαιότατος πάντων τών Αθηναίων.
Το συγκριτικό και το υπερθετικό ενός επιθέτου μαζί λέγονται μ” ένα όνομα παραθετικά του επιθέτου.
Όπως στη νέα ελληνική, έτσι και στην αρχαία, τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται ή με μία λέξη (και τότε λέγονται μονολεκτι­κά) ή με δύο λέξεις (και τότε λέγονται περιφραστικά).
2. Κανονικός σχηματισμός μονολεκτικών παραθετικών
193. Τα μονολεκτικά παραθετικά των επιθέτων στην αρχαία ελληνι­κή, όπως και στη νέα, σχηματίζονται κανονικά από το θετικό, αφού στο θέμα (του αρσεν. γένους) προστεθούν ορισμένες καταλήξεις που λέγο­νται παραθετικές καταλήξεις. Οι πιο συνηθισμένες παραθετικές καταλή­ξεις είναι:
για το συγκριτικό: -τερος, -τέρα, -τερον* για το υπερθετικό: -τατος, -τάτη, -τατον.
Έτσι τα παραθετικά που σχηματίζονται με τις παραπάνω καταλήξεις είναι δευτερόκλιτα επίθετα, τρικατάληκτα με τρία γένη. Π.χ.
πτωχός (θ. πτωχό-) συγκρ. πτωχό-τερος, πτωχο-τέρα, πτωχό-τερον
υπερθ. πτωχό-τατος, πτωχο-τάτη, πτωχό-τατον
βαρύς φ.βαρυ-) συγκρ. βαρύ-τερος, βαρυ-τέρα, βαρό-τερον
υπερθ. βαρύ-τατος, βαρυ-τάτη, βαρύ-τατον
αληθής (θ. άληθεσ-) συγκρ. άληθέσ-τερος, άληθεσ-τέρα, άληθέσ-τερον
υπερθ. άληθέσ-τατος, άληθεσ-τάτη, άληθέσ-τατον
μέλας (θ. μελαν-) συγκρ. μελάν-τερος, μελαν-τέρα. μελάν-τερον
υπερθ. μελάν-τατος, μελαν-τάτη, μελάν-τατον
χαρίεις (θ. χαριετ-) συγκρ. χαριέσ-τερος, χαριεσ-τέρα. χαριέσ-τερον
(πβ. § 173 και § 70,3) υπερθ: χαριέσ-τατος, χαριεσ-τάτη, χαριέσ-τατον
άχαρις (θ. άχαριτ-) συγκρ. άχαρίσ-τερος, άχαρισ-τέρα, άχαρίσ-τερον
(πβ. § 70,3) υπερθ. άχαρίσ-τατος, άχαρισ-τάτη, άχαρίσ-τατον
3. Τα παραθετικά σε -ότερος, -ότατος και -ώτερος, -ώτατος
194. Τα παραθετικά των δευτερόκλιτων επιθέτων διατηρούν το χαρα­κτήρα του θετικού ο, αν προηγείται συλλαβή φύσει ή Θέσει μακρόχρονη (βλ. § 33)- τον εκτείνουν σε ω, αν προηγείται συλλαβή βραχύχρονη:
ξηρός ξηρότερος ξηρότατος
πτωχός πτωχό-τερος πτωχό-τατος
γενναίος γενναιό-τερος γενναιό-τατος
θερμός θερμότερος θερμό-τατος
ένδοξος ένδοξό-τερος ένδοξό-τατος
αλλά: νέος νεώ-τερος νεώ-τατος- σοφός σοφώ-τερος σοφώ-τατος
4. Αναλογικός σχηματισμός παραθετικών
195. Τα παραθετικά μερικών επιθέτων της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζονται κανονικά με την απλή προσθήκη των παραθετικών κατα­λήξεων -τερος, -τατος στο θέμα τους, παρά διαμορφώνονται από αναλο­γία προς τα παραθετικά άλλων επιθέτων και λήγουν όπως αυτά (πβ. τα νεοελ.: ελαφρός- ελαφρύτερος όπως το βαρύτερος, χοντρός – χοντρύτερος όπως το παχύτερος, αντι για τα κανονικά ελαφρότερος, χοντρότερος).
Έτσι διαμορφώνονται οι ακόλουθες αναλογικές παραθετικές καταλήξεις:
α) -έστερος, -έστατος Κατα τα παραθετικά των σιγμόληκτων επιθέτων σε -ης, -ες (αληθής, αληθέσ-τερος, αληθέσ-τατος) σχηματίζουν τα παραθετικά τους τα τριτό-κλιτα επίθετα σε -ων, -ον (γεν. -ονος), καθώς και τα επίθετα άκρατος (=αυτός που δεν έχει ανακατευτεί με άλλον, ανόθευτος), ασμενος (= ευ­χαριστημένος), έρρωμένος (= δυνατός) και πένης:
σώφρων (θ. σώφρον-) σωφρον-έσ-τερος σωφρον-έσ-τατος
ευδαίμων (θ. εύδαιμον-) εύδαιμον-έσ-τερος εύδαιμον-έσ-τατος κ.ά.
άκρατος (θ. άκρατο-) άκρατ-έσ-τερος άκρατ-έσ-τατος
(και άκρατό-τατος)
ασμενος (θ. άσμενο-) άσμεν-έσ-τερος άσμεν-έσ-τατος
(και άσμενώ-τερος άσμενώ-τατος)
έρρωμένος (θ. έρρωμενο) έρρωμεν-έσ-τερος έρρωμεν-έσ-τατος πένης (θ. πενητ-) πεν-έσ-τερος πεν-έσ-τατος

β) -ούστερος, -ούστατος
Το επίθετο απλούς και τα συνηρημένα επίθετα της β” κλίσης με β” συνθ. το όνομα νους σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ούστερος, -ούστατος (κατά τα παραθετικά σε -ύστερος, -έστατος με συναίρεση):
απλούς (θ. άπλοο-) απλούστερος απλούστατος
(από το) άπλο-έσ-τερος άπλο-έσ-τατος)
εϋνους (θ. εϋνοο-) εύνούστερος εύνούστατος
(από τό) εύνο-έσ-τερος εύνο-έσ-τατος)

γ) -ίστερος, -ίστατος
Τα μονοκατάληκτα επίθετα άρπαξ, βλάξ, λάλος (= φλύαρος), κλέπτης, πλεονέκτης σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ίστερος, -ίστατος (κατά τα παραθετικά του άχαρις: άχαρίστερος, άχαρίστατος- βλ. § 193):

αρπαξ
βλάξ
λάλος
κλέπτης
πλεονέκτης (θ. άρπαγ-) (θ. βλακ-) (θ. λάλο) (θ. κλεπτα-)
άρπαγ-ίσ-τερος βλακ-ίσ-τερος λαλ-ίσ-τερος κλεπτ-ίσ-τερος
άρπαγ-ίσ-τατος βλακ-ίσ-τατος λαλ-ίσ-τατος κλεπτ-ίσ-τατος πλεονεκτ-ίσ-τατος

δ) -αίτερος, -αίτατος
Το επίθ. παλαιός σχηματίζει τα παραθετικά του με θέμα το επίρρ. πά­λαι σε -αίτερος, -αίτατος:
παλαιός παλαίτερος παλαίτατος
Ανάλογα προς αυτό σχηματίστηκαν τα παραθετικά:
γεραιός (= γέροντας, σεβαστός) γεραί-τερος γεραί-τατος σχολαϊος (=αργός, αργοκίνητος) σχολαί-τερος σχολαί-τατος
Από αυτά αποσπάστηκε η κατάληξη -αίτερος, -αίτατος, με την οποία σχηματίζουν τα παραθετικά τους ορισμένα επίθετα σε -ος:
ίσος ίσ-αί-τερος ίσ-αί-τατος
δψιος (= όψιμος) όψι-αί-τερος όψι-αί-τατος
(πλησίος) πλησι-αί-τερος πλησι-αί-τατος
πρώος (άπό τό πρώισς=πρωινός) τψφ-αί-τερος πρφ-αί-τατος
ευδιος εύδι-αίτερος εύδι-αί-τατος
(και εΰδιέσ-τερος εΰδιέσ-τατος)
ήσυχος ήσυχ-αί-τερος ήσυχ-αίτατος
(και ήσυχώ-τερος ήσΰχώ-τατος)
ίδιος ίδι-αί-τερος ίδι-αίτατος
(και) ίδιώ-τερος ίδιώ-τατος)
φίλος φιλ-αί-τερος φιλ-αίτατος
(και φιλ-ίων ή φίλ-τερος φίλ-τατος)

5. Ανώμαλα παραθετικά (σε -ίων, -ιστός)
196. Μερικά επίθετα της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζουν τα πα­ραθετικά τους με τις παραθετικές καταλήξεις -τερος, -τατος, παρά παίρ­νουν στο συγκριτικό την κατάληξη -ίων (αρσ. και θηλ.)·. -ιον (ουδέτ.) και στο υπερθετικό την κατάληξη -ιστός, -ίστη, -ιστον. Επειδή τα παραθετικά αυτά σχηματίζονται πολλές φορές με διάφορες φθογγικές παθήσεις ή και με θέμα διαφορετικό από το θέμα του θετικού, λέγονται ανώμαλα παρα­θετικά. Τα επίθετα αυτά είναι:
Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός (θέμα)
αισχρός ό, ή αίσχίων τό αίσχιον αίσχιστος (αίσχ-, πβ.
αίσχ-ος)
εχθρός ό, ή έχθίων το Εχθιον ξχθιστος (έχθ-, πβ. εχθ-
-ος = έχθρα)
και ομαλά έχθρό-τερσς έχθρό-τατος (έχθρο)
ηδύς ό, ή ήδίων τό ήδιον ήδιστος (ήδ-)

Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός (θέμα)
4. καλός d, ^ καΛΑιών τό κάλλιον κάλλιστος (καλλ-, πβ.
κάλλ-ος)
5. μέγας δ, ή μείζων τό μείζον μέγιστος (μεγ-)
6. βάδιος ό, ή βάων τό βφον βάστος φα)
7. ταχύς ό, ή θάττων τό θάττον τάχιστος (Βαχ-)
8. αγαθός ό, ή άμείνων τό άμεινον άριστος (άμεν- και άρ-,
πβ. άρ-ετή)
» ό, ή βελτίων τό βέλτιον βέλτιστος (βελτ)
» ό, ή κρείττων τό κρεΐττον κράτιστος (κρετ-, κρατ-,
πβ. κράτ-οί
» ό, ή λφων τό λφον λωστος (λω-)
9. κακός ό, ή κακίων τό κάκιον κάκιστος (κακ)
» ό, ή χειρών τό χείρον χείριστος (χερ-, χειρ-)
10. μακρός μακρό-τερος μακρότατος (ομαλά)
» – μήκιστος (μηκ-, πβ.
μήκ-ος)
11. μικρός μικρότερος μικρότατος (ομαλά)
» ό, ή έλάττων τό έλαττον ελάχιστος (έλαχ-)
» ό, ή ήττων τό ήττον επίρρ. ήκιστα (ήκ)
12. ολίγος ό, ή μείων τό μείον όλίγιστος (με-, όλιγ-)
13. πολύς ό, ή πλείων τό πλέον πλείστος (πλε-)

6. Κλίση των συγκριτικών σε -ίων, -ιον (και -ων, -ον)
197. Τα συγκριτικά σε -ίων, -ιον (ή -ων, -ον) είναι δικατάληκτα επίθε­τα της γ” κλίσης με τρία γένη και κλίνονται κατά το ακόλουθο παράδειγ­μα (πβ. § 178):
(θ. βέλτιον-, βελτιοσ-) Ενικός αριθμός
ον. ό ή βελτίων τό βέλτιον
γεν. τοΰ. τής βελτίον-ος τοΰ βελτίον-ος

δοτ. τώ βελτίον-ι τφ βελτιον-ι
αιτ. τόν T//V βελτίον-α ή βελτίω τό βέλτιον
κλ. (ώ) βέλτιον (ώ) βέλτιον
Πληθυντικός αριθμός
ον οί αί βελτίον-ες ή βελτίους τά βελτίον-α ή βελτίω
γεν. τών βελτιόν-ων τών βελτιόν-ων
δοτ. τοις ταίς βελτίοσιζν) τοίς βελτίοσι(ν)
αιτ. τούς τάς βελτίον-ας ή βελτίους τά βελτίον-α ή βελτίω
κλητ. (ω) βελτίον-ες ή βελτίους (ώ) βελτίον-α ή βελτίω
Δυϊκός (και για τα τρία γένη) όν., αιτ., κλ. βελτίον-ε – γεν., δοτ. βελτιόν-οιν

7. Περιφραστικά παραθετικά. Παραθετικά μετοχών
Τα περιφραστικά παραθετικά (βλ. § 192) σχηματίζονται στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, με το θετικό του επιθέτου και με ορισμένο ποσοτικό επίρρημα εμπρός από αυτό. Έτσι ο συγκριτικός βαθ­μός σχηματίζεται με το επίρρ. μάλλον και ο υπερθ. με το επίρρ. μάλιστα εμπρός από το θετικό:
θετ. επιμελής συγκρ. μάλλον επιμελής υπερθ. μάλιστα επιμελής (πβ. τα νεοελλ.: μικρός – πιο μικρός – ο πιο ρικρός ή πολύ μικρός).
Όλα τα επίθετα που σχηματίζουν μονολεκτικά παραθετικά μπο­ρούν να σχηματίσουν παράλληλα και περιφραστικά παραθετικά. Σχημα­τίζουν τα παραθετικά τους μόνο περιφραστικά οι μετοχές και μερικά μο­νοκατάληκτα επίθετα που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά.
I) Μετοχές: δυνάμενος – μάλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος-συμφέρων – μάλλον συμφέρων -μάλιστα συμφέρων· ώφελών – μάλλον ώφε-λών – μάλιστα ώφελών κ.ά. (πβ. τα νεοελλ.: αντρειωμένος – πιο αντρειω­μένος – ο πιο αντρειωμένος ή πολύ αντρειωμένος).
2) Μονοκατάληκτα επίθετα: είρων – μάλλον εΐρων – μάλιστα είρων-ένδακρυς – μάλλον ένδακρυς – μάλιστα ένδακρυς. Έτσι και τα εΰέλπις, κο­λάζ, υβριστής, φιλόγελως κ.ά.
8. Ελλειπτικά παραθετικά
201. Σε μερικά επίθετα λείπει ο θετικός βαθμός ή και ένας από τους δύο άλλους βαθμούς. Τα παραθετικά των επιθέτων αυτών λέγονται ελ­λειπτικά παραθετικά.
Τα περισσότερα ελλειπτικά παραθετικά παράγονται από επιρρήματα, προθέσεις ή μετοχές:
(δίνω) συγκρ. άνώ-τερος υπερθ. άνώ-τατος
(κάτω) » κατώ-τερος » κατώ-τατος
(προ) » πρό-τερος » πρώτος (πρό-ατος)
(υπέρ) » υπέρτερος » ύπέρ-τατος
(έπικρατών) » έπικρατ-έστερος »
(προτιμώμενος) » προτιμότερος »

- » ΰστερος » ύστατος
- » » ύπατος
- » – » έσχατος
202. Μερικά επίθετα 6ε σχηματίζουν παραθετικά, γιατί φανερώνουν
ιδιότητα, ποιότητα ή κατάσταση που δεν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια
επίθετα είναι:
όσα φανερώνουν ύλη: λίθινος, αργυρούς, γήινος: τοπική ή χρονική σχέση: χερσαίος, θαλάσσιος, θερινός, ημερήσιος- μέτρο: σταδιαϊος, πηχυαίος- καταγωγή, συγγένεια: πατρώος, ρητρικός- μόνιμη κατάσταση: θνητός, νεκρός κ.ά.
μερικά σύνθετα με α” συνθετικό το στερητικό ά- (βλ. § 423, α): α­θάνατος, άολος, άυπνος, άψυχος κ.ά.
3) μερικά σύνθετα με α” συνθετικό το επίθετο πάς ή την πρόθ. υπέρ
(που έχουν μόνα τους υπερθετική σημασία): πάνσοφος, πάντιμος, πά-
γκαλος – υπερμεγέθης, ύπερλαμπρος κ.ά.

9. Παραθετικά επιρρημάτων
203. Πολλά επιρρήματα (βλ. § 362)της αρχαίας επιδέχονται σύγκρι-
ση και γι* αυτό σχηματίζουν παραθετικά (όπως και στη νέα: ωραία – ω-
ραιότερα ή πιο ωραία – ωραιότατα ή πάρα πολύ ωραία).
Σχηματίζουν έτσι παραθετικά στην αρχαία ελληνική: 1) Επιρρήματα σε -ως που παράγονται από επίθετα. Τα επιρρήματα αυτά στον συγκριτικό έχουν τύπο όμοιο με την ενική αιτιατ. του ουδετ. του συγκριτικού επιθέτου και στον υπερθετικό έχουν τύπο όμοιο με την πληθυντική αιτιατ. του ουδετέρου του υπερθετικού επιθέτου:
(δίκαιος)
(σοφός)
(αληθής)
(σώφρων)
(ηδύς)
(καλός)
δικαίως
σοφώς
αληθώς
σωφρονως
ήδέως
καλώς
δικαιότερον
σοφώτερον
άληθέστερον
σωφρονέστερον
ήδιον
κάλλιον
δικαιότατα
σοφώτατα
αληθέστατα
σωφρονέστατα
ήδιστα
κάλλιστα κ.ά.
2) Τα επιρρήματα εύ (αντίστοιχο του επιθέτου αγαθός), ολίγον και
πολύ:
εύ – άμεινον – άριστα και βέλτιον – βέλτιστα και κρεΐττον – κράτιστα. ολίγον – μεκ>ν – όλίγιστα και έλαττον – ελάχιστα και ήττον – ήκιστα. πολύ – πλέον – πλείστα (ή πλείστον).
3) Το επίρρ. μάλα (= πολύ), που οι τρεις βαθμοί του είναι: θετ. μάλα
συγκριτ. μάλλον – υπερθ. μάλιστα.
4) Μερικά τοπικά επιρρήματα που παίρνουν παραθετικές καταλήξεις -τέρω, -τάτω:
θετ. ανω συγκρ. ανωτέρω υπερβ I. άνωτάτω
» άπωθεν (=μακριά) » άπωτέρω άπωτάτω
» εγγύς (= κοντά) » έγγυτέρω έγγυτάτω κ<
» » έγγύτερον » εγγύτατα ^
» » έ’γγιον έγγιστα
» έξω » έξωτέρω » έξωτάτω
» έσω (και εϊσώ) » έσωτέρω » έσωτάτω
» κάτω » κατωτέρω » κατωτάτω
» πόρρω » πορρωτέρω πορρωτάτω
» πέρα περαιτέρω » ■ -
5) Μερικά χρονικά επιρρήματα με παραθετικές καταλήξεις (αί)τερον, -{αί)τατα (βλ. § 195, δ)
θετ. πάλαι συγκρ. παλαίτερον υπερθ. παλαίτατα
» πρωί » πρωιαίτερον » πρωιαίτατα ή
» » πρφαίτερον » πρψαίτατα
» όψέ (= αργά) » όψιαίτερον » όψιαίτατα
204. Και τα παραθετικά των επιρρημάτων, όπως και των επιθέτων,
εκφέρονται κάποτε περιφραστικά με το μάλλον, μάλιστα και το θετικό-
π.χ.
θετ. σοφώς συγκρ. μάλλον σοφώς υπερθ. μάλιστα σοφώς
» ήδέως » μάλλον ήδέως » μάλιστα ήδέως

 

18ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ
Αριθμητικά λέγονται οι λέξεις που φανερώνουν αριθμούς ή πα­ράγονται από ονόματα αριθμών.
Τα αριθμητικά είναι επίθετα, ουσιαστικά και επιρρήματα.
Α’. Αριθμητικά επίθετα
1) Είδη αριθμητικών επιθέτων
Τα αριθμητικά επίθετα είναι απόλυτα, τακτικά, χρονικά, πολλα­πλασιαστικά και αναλογικά.
α) Τα απόλυτα αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανερώνουν απλώς ένα ορισμένο πλήθος από όντα: είς (οπλίτης)· μία (ναϋς), εν (6-πλον), δέκα (τάλαντα).
Β) Τα τακτικά αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανερώνουν την τάξη, δηλ. τη θέση που κατέχει ένα ορισμένο ον σε μια σειρά από ό­μοια του: πρώτος (μην), δευτέρα (ήμερα), τρίτον (έτος)· αυτά λήγουν ως το 19 σε -τος (εκτός από το δεύτερος, έβδομος, όγδοος) και από τα 20 και πέρα σε -στός: (τρία) τρίτος, (έξ) έκτος – (είκοσι) εικοστός – εκατόν (εκα­τοστός).
γ) Τα χρονικά αριθμητικά (που δεν τα έχει η νέα ελληνική) φανερώ­νουν χρόνο, δηλ. ποια ημέρα, από τότε που άρχισε, τελειώνει κάποια ενέργεια- αυτά σχηματίζονται από το θέμα των τακτικών και λήγουν σε -αϊος: (δεύτερος) δεοτεραΐος, (τρίτος) τριταίος, (τέταρτος) τεταρταΐος κτλ. (αυτός που γίνεται τη δεύτερη, την τρίτη, την τέταρτη κτλ. ημέρα από την ημέρα που άρχισε)- π.χ. δευτεραΐος άφίκετο (= έφτασε τη δεύτερη ημέρα από τότε που ξεκίνησε).
δ) Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανερώνουν από πόσα απλά μέρη απαρτίζεται κάτι- αυτά λήγουν σε – πλους και τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών: (τρία) τριπλούς, (εννέα) έννεαπλοϋς, (δέκα) δεκαπλοΰς.
ε) Τα αναλογικά αριθμητικά (όπως και στη νέα ελληνική) φανεριυ-νουν ποια είναι η αναλογία ενός ποσού προς ένα άλλο του ίδιου εί­δους, δηλ. πόσες φορές το ένα είναι μεγαλύτερο από το άλλο- αυτά λή­γουν σε -πλάσιος και τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών: (δύο, θ. Οι) διπλάσιος, (τρία) τριπλάσιος.

2) Κλίση των αριθμητικών επιθέτων
207. Από τα απόλυτα αριθμητικά:
α) Τα τέσσερα πρώτα κλίνονται έτσι:
(1) εις μία εν (2) δύο
Ενικός αριθμός Δυϊκός αριθμός (και για τα τρία γένη)
αρσ. θηλ. ουδ.
ον. εις μία εν δύο
γεν. ενός μιας ενός δυοΐν
δοτ. ένί μιξ. ένί δυοΐν
αιτ. ένα μίαν εν δύο
(3) τρεις
Πληθυντικός αρσ. και θηλ.
ον. τρεις γεν. τριών
δοτ. τρισί(ν) αιτ. τρεις
τρία

ουδ.
τρια τριών
τρισί(ν) τρία
(4) τέτταρες

αρσ. και θηλ.
τέτταρες τεττάρων
τέτταρσι(ν) τέτταρας τέτταρα
Πληθυντικός ουδ. τέτταρα τεττάρων τέτταρσφ) τέτταρα
β) Τα από το πέντε ως το εκατόν είναι άκλιτα: οί πέντε όπλϊται, των πέντε οπλιτών, τοις εΐκοσιν όπλίταις, των τριάκοντα τυράννων κτλ.
Τα από το διακόσιοι, -αι, α και πέρα είναι τρικατάληκτα επίθετα με τρία γένη και κλίνονται μόνο στον πληθυντικό: οι διακόσιοι όπλϊται, των διακοσίων ήμερων, τοις διακοσίοις δπλοις – οί τριακόσιοι όπλϊται, των τριακοσίων νεών κτλ- έτσι και χίλιοι, -αι, -α (βλ. § 158 κ.ά.).
Τα τακτικά, τα χρονικά και τα αναλογικά αριθμητικά κλίνονται ως τρικατάληκτα επίθετα της β” κλίσης σε -ος, -η, -ον ή -ος, -α, -ον (πβ. § 158): τακτικά: πρώτος, πρώτη, πρώτον – δεύτερος, δευτέρα, δεύτερον κτλ. χρονικά: δευτεραϊος, δευτεραία, δευτεραϊον – τριταίος, -αία, -αΐον κτλ. αναλογικά: διπλάσιος, -ία, -ιον – τριπλάσιος, -ία, -ιον κτλ.
Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά κλίνονται όπως τα συνηρημέ-να τρικατάληκτα επίθετα της β” κλίσης σε -ους, ή, -ονν (βλ. § 162, α):
(άπλόος) άπλοϋς (άπλόη) άπλή (άπλόον) άπλοΰν (διπλόος) διπλούς (διπλόη) διπλή (διπλόον) διπλούν κτλ.

Β’. Αριθμητικά ουσιαστικά
210 Τα αριθμητικά ουσιαστικά (όπως και στη νέα ελληνική) σημαί­νουν αφηρημένη αριθμητική ποσότητα, δηλ. πλήθος από όμοιες μονάδες οποιουδήποτε είδους. Αυτά είναι όλα θηλυκά (αφηρημένα ουσιαστικά) σε -άς και τα περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επιθέτων: δυ-άς (= σύνολο από δύο μονάδες), τρι-άς (= σύ­νολο από τρεις μονάδες) κτλ.
211. Τα αριθμητικά ουσιαστικά κλίνονται όπως τα θηλυκά οδοντικό-ληκτα της γ” κλίσης σε -άς, γεν.-άδος: ή δυάς, της δυάδος κτλ. – ή τριάς, της τριάδος κτλ. (πβ. § 122, γ).
Γ” Αριθμητικά επιρρήματα
212. Τα αριθμητικά επιρρήματα της αρχαίας ελληνικής φανερώνουν
πόσες φορές επαναλαμβάνεται κάτι. Αυτά λήγουν σε -ακίς ή-κζς και τα
περισσότερα σχηματίζονται από το θέμα των απόλυτων αριθμητικών επι-
θέτων: πεντ-άκις (πέντε φορές), έξ-άκις (έ»ξι φορές), έπτά-κις (εφτά φο-
ρές). Αλλά των τριών πρώτων αριθμητικών τα επιρρήματα είναι: του εις
- άπαξ (= μία μόνο φορά), του δυο – δις (= δύο φορές), του τρία – τρις (=
τρεις φορές). Του εννέα είναι το έν-άκις (= εννέα φορές).
Παρατηρήσεις στα αριθμητικά
α) Θέματα των αριθμητικών
213. 1. Το απόλυτο αριθμητικό εΖς σχημάτιζα το αρσ. και το ουδέτ. από το θέμα έν-
(αρσ. fv-ς = εις βλ. § 64, 4) και το θηλ. από το θ. μι- (μία). Από το θ.του απόλυτου αριθ-
μητικού εις δεν παράγεται κανένα άλλο αριθμητικό εκτός από το ουσιαστικό έν-άς· κα-
θένα από τα άλλα αριθμητικά που αντιστοιχούν στο απόλυτο εις σχηματίζεται από ιδιαί-
τερο θέμα: πρω-τος, άπλοος, μονάς, άπαξ.
Το δύο έχει δύο θέματα: α) θ. δυ-: δν-άς· β) θ. δι-: δι-ακόσιοι, δι-πλοος, δι-πλάσιος, δί-ς· επίσης και τα σύνθετα δι-μερής, δι’-ποος, δι-ώβολον κτλ. (το δεύτερος από το ρ. δένο­μαι = υστερώ).
Το τρεΐς σχηματίζει από το θ. zp&j- μόνο την ονομαστ. και αιτιατ. του αρσ. και του θηλ. (τρέ]-ες-τρεΐς)- οι άλλες πτώσεις, καθώς και όλα τα παράγωγα του σχηματίζονται από το θ. τρι-: τριών, τρι-αί, τρί-α· τρι-άκοντα, τρι-ακόσιοι, τρί-τος, τριταίος, τρι-πλοΰς, τριπλάσιος- τρί-ς· επίσης και τα σύνθετα τρι-μερής, τρί-πους κτλ.
Το τέτταρες (ή τέσσαρες) έχει: α) θ. τετταρ-: τέτταρ-ες, τετταρ-άκοντα- β) θ. τετρα-: τετρακόσιοι, τετρα-πλοϋς, τετρα-πλάσιος, τετράς, τετράκις- γ) θ. τεταρ-: τέταρ-τος, τεχαρ-ταϊος.
Το πέντε έχει: α) θ. πεντ-: jie’vr-ε, πεντ-ήκαντα, πεντ-απλονς, πενταπλάσιος, πεντά­κις- β) θ. πεμπ-: πέμπ-τος, πεμπ-ταϊος, πεμπάς.
To 8£ έχει: α) θ. έζ- (έκ-α-): έ»ξ, έξήκοντα, εξακόσιοι, έξαπλοΰς, έξαπλάσιος (εξάς), έξάκις- β) θ. έκ-: ίκ-τος, έκ-καίδεκα,
1. Το επτά έχει: α) θ. επί-.» έπτά, έπτα-κόαιοι, έπτα-πλοΰς, έπτα-πλάσιος (έπτάς), έπτά-κις- β) θ. έβδομ-: έβδομ-ήκοντα, £βδομ-ος, έβδομ-αΓος, (έβδομος)-
Το οκτώ έχει: α) θ. όκτοκτώ, όκτ-ακόσιοι, οκταπλούς, όκταπλάσιος, οκτάς, όκτά-κις- β) όγόο-: άγδο-ήκοντα, ΰγδο-ος (όγδοαϊος), όγδοάς.
Το εννέα έχει: α) θ. έννε-: εννέα, έννεαπλοΰς, έννεαπλάσιος, έννεάς- β) θ. ένεν-: ένεν-ήκοντα, ένεν-ηκοστός, ένεν-ηκοντάκις- γ) θ. ένα-: Sva-τος, έναταϊος, ένάκις, ένακόσιοι, ένα-κοσιοοτός, ένακοσιάκις.
β) Εκφορά των σύνθετων»αριθμών
214. Οι σύνθετοι αριθμοί, δηλ. οι αριθμοί που απαρτίζονται από μονάδες και
δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες κτλ., κανονικά εκφέρονται στην αρχαία ελληνική με τρεις τρόπους: 1) προτάσσεται ο κάθε φορά μικρότερος πριν απο το μεγαλύτερο με το σύνδε­σμο και ανάμεσα τους: τρεις και είκοσι και εκατόν (123) – τρίτος και εικοστός καϊ εκατο­στός (123ος)- 2) προτάσσεται ο κάθε φορά μεγαλύτερος πριν από το μικρότερο με το σύνδεσμο και ανάμεσα τους: εκατόν και είκοσι και τρία – εκατοστός και εικοστός και τρί­τος· 3) προτάσσεται ο κάθε φορά μεγαλύτερος πριν από το μικρότερο χωρίς να μεσολα­βεί ο σύνδεσμος και όπως στη νέα ελληνική): εκατόν είκοσι τρεις – εκατοστός εικοστός τρίτος.
Αλλά αριθμοί σύνθετοι από δεκάδες και το οκτώ ή το εννέα (18, 19- 28, 29- 38, 39-48, 49 κτλ.) εκφέρονται συνήθως περιφραστικά με την αφαίρεση μιας ή δύο μονάδων από την αμέσως ανώτερη δεκάδα (όπως σήμερα λέμε είκοσι παρά δυο, τριάντα παρά ένα κτλ.)· για την περίφραση αυτή χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι τη μετοχή του ενεστ. του ρ. δέω (- χρειάζομαι, έχω έλλειψη) στον κατάλληλο κάθε φορά τύπο μαζί με τη γεν. ενός ή μιας ή δυοϊν: δυοϊν δέοντα είκοσι τάλαντα (= τάλαντα που χρειάζονται δύο για να γίνουν 20, δηλ. είκοσι παρά δύο = 18), μιας δέουσαι είκοσι τριήρεις (= 19), δυοϊν δέον τριακοστόν έτος (28ο), ενός δέοντες τριάκοντα άνδρες (29) κτλ.
γ) Εκφορά των κλασματικών αριθμών
215. Για την εκφορά των κλασματικών αριθμών οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα απόλυτα αριθμητικά όχι μόνο στον αριθμητή (όπως εμείς σήμερα), παρά και στον παρο­νομαστή, πάντοτε μαζί με το άρθρο, και συνόδευαν ή τον παρονομαστή με τη λέξη μέρος στη γεν. του πληθ. (γεν. διαιρετική) ή τον αριθμητή με τη λέξη μοίρα (= μερίδιο)- π.χ. ο

218. πινακασ των
Αραβικά Αρχ. ελλ. Απόλυτα Τακτικά Πολλαπλάσια-
κλασματικός αριθμός 2/7 λεγόταν: τών έπτά μερών τά δύο ή των έπτά αι δύο μοϊραι.
216. Αν ο παρονομαστής ήταν μόνο κατά μία μονάδα μεγαλύτερος από τον αριθμη­τή, τότε έλεγαν μόνο τον αριθμητή μαζί με τη λέξη μέρος, χωρίς ν” αναφέρουν τον παρο­νομαστή: τά δύο μέρη (= 2/3), τά τρία μέρη (~ 3/4), τά εννέα μέρη (- 9/10) κτλ.

δ) Γραφική παράσταση των αριθμών
217. Για να παραστήσουν τους αριθμούς οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα 24 γράμματα του αλφαβήτου. Τα γράμματα αυτά τα χώριζαν σε τρεις ομάδες (α – θ, ι – π και ρ – ω) και σημείωναν μια κεραία προς τα επάνω Kat δεξιά για τις μονάδες, δεκάδες ή εκα­τοντάδες. Από τις τρεις αυτές ομάδες η πρώτη χρησίμευε για την παράσταση των απλών μονάδων (α – I, β” = 2, γ’= 3 κτλ.), η δεύτερη για την παράσταση των δεκάδων (ι” = 10, κ” = 20, λ” – 30 κτλ.) και η τρίτη για την παράσταση των εκατοντάδων (ρ” = 100, σ” = 200, τ” = 300 κτλ.). Χρησιμοποιούσαν όμως και τρία ακόμα σημεία, ένα για κάθε ομάδα-έτσι ο αριθμός 6 γραφόταν με το αρχαίο δίγαμμα, δηλ. με το σημείο ς (στίγμα)’.ο αριθ­μός 90 με το σημείο ν {κόππα, αντίστοιχο προς το λατινικό q που αρχαιότερα ήταν γράμμα της ελληνικής ανάμεσα από το π και ρ) και ο αριθμός 900 με το σημείο \ (σαμ-πί).
Οι χιλιάδες παριστάνονταν με τα ίδια σημεία, αλλά με την κεραία προς τα κάτω και αριστερά ,α = 1000, β = 2000, ,γ = 3000, ,δ = 4000, ,ε = 5000, ,ς = 6000 κτλ. pmKa” = 1821 ..α\κ?’= 1959 „α\ο” = 1970.

ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΝ

Αναλογικά Χρονικά Ουσιαστικά
Επιρρήματα
δεκαπλάσιος δεκαταϊος δεκάς
ένδεκαπλάσιος ένδεκαταΐος ένδεκάς δωδεκαπλάσιος δωδεκαταΐος δωδεκάς

 

 

είκοσαπλάσιος – εικάς

 

 
έκατονταπλάσιος ~ έκατοντάς

 

 

χιλιάς μυριάς
δεκάκις
ένδεκάκις
δωδεκάκις
τρισκαιδεκάκις
τετρακαιδεκάκις
πεντεκαιδεκάκις
έκκαιδεκάκις
έπτακαιδεκάκις
όκτωκαιδεκάκις
έννεακαιδεκάκις
είκοσάκις
τριακοντάκις
τετταρακοντάκις
πεντηκοντάκις
έξηκοντάκις
έβδομηκοντάκις
όγδοηκοντάκις
ένενηκοντάκις
έκατοντάκις
διακσσιάκις
τριακοσιάκις
τετρακοσιάκις
πεντακοσιάκις
έξακοσιάκις
έπτακοσιάκις
όκτακοσιάκις
ένακοσιάκις
χιλιάκις δισχιλιάκις μυριάκις διομυριάκις
19ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
αντωνυμίες
Αντωνυμίες λέγονται οι κλιτές λέξεις που χρησιμοποιούνται στο λόγο κυρίως στη θέση ονομάτων (ουσιαστικών ή επιθέτων): βώμη μετά μεν φρονήσεως ώφέλησεν, ανευ δέ ταύτης (δηλ. της φρονήσεως) έ­βλαψε – τους αγαθούς άνδρας πάντες τιμώσι· τοιούτοι (δηλ. αγαθοί) και ύμεϊς γίγνεσθε.
Τα είδη των αντωνυμιών
Οι αντωνυμίες είναι εννέα ειδών: 1) προσωπικές, 2) δεικτικές, 3) οριστικές ή επαναληπτικές, 4) κτητικές, 5) αυτοπαθητικές, 6) αλληλοπα-θητικές, 7) ερωτηματικές, 8) αόριστες και 9) αναφορικές.
1. Προσωπικές αντωνυμίες
Προσωπικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου.
Πρώτο πρόσωπο είναι εκείνο που μιλεί: εγώ· Λεύτερο πρόσωπο είναι εκείνο που του μιλούμε: σύ· Τρίτο πρόσωπο είναι εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος: αυτός, εκεί­νος κτλ.
Οι προσωπικές αντωνυμίες κλίνονται έτσι: δοτ. ήμΐν ύμΐν σφίσι(ν)
αιτ. ημάς υμάς (σφας)
Δυϊκός: α” πρόσ. όν., αιτ. νώ – γεν., δοτ., νων
β” πρόσ. » » σφώ – » » σφφν
2. Δεικτικές αντωνυμίες
λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν δ ε ί ξ ι μ c
(αισθητό ή νοητό).
Δεικτικές αντωνυμίες της αρχαίας ελληνικής είναι οι ακόλουθες (ό­λες τρικατάληκτες με τρία γένη):
ούτος, αύτη, τούτο
εκείνος, εκείνη, εκείνο
δδε, ή*δε, τόδε (~ αυτός εδώ, αυτός δα, ο εξής) τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε ή τοιούτος, τοιαύτη, τοιοΰτο(ν) (= τέτοιος). τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε ή τηλικοΰτος, τηλικαύτη, τηλικουτο(ν) (= τόσο μεγάλος).
224. 1) Η αντωνυμία ούτος, αΰ’τη, τοΰτο κλίνεται έτσι:

γεν. δοτ. αιτ. κλ.
Ενικός αριθμός ούτος αύτη τούτου ταύτης τούτω ταύτη τούτον ταύτην (ώ) ούτος (ώ) αύτη
τούτο τούτου τούτω τούτο

αύται τούτων ταύταις ταύτας
Πληθυντικός αριθμός ούτοι τούτων
τούτοις τούτους
ταύτα τούτων τούτοις ταΰτα
Δυϊκός (και για τα τρία γένη): όν., αιτ., κλ. τούτω – γεν., δοτ. τούτοιν.
Η αντων. εκείνος, εκείνη, εκείνο κλίνεται ως τρικατάληκτο επίθε­το της β” κλίσης σε -ος, -η, -ον, αλλά χωρίς το τελικό ν στο ουδέτερο (πβ. § 158).
Η αντωνυμία δδε, ήδε, τόδε σχηματίστηκε από το άρθρο ο, ή, το (που αρχικά είχε δεικτική σημασία) μαζί με το εγκλιτικό δεικτικό μόριο δέ στο τέλος του. Κλίνεται όπως το άρθρο με το εγκλιτικό μόριο δε (πβ. § 42, 5):

Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ον. δδε ήδε τάδε οϊδε αΐδε τάδε
γεν. τοΰδε τησδε τοΰδε τώνδε τώνδε τώνδε
δοτ. τωδε τηδε τωδε τοΐσδε ταισδε τοΐσδε
αιτ. τόνδε τήνδε τόδε τοΰσδε τάσδε τάδε
Δυϊκός (και για τα τρία γένη): όν., αιτ. τώδε – γεν., δοτ. τοΐνδε
Οι αντωνυμίες τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε – τοσόσδε, τοσήδε, τοσόν-δε και τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε (που απαρτίζονται απο τις αρ­χαιότερες αντωνυμίες τοΓος, τόσος, τηλίκος και το εγκλιτικό μόριο δί) κλίνονται μόνο κατά το πρώτο μέρος τους, με το μόριο δέ αμετάβλητο: τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε – τοιοΰδε, τοιασδε, τοιοΰδε – τοιφδε, τοιο,δε, τοιω-δε κτλ. – τοιοίδε, τοιαίδε, τοιάδε – τοιώνδε – τοιοϊσδε, τοιαισδε, τοιοΐσδε κτλ.
Οι αντωνυμίες τοιούτος, τοσούτος, τηλικοΰτος (που είναι σύνθε­τες από τις αρχαιότερες αντωνυμίες τοΐος, τόσος, τηλίκος και την αντων. ούτος) κλίνονται έτσι:
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
ον. τοιούτος τοιαύτη τοιοΰτοζν) τοιούτοι τοιαοται τοιαύτα
γεν. τοιούτου τοιαύτης τοιούτου τοιούτων τοιούτων τοιούτων
δοτ. τοιούτω τοιαύτη τοιούτφ τοιούτοις τοιαύταις τοιούτοις
αιτ. τοιούτον τοιαύτην τοιούτοζν) τοιούτους τοιαύτας τοιαύτα
Δυϊκός (και για τα τρία γένη): όν., αιτ. τοιούτω – γεν., δοτ. τοιούτοιν.

3. Οριστική ή επαναληπτική αντωνυμία
225. Η αντωνυμία αυτός, αυτή, αυτό στην αρχαία ελληνική είναι οριστική ή επαναληπτική.
1) Οριστική είναι η αντωνυμία αιίτός (σε όλες τις πτώσεις) όταν χρη-
σιμεύει για να ορίσει κάτι (δηλ. να το ξεχωρίσει από άλλα): την στρα-
τείαν αυτός Ξέρξης ήγαγε (= μόνος του ό Ξ., αυτός ο ίδιος και όχι άλ-
λος) – έσωσε και αυτόν και τους παιδας (και αυτόν τον ίδιο και τα παι-
διά).
2) Επαναληπτική είναι η αντωνυμία αυτός (μόνο στις πλάγιες πτώ-
σεις), όταν χρησιμεύει για να επαναλάβει κάτι που γι” αυτό έγινε λό­γος πρωτύτερα. Με τέτοια σημασία η αντων. αυτός στις πλάγιες πτώσεις χρησιμοποιείται στη θέση της προσ. αντων. του γ* προσώπου: βασιλεύς και οι’μετ” αυτού (δηλ. τοδβασιλέως) ή και οι’σύν αύτφ (δηλ. τω βασιλεϊ). – Κνρον μεταπέμπεται από της αρχής, ης αυτόν (δηλ. τον Κϋρον) σατρά-πην έποίησε.
Η αντων. αυτός κλίνεται σαν τρικατάληκτο επίθετο της β” κλί­σης σε -ος, -η, ~ον, αλλά χωρίς το τελικό ν στο ουδέτερο του ενικού: αυ­τός, αύτη, αυτό – γεν. αύτοο, αυτής, αυτού κτλ. (πβ. >§ 158: σοφός, σοφή, σοφόν).
Η αντων. αυτός, όταν εκφέρεται μαζί με το άρθρο, σημαίνει ταυ­τότητα (ό αυτός = ο ίδιος): την Άττικήν άνθρωποι φκονν οϊ αυτοί dei (= οι ίδιοι πάντοτε).

4. Κτητικές αντωνυμίες
Κτητικές λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν σε ποιον ανήκει κάτι, δήλ. ορίζουν τον κτήτορα.
Οι κτητικές αντωνυμίες έχουν τρία πρόσωπα, όπως και οι προσωπι­κές, και σχηματίζονται από τα θέματα των αντίστοιχων προσωπικών αν­τωνυμιών:
Α” Για έναν κτήτορα
α* πρόσωπο: έμός, έμή, έμόν (= δικός μου, δική μου, δικό μου)· β” πρόσωπο: σός, σή, σον (- δικός σου, δική σου, δικό σου)· γ” πρόσωπο: έός, έή, έόν (= δικός του, δική του, δικό του).
Β” Για πολλούς κτήτορες
α” πρόσ.: ημέτερος, ημέτερα, ήμέτερον (= δικός μας, δική μας, δικό μας)· β” πρόσ.: υμέτερος, υμετέρα, όμέτερον (= δικός σας, δική σας, δικό σας)· γ” πρόσ.: σφέτερος, σφετέρα, σφέτερον (= δικός τους, δική τους, δικό τους).
Οι κτητικές αντωνυμίες κλίνονται σαν τρικατάληκτα επίθετα της β” κλίσης σε -ος, -η, -ον και -ος, -α, -ον: έμός, έμή, έμόν (όπως σοφός, σοφή, σοφόν) – ημέτερος, ημετέρα, ήμέτερον (όπως δίκαιος, δικαία, δί­καιον)· (βλ. § 158 κ.α.).
Αυτοπαθητικές αντωνυμίες
Αυτοπαθητικές λέγονται ot αντωνυμίες που φανερώνουν ότι το ίδιο υποκείμενο ενεργεί και συγχρόνως παθαίνει: έγώ τιμώ έμαυτόν (= εγώ τιμώ τον εαυτό μου) – γνώθι σαυτόν (= συ γνώρισε τον εαυτό σου) – ούτος επιμελείται έαυτοΰ (= αυτός φροντίζει για τον εαυτό του) κτλ.
Οι αυτοπαθητικές αντωνυμίες εξαιτίας της σημασίας τους δε συνηθίζονται στην ονομαστική, παρά μόνο στις πλάγιες πτώσεις. Οι αν­τωνυμίες αυτές έχουν τρία πρόσωπα και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Ενικός αριθμός
α προσώπου αρσ. θηλ. γεν. έμαοτοΰ έμαυτής δοτ. έμαυτώ έμαυτή αιτ. έμαυτόν έμαυτήν
β” προσώπου αρσ θηλ. σεαυτοΰ σεαυτής σεαυτφ σεαυτή σεαυτόν σεαυτήν

γεν. ημών αυτών δοτ. ήμϊν αύτοϊς αιτ. ημάς αυτούς
αρσ. γεν. έαυτοΰ δοτ. έαυτφ αιτ. εαυτόν
Πληθυντικός αριθμός
ημών αυτών υμών αυτών υμών αυτών ήμΐν αόταϊς ΰμΐν αΰτοις ύμΐν αύταϊς ημάς αύτάς υμάς αυτούς υμάς αύτάς
γ” προσώπου Ενικός αριθμός θηλ. ουδ. εαυτής έαυτη
έαυτήν εαυτό
Πληθυντικός αριθμός
αρσ. θηλ. ουδ.
γεν. εαυτών ή σφών αυτών εαυτών ή σφών αυτών δοτ. έαυτοΐς ή οφίσιν αύτοΐς έαυταΐς ή σφίσιν αύταϊς αιτ. εαυτούς ή σφάς αυτούς έαυτάς ή σφάς αύτάς έαυτά
6. Αλληλοπαθητική αντωνυμία
Αλληλοπαθητική λέγεται η αντωνυμία που φανερώνει ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούν και παθαίνουν αμοιβαίως: ούτοι ήδί-κουν αλλήλους (= ο ένας αδικούσε τον άλλον, δηλ. καθένας αδικούσε τους άλλους και συγχρόνως τον αδικούσαν οι άλλοι).
Η αλληλοπαθητική αντωνυμία, επειδή είναι λέξη που φανερώνει δύο ή περισσότερα πρόσωπα, έχει μόνο δυϊκό και πληθυντικό. Δε συ­νηθίζεται στην ονομαστική αλλά μόνο στις πλάγιες πτώσεις. Έχει τρία γένη και κλίνεται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β” κλίσης:
Δυϊκός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
(και για τα τρία γένη) αρσ. θηλ. ουδ.
γεν. άλλήλοιν αλλήλων αλλήλων αλλήλων
δοτ. άλλήλοιν άλλήλοις άλλήλαις άλλήλοις
αιτ. άλλήλω αλλήλους άλλήλας άλληλα

7. Ερωτηματικές αντωνυμίες
234. Ερωτηματικές λέγονται οι αντωνυμίες που εισάγουν ερωτή-
σεις: πόσαι σοι οίκίαι ήσαν; -Μανία δέ τίνος ήν; – Κΰρος ήρετο τις ό
θόρυβος εϊη.
Ερωτηματικές αντωνυμίες της αρχαίας ελληνικής είναι:
τις (αρσ. και θηλ.), τί (ουδ.) (= ποιος;)
πότερος, ποτέρα, πότερον (= ποιος από τους δύο;)-
πόσος, πόση, πόσον-
ποίος, ποία, ποιον (= τί λογής;)·
πηλίκος, πηλίκη, πηλίκον (= πόσο μεγάλος; ή ποιας ηλικίας;)·
ποδαπός, ποδαπή, ποδαπόν (= από ποιον τόπο;)·
κόστος, πόστη, πόστον (= τι θέση έχει σε μια αριθμητική σειρά; πβ. πρώτος, τρίτος κτλ.)·
ποσταΐος, ποαταία, ποσταΐον (= σε πόσες μέρες; – πβ. τριταίος, τε-ταρταϊος κτλ.).
235. Εκτός από την αντων. τις, τί, όλες οι άλλες ερωτηματικές αντω-
νυμίες κλίνονται όπως τα τρικατάληκτα επίθετα της β” κλίσης (σε -ος, -η,
-ον ή -ος, -α, -ον· πβ. § 158 κ.π.).
Η ερωτηματική αντωνυμία τις, τί είναι δικατάληκτη με τρία γένη και κλίνεται κατά την γ” κλίση:
Ενικός αριθμός ουδέτ.
αρσ. και θηλ. τις
τίνος ή του τίνι ή τω τίνα
γεν. δοτ, αιτ.
Πληθυντικός αριθμός
αρσ. και θηλ. ουδέτ.
τί τίνες τίνα
τίνος ή του τίνων τίνων
τίνι ή τω τίσι(ν) τίσι(ν)
τί τίνας τίνα
Δυϊκός (και για τα τρία γένη): όν., αιτ. τίνε – γεν., δοτ. τίνοιν.

8. Αόριστες αντωνυμίες
236. Αόριστες λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν κάτι αόρι-
στο, που δεν μπορεί κανείς ή δε θέλει να το ονομάσει: Κυρε, λέγουσί
τίνες (= κάποιοι) άτι πολλά ύπισχνεϊ,… ϊίνιοι (= μερικοί) δέ δτι οΰκ αν δύ-
ναιο άποδοοναι δοα ύπισχνεΐ.
Αόριστες αντωνυμίες της αρχαίας είναι κυρίως οι ακόλουθες τρεις:
τις (αρσ. και θηλ.), τι (ουδ.) (= κάποιος)-
ό δείνα, ή δείνα, το δείνα·
ένιοι, ένιαι, ένια (= μερικοί).
237. Απο τις αόριστες αντωνυμίες:
α) η αντωνυμία τις, τί είναι δικατάληκτη με τρία γένη και κλίνεται κατά την γ” κλίση:
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
αρσ. και θηλ. ουδέτ. αρσ. και θηλ. ουδέτ.
ον. τις τι» τινές τινά ή άττα
γεν. τινός ή του τινός ή τοο τινών τινών
δοτ. τινίήτω τινί ή ταϊ τισί(ν) τισι(ν)
αιτ. τινά τί τινάς τινά ή άττα
Δυϊκός (και για τα τρία γένη): όν., αιτ. τινέ – γεν., δοτ. τινοϊν.
β) η αντωνυμία δείνα στην αρχαία ελληνική ή μένει άκλιτη (όπως στη νέα) ή κλίνεται κατά την γ» κλίση:
Ενικός αριθμός
Πληθ υνηκός αριθμός
ον. ό ή τό δείνα
γεν. τον της του δεινός
δοτ. τω τή τω δεΐνι
αιτ. τον την τό δείνα
οί αί δεινές
των δεινών (τοις ταϊς δεισι) τούς τάς δεΐνας
γ) η αντωνυμία ενιοι, έ’νιαι, ένια βρίσκεται μόνο στον πληθ. και κλί­νεται σαν τρικατάληκτο επίθετο της β” κλίσης (βλ. § 158).
238. Στις αόριστες αντωνυμίες ανήκουν και τα ακόλουθα επίθετα
που λέγονται και επιμεριστικές αντωνυμίες, γιατί σημαίνουν επιμερι-
σμό από ένα σύνολο δύο ή περισσότερων ουσιαστικών:
1) πάς, πάσα, πάν (= καθένας χωρίς καμιά εξαίρεση- μ” αυτή τη ση­μασία ο πληθ. πάντες = όλοι): ού παντός πλεΐν ες Κόρινθον (= δεν είναι εύκολο στον καθένα κτλ.) – πάντες έθαόμαζον (= όλοι εθαύ-μαζαν)·
έκαστος, έκαστη, έ’καστον (= καθένας)·
άλλος, άλλη, άλλο·
ουδείς, ουδεμία, ουδέν – μηδείς, μηδεμία, μηδέν (= κανείς)·
αμφότεροι, άμφότεραι, αμφότερα (= και οι δύο μαζί)·
έκάτερος, έκατέρα, έκάτερον (= καθένας από τους δύο)·
έτερος, έτερα, έτερον (= άλλος· λέγεται για δύο ουσιαστικά)·
ουδέτερος, ουδέτερα, οΰδέτερον – μηδέτερος, μηδετέρα, μηδέτερον (= ούτε ο ένας ούτε ο άλλος)·
ποσός, ποσή, ποσόν (= κάμποσος· πβ. § 234, 3, πόσος)-

ποιος, ποιά, ποιόν (προφ. ποι-ός, ποι-ά, ποι-όν) (= κάποιας λογής- πβ. § 234, 4, ποιος)·
αλλοδαπός, αλλοδαπή, άλλοδαπόν (= από άλλον τόπο- πβ. § 234, 6, ποδαπός).
239. Από τις επιμεριστικές αντωνυμίες:
α) η αντων. πας, πάσα, πάν χρησιμεύει και ως επίθετο (= όλος, ολό­κληρος): πας άνήρ, πάσα ή πόλις (βλ. § 172).
β) οι αντων. ουδείς και μηδεις κλίνονται όπως το αριθμητικό εις, μία, έ’ν (βλ. § 207), αλλά στο αρσενικό γένος έχουν και πληθ. αριθμό ούδένες, μηδένες (= κανείς, χωρίς εξαίρεση):
Ενικός αριθμός
Πληθ. αριθμός
ον. ουδείς
γεν. οΰδενός
δοτ. οΰδενΐ
αιτ. οΰδένα
ουδεμία ουδεμιάς ουδεμία οΰδεμίαν ουδέν ούδενός
οΰδενΐ ουδέν οΰδένες οοδένων ούδέσιζν) ούδένας
γ) η αντων. άλλος, άλλη, άλλο κλίνεται ως τρικατάληκτο επίθετο της β” κλίσης σε -ος, -η, -ον, αλλά χωρίς τελικό ν στο ουδέτερο (πβ. § 224, 2, έκεΓνο)·
6) η αντων. αμφότεροι, άμφότεραι, αμφότερα κλίνεται κανονικά στον πληθυντ. και δυϊκό αριθμό ως τρικατάληκτο επίθετο της β” κλίσης (πβ. § 158)·
ε) οι λοιπές αντωνυμίες έκαστος, έκάτερος, έτερος, ουδέτερος, μηδέτε-ρος, ποσός, ποιος, αλλοδαπός κλίνονται ως τρικατάληκτα επίθετα σε -ος, -η, -ον ή -ος, -α, -ον (πβ. § 158).
9. Αναφορικές αντωνυμίες
240. Αναφορικές λέγονται οι αντωνυμίες με τις οποίες κανονικά μια ολόκληρη πρόταση αναφέρεται σε λέξη άλλης πρότασης ή στο όλο νόημα της: εστί δίκης οφθαλμός, δς τά πάνθ” όρξ. – Αερκνλίδας έστάθη
τ^ν ασπίδα έχων, δ δοκεϊ κηλις είναι…
Αναφορικές αντωνυμίες της αρχαίας ελληνικής είναι:
δς, ή, δ (= ο οποίος, αυτός που)·
δσπερ, ήπερ, δπερ (= αυτός ακριβώς που)·
δστις, ήτις, δ,τι (= όποιος)·
όπότερος, δποτέρα, όπότερον (= όποιος από τους δύο) (π.β. § 234,

δσος, δση, δσον (πβ. § 234, 3)·
όπόσος, όπόση, όπόσον (= όσος) (π.β. § 234, 3)·
οίος, οία, οίον (= τέτοιος που) (πβ. § 234, 4)·
όποιος, όποια, όποιον χωρίς άρθρο (= όποιας λογής) (πβ. § 234, 4)·
ήλίκος, ήλίκη, ήλίκον (= όσο μεγάλος) (πβ. § 234, 5)·

όπηλίκος, όπηλίκη, όπηλίκον (= όσο μεγάλος) (πβ. § 234, 5)-
όποδαπός, όποδαπή, όποδαπόν (= από ποιον τόπο- σε πλάγια ερώ­τηση) (πβ. § 234, 6).
241. Οι αναφορικές αντωνυμίες δς, δσπερ και δστις κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Δυϊκός αριθμός
όν., αιτ. ώτινε ώτινε (αχινέ) ώτινε
γεν., δοτ. οιντινοιν οιντινοιν (αίντινοιν) οιντινοιν
Οι άλλες αναφορικές αντωνυμίες, εκτός από το ος, δσπερ, όστις, κλίνονται σαν τρικατάληκτα επίθετα της β” κλίσης: δσος,-η, -ον – οίος, οΐα, οίον κτλ.
Συσχετικές αντωνυμίες
Από τις αντωνυμίες οι ερωτηματικές, οι αόριστες, οι δεικτικές και οι αναφορικές λέγονται μαζί συσχετικές αντωνυμίες, γιατί έχουν με­ταξύ τους κάποια σχέση, δηλ. σε κάθε ερωτηματική αντωνυμία αντιστοι­χεί μια από τις άλλες: τίς; – ουδείς – ούτος – δς κτλ.
244. ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΝΤΩΝΥΜΙΩΝ
Ερωτηματικές Αόριστες
τίς; τίς, ουδείς, μηδείς,
πάς, ό δείνα, έ’νιοι,
έκαστος, άλλος
πότερος; ουδέτερος, μηδέτερος,
αμφότεροι (άμφω), έτερος,
έκάτερος
πόσος; ποσός (κάμποσος)
ποίος; ποιος (= κάποιος)
πηλίκος;
ποδαπός;

(αλλοδαπός = από άλλο μέρος)
Δεικτικές Αναφορικές
δδε, δς, Οστις,
ούτος, δσπερ
εκείνος
(ό έτερος = ο
ένας από τους δύο) όπότερος
τοσόσδε, τοσούτος δσος,όπόσος
τοιόσδε, τοιούτος οίος, όποιος
τηλικόσδε, ήλίκος,
τηλικοντος όπηλίκος
δποδαπός
20ό ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΡΗΜΑ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ
Α’.Ορισμός και παρεπόμενα του ρήματος
Ρήματα λέγονται οι κλιτές λέξεις που φανερώνουν ότι το υπο­κείμενο ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια, δηλ. παθαίνει κάτι, ή βρίσκεται σε μια ορισμένη κατάσταση: Τισσαφέρνης διαβάλλει τον ΚΓψον (το υπο-κείμ. ενεργεί) – Κύρος διαβάλλεται υπό Τισσαφέρνους (το υποκείμ. παθαί­νει κάτι από κάποιον άλλον) – Δαρείος άσθενεϊ (το υποκείμ. βρίσκεται σε μια κατάσταση).
Όπως τα πτωτικά, έτσι και το ρήμα έχει διάφορους τύπους με τους οποίους φανερώνονται τα παρεπόμενα του (πβ. § 77).
Παρεπόμενα (ή συνακόλουθα) του ρήματος είναι: 1) η διάθεση, 2) ο αριθμός, 3) το πρόσωπο, 4) η έγκλιση, 5) ο χρόνος, 6) η φωνή και 7) η συζυγία.
1. Διαθέσεις
Διάθεση του ρήματος λέγεται η ιδιαίτερη σημασία του που δεί­χνει ότι το υποκείμενο ή ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μια κα­τάσταση.
Οι διαθέσεις των ρημάτων στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, είναι τέσσερις: ενεργητική, μέση, παθητική και ουδέτερη.
α) Ρήματα με ενεργητική διάθεση ή ενεργητικά λέγονται εκείνα που σημαίνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί: Αρταξέρξης συλλαμβάνει Κύρον.
β) Ρήματα με μέση διάθε6η ή μέσα λέγονται εκείνα που σημαίνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί και η ενέργεια γυρίζει με κάποιον τρόπο σ” αυ­τό το ίδιο: οι στρατιώται γυμνάζονται (= γυμνάζουν τον εαυτό τους).
γ) Ρήματα με παθητική διάθεση ή παθητικά λέγονται εκείνα που ση­μαίνουν ότι το υποκείμενο δέχεται μια ενέργεια από κάποιον άλλον, δηλ. παθαίνει κάτι: Κΰρος προσκυνείται ώς βασιλεύς ύπο των άμφ” αυτόν.
5> Ρήματα με ουδέτερη διάθεση ή ουδέτερα λέγονται εκείνα που ση­μαίνουν ότι το υποκείμενο ούτε ενεργεί ούτε παθαίνει παρά βρίσκεται απλώς σε μιά κατάσταση: οί πολέμιοι ήσυχάζουσι.
2. Αριθμοί
248. Αριθμός του ρήματος λέγεται ο τύπος του ρήματος που φανε­ρώνει άν το υποκείμενο του είναι ένα ή δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα.
Οι αριθμοί του ρήματος, όπως και των πτωτικών, στην αρχαία ελλη­νική είναι τρεις:
α) ενικός {όταν πρόκειται για ένα): ό μαθητής γράφει-
β) δυϊκός {όταν πρόκειται για δύο): τώ μαθητά γράφετον-
γ) πληθυντικός (όταν πρόκειται για πολλά) οιμαθηταί γράφοοσι.
3. Πρόσωπα
246. Πρόσωπο του ρήματος λέγεται ο τύπος του ρήματος που φανε­ρώνει τίνος προσώπου είναι το υποκείμενο. Κανονικά τα πρόσωπα του ρήματος είναι τρία (πβ. § 221):
α) το πρώτο πρόσωπο: (έγώ) γράφω – (ήμεΐς) γράφομεν· β) το δεύτερο πρόσωπο: (ου) γράφεις – (όμείς) γράφετε · γ) το τρίτο πρόσωπο: (ούτος) γράφει – (ούτοι) γράφουσι.
4. Εγκλίσεις. Ονοματικοί τύποι
250. Η έννοια που εκφράζει το ρήμα παρουσιάζεται κάθε φορά από εκείνον που μιλεί ή σαν κάτι που το νομίζει πραγματικό ή σαν κάτι που επιθυμεί ή περιμένει να γίνει ή σαν ευχή ή σαν προσταγή κτλ.
Οι διάφορες μορφές του ρήματος που φανερώνουν την ψυχική διάθε­ση εκείνου που μιλεί λέγονται εγκλίσεις.
Οι εγκλίσεις των ρημάτων στην αρχαία ελληνική είναι τέσσερις: η οριστική, η υποτακτική, η ευκτική και η προστακτική.
α) Η οριστική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι βέ­βαιο και πραγματικό: βλάπτει τον άνδρα θυμός – ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις.
β) Ή υποτακτική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι επιθυμητό ή ενδεχόμενο: το σώμα γυμνάζωμεν (= ας γυμνάζομε) – έάν &,θτις (- αν υποθέσουμε πως θα έρθεις, όπως είναι ενδεχόμενο).
γ) Η ευκτική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν ευχή εκεί­νου που μιλεί: ώ παΐ, γένοιο πατρός ευτυχέστερος (= μακάρι να γίνεις).
δ) Η προστακτική παρουσιάζει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν προ­σταγή, αξίωση, συμβουλή, παράκληση ή και ευχή εκείνου που μιλεί: το σώμα γυμνάζετε (= να γυμνάζετε) – υγίαινε (= εύχομαι να υγιαίνεις).
Εκτός από τις τέσσερίις εγκλίσεις το ρήμα σχηματίζει ακόμη δύο τύπους, που λέγονται ονοματικοί τύποι του ρήματος.
Οι ονοματικοί τύποι του ρήματος είναι το απαρέμφατο και η μετοχή.
α) Το απαρέμφατο είναι αφηρημένο ρηματικό ουσιαστικό άκλιτο, που σχηματίζεται από το θέμα του ρήματος και φανερώνει συγχρόνως διάθεση και χρόνο: γράφειν, γράφεσθαι – γράψαι, γραφήναι.
β) Η μετοχή είναι τρικατάληκτο ρηματικό επίθετο με τρία γένη, που σχηματίζεται από το θέμα του ρήματος και φανερώνει συγχρόνως διάθε­ση και χρόνο: γράφων, γράφουσα, γράφον – γραφόμενος, γραφομένη, γρα-φόμενον – γραφείς, γραφεΐσα, γραφένν

5. Χρόνοι
Χρόνος του ρήματος λέγεται ο ρηματικός τύπος που φανερώνει πότε γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα και πώς.
I. Οι χρόνοι στην οριστική
Η οριστική έγκλιση έχει εφτά χρόνους. Αυτοί είναι: ο ενεστώ­τας, ο παρατατικός, ο (απλός) μέλλοντας, ο αόριστος, ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας.
α) ο ενεστώτας φανερώνει κάτι που γίνεται τώρα (με διάρκεια ή με επανάληψη): ό μαθητής γράφει – άει τά αυτά λέγω.
β) ο παρατατικός φανερώνει κάτι που γινόταν στο παρελθόν (με διάρκεια ή με επανάληψη): ό μαθητής έγραφε -Σωκράτης ώσπερ έγίγνω-σκεν ούτως έλεγε.
γ) ο (απλός) μέλλοντας φανερώνει κάτι που θα γίνει ή θα γίνεται στο μέλλον: έγώ γράψω (= εγώ θα γράψω ή θα γράφω) – έγώ ύμΐν έρω.
δ) Ο αόριστος φανερώνει κάτι που έγινε αόριστα στο παρελθόν (ά­σχετα αν κράτησε πολύ ή λίγο): δ μαθητής έγραψε — έβασίλευσε δώδε­κα ετη.
ε) Ο παρακείμενος κυρίως φανερώνει κάτι που έχει γίνει στο παρελ­θόν και υπάρχει τώρα συντελεσμένο: ό μαθητής γέγραφε (= ο μαθητής έχει γράψει κάτι που τώρα είναι πια τελειωμένο) – οι πολέμιοι σπονυάς λελύκασι.
ς) Ο υπερσυντέλικος φανερώνει κάτι που είχε γίνει, δηλ. κάτι που ή­ταν συντελεσμένο σε κάποιο χρονικό σημείο του παρελθόντος: ό μαθη­τής έγεγράφει (= είχε γράψει στο παρελθόν κάτι που ήταν τότε τελειωμέ­νο και που τώρα μπορεί να μην υπάρχει) – οότος προαφΐκτο εις Σικελίαν (= είχε φτάσει πρωτύτερα και βρισκόταν τότε εκεί).
ζ) Ο συντελεσμένος μέλλοντας φανερώνει κάτι που θα έχει γίνει, δηλ. κάτι που θα είναι συντελεσμένο, σε κάποιο χρονικό σημείο του μέλ­λοντος: ό μαθητής γεγραφώς έσται (= θα έχει γράψει κάτι που θα είναι τελειωμένο σε ορισμένη στιγμή του μέλλοντος) – η πόλις έσται τετειχι-σμένη.
254. Ανασκόπηση. Από τους χρόνους στην οριστική: α) ο ενεστώτας και κατά ένα μέρος ο παρακείμενος αναφέρονται κα­νονικά στο παρόν. Ο παρατατικός, ο αόριστος, ο υπερσυντέλικος και κατά ένα μέρος ο παρακείμενος αναφέρονται στο παρελθόν· ο (απλός) μέλλοντας και ο συντελεσμένος μέλλοντας αναφέρονται στο μέλλον-β) ο ενεστώτας, ο παρατατικός και κάποτε ο (απλός) μέλλοντας πα­ρουσιάζουν αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι εξακολουθητικό, που διαρκεί με συνέχεια ή μ επανάληψη- ο αόριστος και κάποτε ο (απλός) μέλλοντας το παρουσιάζουν συνοπτικά (ιδωμένο στο σύνολο του)· ο πα­ρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας το παρου­σιάζουν συντελεσμένο.
255. ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΟΣ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ Χρόνοι που παρουσιάζουν αυτό που σημαίνει το ρήμα
α) στο παρόν β) στο παρελθόν γ) στο μέλλον »■
I. σαν εξακο- ενεστώτας παρατατικός (απλός) μέλλοντας j
λουθητικό ■γράφω έ’γραφον γράψω (= θα γράφω) 1
2. σαν συνοπτι- αόριστος (απλός) μέλλοντας I
κά (ή στιγμιαίο) έγραψα γράψω (= θα γράψω)
3. σαν συντελε- παρακείμενος παρακείμενος συντελ. μέλλοντας \
σμένο γέγραφα γέγραφα υπερσυντέλικος γεγραφώς έσομαι I
έγεγράφειν – J
Από τους χρόνους του ρήματος:
α) ο ενεστώτας, ο (απλός) μέλλοντας και ο παρακείμενος λέγονται αρχικοί (γιατί αυτοί σχηματίστηκαν στην αρχή)- ο παρατατικός, ο αόρι­στος και ο υπερσυντέλικος λέγονται παραγόμενοι (γιατί παράγονται από τους αρχικούς) ή ιστορικοί (γιατί αναφέρονται στα περασμένα)·
β) ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και συντελεσμένος μέλλοντας λέγονται συντελικοί, γιατί σημαίνουν κάτι το συντελεσμένο (το αποτε­λειωμένο)-
γ) οι περισσότεροι χρόνοι στην αρχαία ελληνική εκφέρονται με μία λέξη και λέγονται μονολεκτικοί (π.χ. μέλλ. λύσω, παρακείμ. λέλυκα, υπερσυντ. έλελύκειν κτλ.), μερικοί όμως σχηματίζονται με δύο λέξεις και λέγονται περιφραστικοί (π.χ. συντελεσμ. μέλλ. λελυκώς έσομαι).

II. Οι χρόνοι στις άλλες εγκλίσεις
1) Η υποτακτική και η προστακτική σχηματίζουν μόνο ενεστώ­τα, αόριστο και παρακείμενο.
2) Η ευκτική, το απαρέμφατο και η μετοχή σχηματίζουν ενεστώτα, (απλό) μέλλοντα, αόριστο και παρακείμενο.

6. Φωνές
Φωνή του ρήματος λέγεται ένα σύνολο από τύπους που μπορεί να σχηματίσει το ρήμα.
Κάθε ρήμα κανονικά σχηματίζει δύο σύνολα από τύπους, δηλ. έχει δύο φωνές. Αυτές είναι:
α) η ενεργητική φωνή, που ο πρώτος τύπος της (δηλ. το α” ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα) λήγει σε -ω ή -μι: λό-ω, τιμώ, τίθη-μι ·
β) η μέση φωνή, που ο πρώτος τύπος της (δηλ. το α” ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα) λήγει σε -μαι: λύ-ο-μαι, τιμώμαι, τίθεμαι.

7. Συζυγίες
Κατά τον τρόπο που κλίνονται τα ρήματα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, που λέγονται συζυγίες.
α) Στην πρώτη συζυγία ανήκουν όσα ρήματα στο α” πρόσωπο της οριστικής του ενεργητικού ενεστώτα λήγουν σε -ω: λύω, (τιμάω) τιμώ, γράψ-ω.
β) Στη δεύτερη συζυγία ανήκουν όσα ρήματα στο α” πρόσωπο της οριστικής του ενεργητικού ενεστώτα λήγουν σε -μι: δείκνυ-μι, τίθη-μι.

Β’. Στοιχεία του σχηματισμού του ρήματος
Στους ρηματικούς τύπους ξεχωρΐζομε διάφορα στοιχεία: κατά­ληξη, θέμα, χαρακτήρα, αύξηση, αναδιπλασιασμό και το βοηθητικό ρήμα
(όταν ο τύπος σχηματίζεται περιφραστικά). Π.χ. στον τύπο λό-ω το λυ-είναι θέμα, το -υ- χαρακτήρας, το -ω κατάληξη- στον τύπο έ-λο-ον το ε-είναι αύξηση, το -λυ- θέμα, το -ον κατάληξη.

1. Κατάληξη (βλ. § 73, α)
261. Κατάληξη του ρηματικού τύπου είναι το τελευταίο μέρος που
αλλάζει, για να δηλωθεί η φωνή, το πρόσωπο, ο αριθμός, η έγκλιση και ο χρόνος: -ω, -εις, -ει,-ομεν, -ετε, -ουσι- -ω, -ης, -ρ κτλ.· -ον, -ες, -ε κτλ.–ομαι, -ει, -εται κτλ.- -ωμαι, -χι, -ηται κτλ. (πβ. § 281 και § 288).

2. Θέμα (βλ. § 73, β)
262. Κάθε ρήμα κανονικά έχει δύο θέματα, από τα οποία σχηματί­ζονται οι διάφοροι τύποι του. Τα θέματα αυτά είναι το ρηματικό και το χρονικό.
α) Ρηματικό θέμα λέγεται το αρχικό θέμα που χρησιμεύει ως βάση στο σχηματισμό των χρονικών θεμάτων του ρήματος. Έτσι: το ρηματι­κό θέμα του ρήματος βλάπτω δεν είναι το βλαπτ- (όπως στον ενεστώτα βλάπτ-ω) παρά βλαβ- (όπως στο όνομα βλάβη)· το ρημ. θέμα του ρ. άλ-λάσσω δεν είναι άλλασσ- (όπως στον ενεστώτα άλλάσσ-ω), παρά άλλαγ-(όπως στο όνομα άλλαγ-ή) κτλ.
β) Χρονικό θέμα λέγεται το ιδιαίτερο θέμα που μ” αυτό σχηματί­ζονται οι τύποι ορισμένου χρόνου ή ορισμένων χρόνων. Το χρονικό αυ­τό θέμα προέρχεται από το αρχικό ρηματικό θέμα που μετασχηματίζεται στους διάφορους χρόνους και παίρνει διάφορες μορφές.
Κανονικά έχουν κοινό χρονικό θέμα ο ενεστώτας με τον παρατατικό, ο μέλλοντας με τον αόριστο και ο παρακείμενος με τον υπερσυντέλικο και τον συντελεσμένο μέλλοντα. Π.χ.
Ενεργ. φωνή ενεστώτας:
παρατατ.: μέλλοντας; αόριστος: παρακείμ.: «υπερσυντ.: συντ. μέλλ.
βλάπτω έ’-βλαπτ-ον βλάψω έ’-βλαψ-α βέ-βλαφ-α έ-βε-βλάφ-ειν βε-βλαφ-ώς έσομαι
}
(χρονικό θέμα βλαπτ-)
(χρονικό θέμα βλαψ-)

(χρονικό θέμα βεβλαφ-)
3. Χαρακτήρας (βλ. § 73, β)
α) Ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος λέγεται ρηματικός χα­ρακτήρας: Π.χ. του ρ. λύω ρηματικό θ. λυ~, ρηματικός χαρακτ. -υ– του ρ. κόπτω ρηματικό θ. κοπ-, ρηματικός χαρακτ. -π-·
β) Ο χαρακτήρας του χρονικού θέματος λέγεται χρονικός χαρακτή­ρας. Π.χ. (λύ-ω), μέλλ. λύσ-ω, χρονικό θ. λυσ-, χρονικός χαρακτήρας -σ-, παρακείμ. λέ-λνκ-α, χρον. θ. λε-λυκ-, χρον. χαρακτ. -κ-.
Κατά τον ρηματικό χαρακτήρα τα ρήματα και των δύο συζυ­γιών διαιρούνται σε φωνηεντόληκτα (λύ-ω, ί’-στη-μι) και συμφωνόληκτα (γράφ-ω, δείκ-νυ-μι). Και υποδιαιρούνται:
α) τα φωνηεντόληκτα σε ασυναίρετα (λύ-ω, παιδεύ-ω) και σε συνη-ρημένα (τιμάω -ώ, ποιέω ώ, δηλόω -ώ)·
β) τα συμφωνόληκτα σε αφωνόληκτα (διώκ-ω, γράφ-ω, πει’θ-ω, δείκ­νυ-μι), σε ενρινόληκτα ή υγρόληκτα (βάλλω, δέρ-ω, ολ-λυ-μι, μέν-ω) και σε λίγα σιγμόληκτα (σβέσ-νυ-μι = σβέννυμι).
265. ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ (κατά συζυγία και χαρακτήρα)
Α” συζυγία (ρήματα σε -ω)
Β” συζυγία (ρήματα σε -μι)
λύ-ω, παιδεύ-ω, κυλίω χρί-ω, σεί-ω, κλαί-ω, καί-ω
Γ-στη-μι, τί-θη-μι, Γ-η-μι, δί-δω-μι, στρώ-ν-νυ-μι
! 3
(σε -αω) τιμάω – ώ (σε -έω) πσιέ-ω – ώ (σε -όω) δηλό-ω = ώ

τρϊβ-ω, ay-ω, τάσσ-ω (θ. ταγ-)
έλπίζ-ω (θ. έλπιδ-)
μείγ-νο-μι, δείκ-νυ-μι, ζεύγ-νυ-μι

νεμ-ω, μεν-ω, άγγέλλ-oj, δέρ-ω δλ-λυ-μι

(κεράσ-νυ-μι) κεράννυμι (σβέσ-νυ-μι) σβέννυμι (βλ. § 333, δ)

4. Αύξηση α) Ομαλή αύξηση στα απλά ρήματα
266. Στους ιστορικούς χρόνους της οριστικής (δηλ. στον πα­ρατατικό, τον αόριστο και τον υπερσυντέλικο) τα ρήματα παίρνουν στην αρχή του θέματος αύξηση.
Η αύξηση δηλώνει το παρελθόν και είναι δύο ειδών: συλλαβική και χρονική.
Συλλαβική αύξηση παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από σύμφωνο. Και είναι συλλαβική αύξηση η προσθήκη ενός ε (με ψιλή) στην αρχή του θέματος από το οποίο σχηματίζεται καθένας από τους ιστορικούς χρόνους της οριστικής: (λύ-ω), παρατ. έ’-λυον, αόρ. έ­λυσα, υπερσ. έ-λελύκειν.
Χρονική αύξηση παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από φωνήεν (ή δίφθογγο). Και είναι χρονική αύξηση η έκταση του αρ­χικού βραχύχρονου φωνήεντος του θέματος από το οποίο σχηματίζεται καθένας από τους ιστορικούς χρόνους της οριστικής (βλ. § 62, 7, β).
Κατά τη χρονική αύξηση γίνονται οι ακόλουθες εκτάσεις:
το ά σε η: ακούω – ήκουον το ε σε η: ελπίζω – ηλπιζον το ο σε ω: ορίζω – ώριζον το /»σε /: ικετεύω – ίκέτευον το ύ σε υ: υβρίζω – υβριζον
το αι σε η: αισθάνομαι – ήσθανόμην το ει σε η: εικάζω – ήκαζον το αυ σε ηυ: aύξάvoJ – ηΰξανον το ευ σε ηυ: εύχομαι – ηύχόμην το οι σε φ: οικτίρω – φκτιρον

β) Ομαλή αύξηση στα σύνθετα ρήματα
Στην αρχαία ελληνική τα σύνθετα ή παρασύνθετα (βλ. § 378) ρήματα που το α” συνθετικό τους είναι πρόθεση παίρνουν εσωτερική αύ­ξηση, δηλ. έχουν τη συλλαβική ή χρονική αύξηση” μετά την πρόθεση: είσ-φέρω: είσ-έ-φερον· υπερβάλλω: ύπερ-έ-βαλλον· συν-άγω: συν-ήγον-συν-οικώ: συν-φκουν, συν-φκησα- άν-αλίσκω και άν-αλόω: άν-ήλισκον και άν-ήλουν, άν-ήλωσα (από το παράνομος) παρασύνθ. παρανομώ: παρ-ε-νόμουν, παρ-ε-νόμησα κτλ. – (από το έγ-κώμιον) παρασύνθ. εγκωμίαζαν: έν-ε-κωμίαζον, έν-ε-κωμίασα κτλ.· (από το έπι-στάτης) παρασύνθ. έπιστατώ: έπ-ε-στάτουν, έπ-ε-στάτησα κτλ.- (από το ένχειρί τι’θημι) παρασύνθ. εγχει­ρίζω: έν-ε-χείριζον, “έν-ε-χείρισα.
Τα παρασύνθετα ρήματα που το α” συνθετικό τους είναι άλλη λέξη εκτός από πρόθεση έχουν τη συλλαβική ή χρονική αύξηση στην αρχή, σαν να ήταν απλά: (από το δυστυχής) παρασύνθ. δυστυχώ – έδυ-στύχουν – έδυστύχησα κτλ.· (από το μυθολόγος) παρασύνθ. μυθολογώ – έ-μυθολόγουν – έμυθολόγησα κτλ.· (από το άδικος) παρασύνθ. αδικώ – ήδί-κονν – ήδίκησα κτλ.· (από το οικοδόμος) παρασύνθ. οικοδομώ – φκοδό-μουν – φκοδόμησα κτλ.
γ) Ανώμαλη αύξηση
269. Σε μερικά ρήματα της αρχαίας ελληνικής (απλά ή σύνθετα και παρασύνθετα) παρουσιάζεται ανώμαλη αύξηση: Έτσι:
Από τα απλά ρήματα:
α) Τα ρήματα βοόλομαι, δύναμαι και μέλλω (= σκοπεύω να κάμω κά­τι) έχουν αύξηση κανονική έ και ανώμαλη ή (από αναλογία προς το έθέλω ή θέλω – ή’θελον): έβουλόμην και ήβουλόμην – έβουλήθην και ήβου-λήθην έδυνάμην και ήδυνάμην – έδυνήθην και ήδυνήθην έμελλον και ήμελλον
β) μερικά ρήματα που αρχίζουν από ε έχουν αύξηση ει και όχι η: εθίζω (= συνηθίζω) – εΐθιζον έλίττω (= τυλίγω) – είλιττον· έλκω (= σέρ­νω) – είλκον έπομαι – είπόμην περι-έπω (= μεταχειρίζομαι κάποιον κα­λά, καλομεταχειρίζομαι – ή μεταχειρίζομαι κακά, κακομεταχειρίζομαι) -■περιεΐπον εργάζομαι – είργαζόμην έρπω – είρπον έστιάω -ώ (= φιλεύω) -είστίων· έχω – ειχον- έάω, έώ (= αφήνω) – εΐων.
γ) Τα ρ. ώθώ, ώνουμαι (= αγοράζω) και (κατ)άγνυμι (= σπάζω), αν και αρχίζουν από φωνήεν, έχουν συλλαβική αύξηση: έ-ώθουν, έ-ωνούμην, (κατ-)έ-αξα.
δ) Το ρ. όράω ώ (= βλέπω) στον παρατατικό, το ρ. άλίσκομαι (~ πιάνομαι, κυριεύομαι) στον β” αόριστο και το ρ. άν-οίγω σε όλους τους ιστορικούς χρόνους έχουν δύο συγχρόνως αυξήσεις, συλλαβική και χρονική: όρώ – έώρων άλίσκομαι – έάλων (άν)-οίγω – (άν)-έωγον -άνέωξα (έτσι και εοικα – έφκειν).
ε) Το ρ. εορτάζω παίρνει τη χρονική αύξηση στη δεύτερη συλλαβή: έώρταζον, έώρτασα,
Από τα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα:
α) Μερικά έχουν την αύξηση στην αρχή, δηλ. πριν από την πρό­θεση, σαν να ήταν απλά: άμφιέννυμι (= ντύνω) – ήμφιέννυν – ήμφίεσα έπει’γω (—= επισπεύδω, βιάζιο) – ήπειγον έπι’σταμαι (= ξεροί καλά) – ήπιστάμην καθέζομαι (= κάθομαι) – έκαθεζόμην
έγγοάω-ώ (= δίνω κάτι για ενέχυρο· παρασύνθ. από τη λέξη έγγύη =
ενέχυρο) – ήγγύων – ήγγύησα έναντιόομαι -οΰμαι (παρασύνθ. από τη λ. ενάντιος) – ήναντιούμην έμπεδόω -ώ (= στερεώνω- παρασύνθ. από τη λ. έμπεδος = στερεός) -
ήμπέδουν
έμπολάω -ώ (= εμπορεύομαι» παρασύνθ. από τη λ. έμ-πολή = εμπόρευ­μα) – ήμπόλων
προοιμιάζομαι (παρασύνθ. από τη λ. προοίμιον) – ποιητ. έπροοιμιασάμην β) μερικά άλλοτε έχουν την αύξηση στην αρχή, σαν να ήταν απλά, και άλλοτε παίρνουν εσωτερική αύξηση (μετά την πρόθεση): καθεύδω (= κοιμούμαι) – παρατ. έ-κάθευδον και καθηυδον κάθημαι (κατά+ήμαι) – παρατατ. έ-καθήμην και (χωρίς αύξηση) καθ-ήμην
καθίζω (κατά+Ιζω) (= βάζω κάποιον να καθίσει) – παρατατ. έ-κάθιζον,
αόρ. έ-κάθϊσα και κάθισα έκκλησιάζω (= μαζεύομαι σε συνέλευση στην εκκλησία του δήμου) -
παρατατ. ήκκλησίαζον και έξ-ε-κλησίαζον
γ) μερικά έχουν συγχρόνως δύο αυξήσεις, δηλ. πριν από την πρόθεση και μετά την πρόθεση:
άμφι-γνοέω -ώ (= αμφιβάλλω) – παρατατ. ήμφ-β-γνόουν, αόρ. ήμφ-ε-γνόησα
άμφιοβητέω -ώ (άμψϊς+βήναι του ρ. βαίνω: αρχικά άμφίς – βητώ και έ­πειτα νομίστηκε σαν άμφι-σβητώ) παρατ. ήμφ-ε-σβήτουν, αόρ. ήμφ-ε-σβήτησα
ανέχομαι (άνά+έχομαι) – παρατ. ήν-ειχόμην, αόρ. ήν-ε-σχόμην έν-οχλέω -ώ (έν+όχλώ) – παρατ. ήν-ώχλονν, αόρ. ήν-ώχλησα (έπ)ανορθόω -ώ (έπί+άνά+όρθώ) – παρατ. (έπ)ην-ώρθοον, αόρ. (επαν­όρθωσα.
5. Αναδιπλασιασμός ο) Ομαλός αναδιπλασιασμός στα απλά ρήματα
270. Οι συντελικοί χρόνοι (παρακείμενος, υπερσυντέλικος και συντελεσμένος μέλλοντας) έχουν στην αρχή του θέματος, αναδιπλασια-σμό σε όλες τις εγκλίσεις και στό απαρέμφατο και τη μετοχή.
Ο αναδιπλασιασμός είναι τριών ειδών:
)) Επανάληψη του αρχικού συμφώνου του θέματος μαζί με ένα ε: (λό-ω) λέ-λυ-κα.
Τέτοιον αναόιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρ­χίζει α) από ένα απλό σύμφωνο εκτός από το ρ και β) από δύο σύμφοι-να από τα οποία το πρώτο είναι άφωνο και το δεύτερο υγρό ή ένρι­νο. Π.χ.
υπερσυντ. ε’-λε-λύ-κειν
ενεστώτας παρακείμ.
λύ-ω Χέ-λυ-κα
πνέ-ω (θ. πνευ-) πέ-πνευ-κα
γράφομαι γέ~γραμ-μαι
συντελ. μέλλ.
ε-πε-πνευ-κειν — έ-γε-γράμ-μην γε-γράψομαι
Όταν το αρχικό σύμφωνο του θέματος είναι δασύπνοο (χ – φ – θ), τρέπεται στη συλλαβή του αναδιπλασιασμού στο αντίστοιχο ψιλόπνοο (κ – π – τ): χορεύ-ω, κε-χόρεο-κα, έ-κε-χορεν-κειν φυτεϋ-ω, πε-φύτευ-κα, έ-πε-φο-τεύ-κειν θύ-ω, τέ-θν-κα, έ-τε-θύ-κειν (βλ. § 69, 1, α).
2) Συλλαβική αύξηση (βλ. § 266, ί): (στρατηγέω -ώ) k-στρατήγηκα.
Τέτοιον αναδιπλασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρ­χίζει α) από ένα διπλό σύμφωνο ή από ρ> β) από δύο σύμφωνα, χωρίς όμως να είναι το πρώτο άφωνο και το δεύτερο υγρό ή ένρινο” γ) από τρία σύμφωνα. Π.χ.
ενεστώτας
ψεόδ-ομαι
ρΊπτ-ω
φθείρ-ω
σκοπέω -ώ
στρατεύ-ομαι
παρακείμενος
ε-φ
ε-ψενσ-μαι
έ-ρριφ-α
)-κα
ε-σκεμ-μαι έ-στράτευ-μαι
υπερσυντέλικος συντ. μέλλ.
έ-ψευσ-μην έ-ψεύσομαι
έ-ρρίφ-ειν —
έ-φθάρ-κειν —
έ-σκέμ-μην έ-σκέψομαι
έ-στρατεύ-μην —
3) Χρονική αύξηση (βλ. § 266, 2): (αδικώ) ήδίκηκα. Τέτοιον αναδιπ?νασιασμό παίρνουν τα ρήματα που το θέμα τους αρ­χίζει από φωνήεν (ή δίφθογγο):
ενεστώτας αθροίζω έρημόω -ώ ομιλέω -ώ αισθάνομαι οικέω -ώ παρακείμενος
ΐχθροικα
χφήμωκα
ώμίληκα
§σθημαι
ψκηκα
υπερσυντέλικος
ί\θροίκειν
^ημώκειν
ώμιλήκειν
§σθήμην
φκήκειν

β) Ομαλός αναδιπλασιασμός στα σύνθετα ρήματα
271. Τα σύνθετα ή παρασύνθετα (βλ. § 378) ρήματα κανονικά έχουν τον αναδιπλασιασμό όπου και την αύξηση. Έτσι έχουν τον αναδιπλα­σιασμό α) μετά την πρόθεση (όπως και την αύξηση):
άπο-γράφω παρακ. απο-γέ-γραφα
έγ-κωμιάζω » έγ-κζ-κωμίακα
συν-οικώ » συν-φκηκα
προαπο-στέλλω » προαπ-έ-σταλκα (πβ. § 267)
β) στην αρχή (όπως και την αύξηση):
δυστυχώ παρακ. δε-δυστύχηκα
μυθολογώ » με-μυθολόγηκα
αδικώ » ήδίκηκα
οικοδομώ » ώκοδόμηκα (πβ. § 268).

γ) Ανώμαλος αναδιπλασιασμός
272. Μερικά ρήματα (απλά ή σύνθετα και παρασύνθετα) έχουν ανώ­μαλο αναδιπλασιασμό. Έτσι:
Τα ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από γν έχουν αναδιπλασια­σμό του β” είδους, δηλ. όμοιο με τη συλλαβική αύξηση ε (αντίθετα με τον κανόνα 270, 1), και αντίστροφα τα ρ. κτώμαι, μιμνήσκομαι (ή μιμνή-σκομαι) και πίπτω έχουν αναδιπλασιασμό του α” είδους (αντίθετα με τον κανόνα § 270, 2):
γιγνώσκω (θ. γνω-) παρακ. ϊ-γνω-κα γνωρίζω (θ. γνωριδ-) παρακ. έ-γνώρι-κα κτώμαι (θ. κτα-, κτη-) παρακ. κί-κτη-μαι μιμνήσκομαι (θ. μνψ) παρακ. μέ-μνη-μαι πίπτω (θ. πτα>-) παρακ. πέ-πτω-κα.
Το ρ. άν-οίγω έχει αναδιπλασιασμό όμοιο με την αύξηση του: άν-έφχ-α, άν-έωγ-μαι (άπό τό άν-ή¥οιχ-α, άν-ήοιχ-α ~ άνέωχα και από το άν-ή¥οιγ-μαι, άν-ήοιγ-μαι = άνέωγμαι).
Το ρ. εϊ’κω (που είναι άχρηστο στον ενεστώτα) έχει παρακείμενο ε-οικ-α (= μοιάζω) και υπερσυντέλικο έ-ώκ-ειν.
Τα ρήματα κατ-άγνυμι, άλίσκομαι, ορώ, ωθούμαι και ώνουμαι παίρνουν αναδιπλασιασμό ε, αν και αρχίζουν από φωνήεν: κατ-έ-αγ-α, έ-άλω-κα, έ-όρα-κα (και έ-ώρα-κα), ε-ωσ-μαι, έ-ώνη-μαι (από το κατα-Γέ-¥αγ-α, Ρε-Ράλω-κα, Ψέ-¥ωθ~μαι, ¥ε-¥ώνη-μαι· πβ. § 269, 1, γ και δ).
Τα ρ. εθίζω, ελκω, εργάζομαι, έστιάω -ώ και έάω – έώ παίρνουν αναδιπλασιασμό ει (όμοιο με την αύξηση τους): είθικα, είλκυκα (από θ. έλκυ), εΓργασμαι, είστίακα, εϊακα (από το Έε-Έέθι-κα, ¥ε-Έέλκυ-κα, Ρε-Ρέρ-γασ-μαι, Ρε-Ρεστία-κα, Ρε-Ρέα-κα· πβ. § 269, !, β).
6) Τα ρ. λαμβάνω, λέγω, λαγχάνω, (σολ)λέγω, (δια)λέγομαι και τα ά­χρηστα στον ενεστώτα μείρομαι (= συμμερίζομαι) και έθω (= συνηθίζω) παίρνουν αναδιπλασιασμό ει: εΐληφα, εΐρηκα, εΐληχα, (συν)είλοχα, (δι)εί-λεγμαι, είμαρται (= είναι πεπρωμένο), εΐωθα (= συνηθίζω).
S) Αττικός αναδιπλασιασμός
273. Μερικά ρήματα που το θέμα τους αρχίζει από α ή ε ή ο έχουν ιδιαίτερο είδος αναδιπλασιασμού που λέγεται αττικός αναδιπλασιασμός, γιατί κυρίως συνηθιζόταν στην αττική διάλεκτο.
Αττικός αναδιπλασιασμός είναι η επανάληψη των δύο πρώτων φθόγγων του θέματος και συγχρόνως η έκταση του (εσωτερικού τώρα) αρχικού του φωνήεντος (του α ή ε σε η και του ο σε α>).
Τα πιό συνηθισμένα ρήματα που παίρνουν αττικό αναδιπλασιασμό είναι τα ακόλουθα:
6. Το βοηθητικό ρήμα ειμί (= είμαι) 274. Για το σχηματισμό των περιφραστικών χρόνων των ρημάτων
στην αρχαία ελληνική χρησιμεύει το ρήμα ειμί ως βοηθητικό (όπως στη νέα τα ρ. έχω και είμαι: έχω λύσει, είμαι λυμένος κτλ.).
275. Το ρ. ειμί είναι ανώμαλο, και οι χρόνοι του στην οριστική εί­ναι:
Ενεστώτας Παρατατ.
Μέλλοντας
Αόριστος
Παρακείμ.
Υπερσυντ.
ειμί (είμαι), (θ. έσ-: έσ-μϊ — είμί” βλ. § 62, 7, β). ή και ήν (ήμουν), (θ. έσ-: έσ-α = έ’α = ή και με τελικό ν από αναλογία πρός τον παρατ. των άλλων ρημάτων: ήν).
έσομαι (θα είμαι), (θ. έσ-: εσ-σομαι = εσομαι). έ-γεν-όμην (υπήρξα, έγινα), (θ. γεν-) πβ. § 358. γέ-γον-α (έχω υπάρξει, έχω γίνει), (θ. γεν = γον-” βλ. § 62. 6).
έ-γε-γόν-ειν {είχα υπάρξει, είχα γίνει). Από τους χρόνους αυτούς, για το σχηματισμό των περιφραστικών ρηματικών τύπων χρησιμοποιούνται ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο μέλλοντας, που κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
Ενεστώτας Παρατατικός Μέλλοντας
Ενικ. α” ειμί (έσ-μί) ή και ήν έσομαι (έσ-σομαι)
β” εί (έ’σ-σι) ήσθα έση ή εσει
υ” έσ-τί(ν) ήν έσται
Πληθ. α” έσ-μέν ή-μεν έσόμεθα
β” έσ-τέ ή-τε ή ήσ-τε εσεσθε
υ” εί-σί(ν), (έσ-νσί) ή-σαν έσονται
Δυϊκ. β” έσ-τόν ήσ-τον έσεσθον
υ” έσ-τόν ήσ-την εσεσθον
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ
Ενεστώτας Μέλλοντας Ενεστώτας
Ενικ. α” β” υ” ώ (£σ-ω) V εΐη-ν (έσ-ίη-ν)
ειη-ς
εϊη έσοίμην
εσοι-ο
iaoi-zo ίσ-θι (αντί: £σ-θι) εσ-ζω
Πληθ. α” β” υ” ώ-μεν ή-τε ώ-σι(ν) είη-μεν ή ει-με\ ειη-ζε ή εί-ζε εΐη-σαν ή εί-εν έσοί-μεθα
έσοι-σθε
έσοι-νζο εσ-ζε
εσ-των ή δν-ζων ή ε»σ-ζωσαν
Δυϊκ. β’
υ” ή-τον ή-ζον εΐη-wv ή εί-τον είή-την ή εϊ-ζη\ έ’σοι-σθον έσοί-σθην έσ-ζον έ’σ-ζων
ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
Ενεστώτας Μέλλοντας Ενεστώτας Μέλλοντας
είναι (εσ-ναι) έσεσθαι ών, γεν. δνζος ούσα, γεν. ούσης δν, γεν. #ντος έσόμενος
εσομένη
έσόμενον
21ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α” ΣΥΖΥΠΑΣ (ΣΕ -Ω) ΒΑΡΥΤΟΝΑ
276. Στα βαρύτονα ρήματα της α” συζυγίας, όπως είδαμε (§ 264 και § 265). ανήκουν : α) τα φωνηεντόληκτα ασυναίρετα: λύ-ω, παιδεύ-ω κ.ά.” β) τα αφωνόληκτα (δηλ. όσα έχουν χαρακτήρα κ, γ, χ – π, β, φ – τ,

 

277. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ
Χρό­νοι Αριθμοί ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
Ενεστ. Ενικ. Πληθ. Δυϊκ. λύ’-ω λό-εις λύει λύ-ομεν λύ-ετε λν-νυσι(ν) — λύ-ετον λν-ετον λύ-ω λύ-τις λό-ti λύ-ωμεν λιί-ijre λν-ωσι(ν) — λύ-ητον λύ-ητον
Παρατ. Ενικ. Πληθ. Δυϊκ. ί-λο-ον S-λν-ες έ~-λυ-ε έ-λύ-ομεν έ-λύ-ετε έ~-λυ-ον — έ-λύ-ετον έ-λν-έτην
Μέλλοντ. Ενικ. Πληθ. Δυϊκ. λϋ’-σω λύ-σεις λν-οει λύ-σομεν λύ-σετε λύ-σσναι(ν) — λϋ-σετον λύ-σετον
Αόριστος Ενικ. Πληθ. Δυϊκ. έ-λΰ-σα S-λυ-σας ε~-λυ-σε(ν) έ-λύ-ααμεν έ-λύ-οατε έ-λυ-σαν — έ-λύ-σατον έ-λο-οάτην λύ-σω λύ-σρς λύ-οΐ) λύ-σωμεν λύ-σητε λύ-σωσι(ν) — λύ-σητον λύ-οητον
1. Οι τόποι της ευκτικής του αορ. σε -ειας, -ειφ), -ειαν λέγονται αιολικοί και είναι πιό εύχρηστοι από τους άλλους. 2. Οι τόποι του γ” πληθυντικού της προστακτικής σε -ντων δ, θ): πλέκω, γράφ-ω, πείθ-ω κ.ά.· γ) τα υγρόληκτα και ενρινόληκτα
(δηλ. όσα έχουν χαρακτήρα λ, ρ – μ, ι>): άγγέλλ-ω, οπείρ-ω, νέμ-ω, μέν-ω κ.ά.
Παρακάτω δίνεται ως παράδειγμα η κλίση του ρ. λύω – λύομαι (βα-ρύτονο ρήμα. φωνηεντόληκτο). Με βάση το ρήμα αυτό και με ορισμέ­νες διαφορές κλίνεται καθεμιά από τις παραπάνω κατηγορίες ρημάτων.

 
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ (λύ-ω, θ. λϋ- και λύ-)
ΕΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡ. ΜΕΤΟΧΗ
λύ-οιμι λύ-οις λύοι λό-οιμεν λύ-οιτε λύ-οιεν
— λό-οιτον λυ-οίτην — λΰ-ε λυ-έτω
— λύ-ετε λο-όντων2
ή λυ-έτωσαν
— λύ-ετον λυ-έτων λν-ειν λύ-ων
λύ-ουσα
λν-ον

λύ-σοιμι λύ-σοις λύ-σοι λύ-σοιμεν λύ-σοιτε λύ-σοιεν
— λύ-σοιτον λυ-σοίτην λύ-σων
λύ-σουσα
λΰ-αον
λύ-σαιμι λύ-ααις ή λύ-σει-ας λΰ-σαι ή λύ-σειε(ν)” λύ-ααιμεν λύ-σαιτε
λύ-σαιεν ή λύ-σειαν — λό-σαιτον λυ-σαίτην — λν-σον λυ-σάτω
— λύ-σατε λυ-αάντων2
ή λυ-σάτωσαν
— λύ-σατον λο-σάτων λΰ-σαι λύ-σας λύ-σασα λν-σαν

είναι πιό εύχρηστοι από τους τύπους σε -τωσαν.

Χ ρόνοι Αριθμοί ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
Ενικ. λέ-λΰ-κα λέ-λυ-κας λέ-λυκε λε-λύ-κω Χε-λύ-κης λε-λϋ-κτ)
Ο Πληθ. λε-λό-καμεν λε-λύ-κατε λε-λύ-κωμε λε-λύ-κητε
ο λε-λΰ-κασι(ρ) λε-λύ-κ(οσι( ν)
ο Δυϊκ. — λε-λύ-κατον λε·λυ-κατον — λε-λύ-κητον λε-λύ-κητον
Β Ενικ. λε-λυ-κώς κυΓα -κός ώ ης ή3
& Πληθ. λε-λο-κότες -κυΓαι -κότα ώμεν
5. ήτε ώσι
C Δυϊκ. λε-λυ-κότε κυία -κότε — ήτον
Ε VI κ. έ-λε-λύ-κειν” έ-λε-λϋ-κεις” έ-λε-λύ-κει’
Πληθ. έ-λε-λύ-κεμεΐ’2 έ-λε-λύ-κετε2 έ-λε-λύ-κεσαν2
Δυϊκ. έ-λε-λΰ-κετον έ-λε-λυ-κέτην
■ Β Ε λε-λυ-κώς κτλ. εσομαι εσει (-ρ) έσται
£ ο Πληθ. λε-λν-κότες κτλ. έοόμεθα έσε 70ε έσονται
Δυϊκ. λε-λυ-κότε κτλ. — εσεαθον έσεσθον

 

 

 

Ι. Αρχαιότεροι τύποι: έλελύκη(ν), έλελϋκης, έλελύκη. -1. Μεταγενέστεροι τύποι: έλε-λύκειμεν, έλελύκειτε. έλελόκεισαν. -3. Ο περιφραστικός παρακείμ. στην υποτακτική και

ΕΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡ. ΜΕΤΟΧΗ
λε-λύ-κοιμι λε-λύ-κοις
λε-λύ-κοι λε-λύ-κοιμεν λε-λύ-κοιτε
λε-λύ-κοιεν —λε-λύ-κοιτον λε-λυ-κοίτην (εύχρηστος ό περιφρα­στικός) λε-λυ-κέναι λε-λυ-κώς λε-λυ-κυΐα λε-λυ-κός
λελυκώς κτλ. εϊην εΐης είη3
λελυκότες κτλ. εϊημεν (είμεν) εϊητε (είτε) εϊησαν (είεν)
λελυκότε κτλ. — εΐητον (είτον) είήτην (είτην) λελυκώς κτλ. —Γσθι £στω λελυκότες κτλ. — έστε
εστων
λελυκότε κτλ. — εστον έστων

λελυκώς έσοίμην £σοιο
έσοιτο
λελυκότες έσοίμεθα £σοι-
σθε ίσοιντο λελυκότε — ε»σοισθον έσοί-σθην 1
’3 | λελυκώς έσόμενος

 

 

 

την ευκτική της ενεργητικής φωνής είναι πιό εύχρηστος από το μονολεκτικό· στην προστακτική της ενεργητικής φωνής κανονικά σχηματίζεται μόνο περιφραστικός παρα­κείμενος (σπάνια μονολεκτικός: λέ-λυ-κε, λε-λυ-κέτω κτλ.).
1. Οι τύποι του β” ενικού της μέσης φωνής σε -ει έγιναν αργότερα πιο εύχρηστοι από τους αρχαιότερους τύπους σε -ρ. Αλλά γράφεται πάντα με -ει το β” εν. των ρ. βού-Χομαι, οΓομαι, δψομαι: βούλει, οΐει, Οψει.
278. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ
Χρό- Αριθμοί ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
νοι

Ενικ. λΰ’-ομαι Au-pf’-cj/ λύ-εται λά-ωμαι λν’-y λύ-ηται
Ι Πληθ. λο-όμεθα λύ-εοθε λύ-ονται λυ-ώμεθα Χό-ησθε λύ-ωνται
ω Δυϊκ. — λύ-εσθον λό-εαθον — λύ-ηαθον λύ-ηαθον
Ενικ. έ-λϋ-όμην έ-λύ-ου έ-λύ-ετο
ο. Πληθ. έ-λο-όμεθα έ-λύ-εσθε έ-λό-οντο
β Ε Δυϊκ. — έ-λό-εσθον έ-λο-έσθην
Ενικ. λύ-σομαι λό-οηί-ει)1 λύ-σεται
g 3 Πληθ. λο-αόμεθα λό-σεσθε λύ-αονται
1 s Δυϊκ. — λύ-αεαθον λό-σεσθον
«0 Ενικ. έ-λΰ-αάμην έ-λό-αω έ-λό-αατο λύ-οωμαι λύ-ori λύ-σηται
ο” ο” Πληθ. έ-λο-σάμεθα έ-λύ-σασθε λυ-αώμεθα λΰ-σησθε λύ-σωνται
I ε έ-λύ-σαντο
S ο.
-ο
< Δυϊκ. — έ-λύ-οασθον έ-λυ-σάσθην — λύ-σησθον λύ-αηαθον
Ενικ. λέ-λν-μαι λύ-λυ-ααι Χέ-λυ-ται λελυμένος -η -ον ώ $ς if
Πληθ. λε-λύ-μεθα λέ-λυ-αθε λελομένοι -αι -α ώμεν ήτε
λέ-λν-νται <oat(v)
Παρα Δυϊκ. — λέ-λν-σθον λέ-λυ-σθον λελυμένω -α -ω — ήτον ητον
ά. d Ενικ. έ-λε-λΰ’-μην έ-Χέ-λν-σο έ-λέ-λο-το
Πληθ. έ-λε-λύ-μεθα έ-λέ-λυ-σθε έ-λέ-Χυ-ντο
Δυϊκ. — έ-Χέ-λο-σθον έ-λε-λύ-σθην
(§ 258, β) ΜΕ ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (§ 247, β) (λύ-ομαι = λύνω τον
2. Οι τόποι του γ» πλ. της προστακτικής σε -σθων είναι πιο εύχρηστοι από τους τό­πους σε -σθωσαν. -3. Στην προστακτική της μέσης φωνής ο μονολεκτικός παρακείμενος είναι πιο εύχρηστος από τον περιφραστικό (λελυμένος -η -ον Γσθι, έστω κτλ.).
εαυτό μου)
ΕΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑ Ρ. ΜΕΤΟΧΗ
λυ-οιμην λύ-οιο λό-οιτο λυ-οιμεθα λύ-οισθε
λό-οιντο — λύ-οιαθον λυ-οίσθην — λύ-ου λυ-έσθω
— λύ-εσθε λυ-έσθων2 ή
λυ-έσθωσαν
— λύ-εσθον λυ-έσθων λν-εσθαι λο-όμενος λο-ομένη λυ-όμενον

λυ-σοι’μην λν-σοιο λύ-αοιτο λν-σοίμεθα λό-σοισθε
λύ-σοιντο — λύ-σοισθον λυ-σοίσθην I
b λο-σόμενος λυ-σομένη λυ-σόμενον
λο-σαίμην λύ-σαιο
λύ-σαιτο λυ-σαίμεθα λύ-ααισθε
λύ-σαιντο — λό-σαισθον λυ-σαισθην — λΰ-σαι λυ-σάσθω
— λύσασθε λυ-σάσθων2
ή λν-σάοθωσαν
— λυ-σασθον λυ-σάσθων I λυ-σάμενος λϋ-σαμένη λυ-σάμενον
λελυμένος -η -ον εΐην
εΐης εΤη λελυμένοι -at -α εϊημεν
(εϊμεν) εΓητε (εΐχε)
εΓησαν (είεν) λελομένω -α -ω — εΓητον
(είτον) ει’ήτην (εΓτην) — λέ-λυσο λε-λύ-σθω3
— λέ-λο-σθε λε-λύ-σθων2
fj -σθωσαν
—■ λέ-λυ-σθον λε-λό-σθων I
*-< λε-λυ-μένος λε-λυ-μένη λε-λο-μένον

Χρό­νοι Αριθμοί ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
Ενικ. λε-λϋ’-σομαι -art (-σει)” -σεται
Ί Πληθ. λε-λυ-σόμεθα -σεσθε -σονται
1 ο Δυϊκ. — λε-λΰ-σεσθον -σεσθον
ο

C
3 | Περιφραστ. Ενικ. Πληθ. Δυϊκ. λελυμένος -η -ον έσομαι ξσει έ~σται λελυμένοι -αι -α έσόμεθα έ’σεσθε έσονται λελνμένω -α -ω — ίσεσθον έσεσθον

279. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ
(§ 258, β)
Χρό­νοι Αριθμοί ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
Ενεστ. Ενικ. λύομαι λν-η(ει) λύ-εται κτλ.
(όπως στη μέ λύ-ωμαι λό-ri λύ-ηται κτλ.
ση διάθεση)
Παρατ. Ενικ. έ-λυ-όμην έ-λύ-ου έ-λΰ-ετο κτλ. (όπως στη μέση διάθεση)
Παθητ. Μέλλοντας α” Ενικ. Πληθ. Δυϊκ. λυ-θήσομαι λυ-θήση(-ει)
λυ-θήσεται λυ-θησόμεθα λυ-θήσεσθε
λυ-θήσονται — λυ-θήσεσθον λυ-θήσεσθον
1. Βλ. υποσ. 1 σελ. 168.
170

ΕΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡ. ΜΕΤΟΧΗ
λε-λυ-σοίμην -σοιο -σοιτο λε-λυ-σοίμεθα -σοισθε
-σοιντο
— λε-λύ-σοισθον
-σοίσθην λε-λύ-σεσθαι , λε-λυ-σόμενος λε-λυ-σομένη λε-λυ-σόμενον
λελυμένος -η -ον έσοίμην
εσοιο ίσοιτο λελυμένοι -αι -α έοοίμεθα
έσοισθε έσοιντο λελυμένω -α -ω — ίσοι-
σθογ έοοίσθην λελυμένος εσεσθαι λελυμένος έσόμενος κτλ.
ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (§ 247, γ) [λΰ-ομαι = λύνομαι από άλλον)»
ΕΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡ. ΜΕΤΟΧΗ
λυ-οίμην λύ-οιο λΰ-οιτο
(όπως στη μέ λϋ-ου λυ-έσθω κτλ. ση διάθεση) λύ-εσθαι λυόμενος

λυ-θησοίμψ λυ-θήοοιο
λυ-θήσοιτο λυ-θησοίμεθα λυ-θήοοισθε
λυ-θήσοιντο
— λυ-θήσοισθον
λυ-θησοίσθψ λυ-θήσεσθαι λυ-θησόμενος λυ-θησομένη λυ-θηαόμενον
Χρό­νοι Αριθμοί ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
Πα&ητ. Αόριστος α” Ενικ. Πληθ.
Δυϊκ. έ-λό-θην έ-λό-θης’έ-λύ-θη έ-λό-θημεν έ-λύ-θίμε
έ-λύ-θηοαν — έ-λύ-θητον έ-λυ-θήτην λυ-θώ Κυ-θής λν-θτ} λυ-θώμεν λυ-θήτε λυ-θώσι(ν)
— λυ-θήτον λυ-θητον1
ϋ a C Ενικ. λέ-λυ-μαι λέ-λο-σαι λέ-λυ-ται κτλ. (όπως στη μ λελομένος ώ $ς ff κτλ. :ση διάθεση)
C Q-
Κ >■ Ενικ. έ-λε-λό-μην έ-λέ-λυ·σο
έ-λέ-λυ-το κτλ.
(όπως στη μέση διάθεση)
Ιυντελ. Μέλλοντας Ενικ. λε-λΰ-σομαι λε-λύ-ση(-ζι)
λε-λύ-σεται κτλ.
Γενικές παρατηρήσεις στο σχηματισμό των ρηματικών τύπων της α” συζυγίας
1. Συστατικά μέρη των μονολεκτικών τύπων
1. Οι τύποι αυτοί σχηματίστηκαν με συναίρεση από τους τύπους λυ-θή-ω, λυ-θή-rjQ· λυ-θή-tj κτλ.
280. Οι διάφοροι μονρλεκτικοί τύποι των ρημάτων της α” συζυγίας 5ε σχηματίζονται μόνο από ένα γυμνό θέμα και μια κατάληξη, παρά

ΕΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡ. ΜΕΤΟΧΗ
λυ-θείην2 λυ-θείης λυθείη λυ-θείημεν (θεΐμεν) λυ-θείητε (-θεΐτε) λυ-θείησαν (θεΐεν/ — λο-θεΐτον λυ-θείτην — λύ-θητι4 λυ-θήτω
— λό-θητε λυ-θέντων ή
λυ-θήτωσαν
— λύ-θητον λο-θήτων 3
i λν-θεϊς
λυ-θεΐσα
λυ-θέν6
λελυμένος -η -ον εΓην εΐής
εΓη κτλ.
(όποις στη μ — λέ-λυ-σο λε-λύ-σθω
κτλ.
ση διάθεση) I
■i λε-λο-μένος

λε-λυ-σοίμην λε-λύ-σοιο
λε-λύ-σοιτο (όπως στη μέση διάθεση) λε-λύ- σεσθαι λε-λ.υ~σόμενος
Από τους τύπους λυ-θε~ίη-ν, λυ-θε-ίη-ς, λο-θε-ίη, λυ-θε-ι’η-μεν ή λυ-θε-ΐ-μεν κτλ. (βλ. § 283).
Οι τύποι λυθεΐμεν, λυθείτε, λυθεϊεν είναι πιο εύχρηστοι από τους τύπους λυθείη-μεν, Χυθείητε, λυθείησαν. – 4. Από-αρχικό τύπο λύθηθι. – 5. Με συναίρεση από αρχικό τύπο λυ-θη-έναι. – 6. Από αρχικούς τύπους λυ-θέ-ντ-ς, λυ-θέ-ντ-ια, λυ-θέ-ντ (βλ. § 64, 6, § 67, 2 γ και § 64, 7).
και από άλλα στοιχεία. Έτσι συστατικά μέρη των μονολεκτικών τύπων στα ρήματα της α” συζυγίας είναι: η προσωπική κατάληξη, το θεματικό φωνήεν, το εγκλιτικό φωνήεν, ο χρονικός χαρακτήρας και το χρονικό πρόσφυμα. Αυτά μαζί με το αρχικό θέμα και την αύξηση και τον αναδι­πλασιασμό (όπου υπάρχουν) απαρτίζουν κανονικά τον κάθε ρηματικό τύπο.
α) Προσωπική κατάληξη
Απαρέμφατο
281, Προσωπική κατάληξη είναι η αρχική κατάληξη του ρηματικού τύπου που φανερώνει το πρόσωπο κάθε αριθμού σε κάθε φωνή. Έτσι π.χ. στους τύπους της ενεργ. φωνής AJei-ς, ΛυΌ-μεν, Ιο’ε-τε, έ’-λυο-ν> λύοι-μι κτλ. προσωπικές καταλήξεις είναι το -ς, -μεν, -τε, -ν, -μι κτλ.-επίσης οι τύποι της μέσης φωνής έχουν προσωπικές καταλήξεις -μαι, -σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται (στους αρχικούς χρόνους της οριστικής και στην υποτακτική) και -μην, -σο, -το, -μεθα, -σθε, -ντο {στους ιστορικούς χρόνους της οριστικής και στην ευκτική). Πολλές προσωπικές καταλή­ξεις στους διάφορους ρηματικούς τύπους είναι συγχωνευμένες με άλλα στοιχεία που βρίσκονται πριν από αυτές. Οι προσωπικές καταλήξεις που μένουν ασυγχώνευτες στα ρήματα της α” συζυγίας είναι:
κατάλ. -εν (λΰ-ε-εν = λύ-ειν) χωρίς κατ.(λύ-ωντ = λνων
» -/ (λΰ-σα-ι = λΰσαι) και λύ-οντ- = λΰ-ον)
» -έναι (λε-λοκ-έναι) κατάλ. -ς (λύσ-αντ-ς = λύσας)
» -ς (λε-λυ-κ-ώτ-ς = λελυκώς)
282. Θεματικό φωνήεν είναι το φωνήεν που έχουν ορισμένοι ρημα­τικοί τύποι ανάμεσα στο χρονικό θέμα (8λ. § 262, β) και την προσωπι­κή κατάληξη. Στους τύπους λ.χ. λύ-ο-μεν, βλάπτ-ζ-τε, λύσ-ο-μεν, βλά-ψ-ε-τε θεματικά φωνήεντα είναι το ο και το ε.
Όλοι σχεδόν οι τύποι του ενεστώτα, του παρατατικού και του μέλλοντα (ενεργ. και μέσης φωνής) σε όλες τις εγκλίσεις, εκτός από την υποτακτική, καθώς και στο απαρέμφατο και τη μετοχή, έχουν το θεματι­κό φωνήεν e και ο: λύ-ο-μεν, λύ-ο-νται, i-λυ-ο-ν, έ-λύ-ο-ντο, λύ-ο-ι-μεν, λυ-ό-μενος, λύσ-οψεν, λύ-ε-τε, λύ-ε-σθε, λύσ-ε-τε, λύσ-ε-σθε κτλ.
Ο ενεργητικός και μέσος αόριστος α” σε όλες τις εγκλίσεις, εκτός από την υποτακτική, και το απαρέμφατο και τη μετοχή, καθώς και ο ε­νεργ. παρακείμενος στην οριστική έχουν θεματικό φωνήεν α: έ-λύσ-α-τε, έ-λύσ-α-σθε, λύσ-α-ι-τε, λύσ-α-ι-σθε, λύσ-α-τε, λύσ-α-σθε, λύσ-α-αθαι, λύ-σ-α-ς, λυσ-ά-μενος, λε-λόκ-α-μεν κτλ.
Ο ενεργ. υπερσυντέλικος έχει θεματικό φωνήεν στον ενικό ει και στον πληθυντικό (και δυϊκό) ε: έ-λε-λύκ~ει-ν, έ-λε-λύκ-ε-μεν (έ-λε-λύκ-ε-τον, έ-λε-λοκ-έ-την).
Η υποτακτική όλων των χρόνων της ενεργητικής και μέσης φω­νής στους μονολεκτικούς τύπους έχει θεματικά φωνήεντα η και ω: λύ-ω-μεν, λόσ-ω-μεν, λυσ-ώ-μεθα, λύ-η-τε, λύσ-η-τε, λύσ-η-σθε κτλ.
γ) Εγκλιτικό φωνήεν
Μερικοί ρηματικοί τύποι έχουν ιδιαίτερα φωνήεντα που φανε­ρώνουν την έγκλιση και λέγονται εγκλιτικά φωνήεντα. Έτσι η ευκτική έχει εγκλιτικά φωνήεντα ιη και l Από αυτά το ι συναιρείται με το προηγούμενο φωνήεν και σχηματίζει μαζί του δίφθογγο ει, οι ή αι: (λυ-θε-ίη-μεν =) λυθει’ημεν, (λυθέ-ι-μεν =) λυθεψεν, (λό-ο-ι-μεν =) λύοιμεν, (λόσ-α-ι-τε =) λύσαιτε κτλ.
δ) Χρονικός χαρακτήρας (βλ. § 263, β)
1) Ο απλός μέλλοντας (ενεργητικός και μέσος), καθώς και ο μονολεκτικός συντελεσμένος μέλλοντας, σε όλες τις εγκλίσεις και το απαρέμφατο και τη μετοχή παίρνουν στο θέμα το χρονικό χαρακτήρα σ (και έχουν τις ίδιες καταλήξεις με τον ενεστώτα): λό-σ-ω, λύ-σ-εις, λύ-σ-ει, λύ-σ-ομεν κτλ., λύ-σ-ομαι κτλ., λελύ-σ-ομαι κτλ.

Ο παθητ. μέλλοντας παίρνει το χρον. χαρακτ. σ μετά το χρονικό πρόσφυμα -θη- (βλ. § 286) και έχει επίσης τις καταλήξεις του ενεστώτα: λυ-θή-ο-ομαι, λν-θή-ο-η (-ει), λυ-θή-α-εται κτλ., λυ-θη-σ-οί-μην, λο-θή-α-εσθαι κτλ.
Ο ενεργητικός και μέσος αόρ. α” παίρνει επίσης παντού το χρο­νικό χαρακτήρα σ: S-λυ-σ-α, έ-λυ-σ-άμην, λύ-σ-αιμι, λύ-σ-ασθαι, λυ-σ-άμενος κτλ.
285. Ο ενεργητ. παρακείμενος και υπερσυντέλικος όλων των ρημά-
των, εκτός από τα ουρανικόληκτα και χειλικόληκτα, έχουν χρον. χαρα-
κτήρα κ, και έτσι ο ενεργητ. παρακείμενος σχηματίζεται σε -κα και ο
υπερσυντέλικος σε -κειν: (παιδεύω) πε-παίδευ-κα, έ-πε-παιδεύ-κειν· (πεί-
θω) πέ-πει-κα, έ-πε-πεί-κειν (άγγέλλω) ήγγελ-κα, ήγγέλ-κειν (καθαιρώ,
θ. καθαφ-) κε-κάθαρ-κα, έ-κε-καθάρ-κειν κτλ.
ε) Χρονικό πρόσφυμα
286. Ο παθητ. μέλλοντας α” και ο παθητ. αόρ. α» σε όλες τις εγκλί-
σεις και στο- απαρέμφατο και τη μετοχή παίρνουν στο θέμα τους τη συλλαβή -θη-, που λέγεται χρονικό πρόσφυμα: λυ-θή-σομαι, λυ-θη-σοίμην, λυ-θή-σεσθαι, λυ-θη-σόμενος- έ-λϋ-θην, έ-λύ-θη-μεν, λύ-θη-τι, λυ-θή-ναι κτλ.
2. Σχηματισμός περιφραστικών χρόνων
287. Μερικοί τύποι των ρημάτων είναι περιφραστικοί, εκφέρονται
δηλ. με δύο λέξεις (βλ. § 256, γ και § 274). Έτσι:
Ο ενεργ. παρακείμενος στην υποτακτική και στην ευκτική σχημα­τίζεται και μονολεκτικά (λελυκω, λελύκοιμι), αλλά συχνότερα περιφρα­στικά με τη μετοχή του και με την αντίστοιχη έγκλιση του ενεστώτα του ρ. ειμί (υποτ. λελυκώς ώ, ευκτ. λελυκώς εΐην)· στην προστακτική σχηματίζεται σχεδόν πάντοτε περιφραστικά με τη μετοχή του και την προστακτική του ρ. ειμί: λελυκώς ϊσθι, λελυκώς έστω κτλ., εκτός από το γ” ενικό που σπάνια σχηματίζεται μονολεκτικά: λελυκέτω.
Ο μέσος και παθητ. παρακείμενος στην υποτακτική και την ευκτι­κή σχηματίζεται πάντοτε περιφραστικά με τη μετοχή του και με την α­ντίστοιχη έγκλιση του ενεστώτα του ρ. ειμί: υποτ. λελυμένος ώ, ί?ς, η κτλ. – ευκτ. λελυμένος εΐην, είης εΐη κτλ.» απεναντίας στην προστακτική σχηματίζεται σχεδόν πάντοτε μονολεκτικά (λέλυσο, λελύσθω κτλ.) και σπάνια περιφραστικά {λελυμένος ϊσθι, λελυμένος έστω κτλ.).
Ο συντελεσμένος μέλλοντας στην ενεργητ. φωνή σχηματίζεται περιφραστικά με τη μετοχή του ενεργ. παρακειμένου και το μέλλοντα του ρ. ειμί: λελυκώς έσομαι (= θα έχω λύσει)· αλλά στη μέση φωνή σχηματίζεται και μονολεκτικά και περιφραστικά: λελύσομαι και λελυμέ­νος έσομαι (~ θα έχω λυθεί ή θα είμαι λυμένος).
Ολικές ή φαινομενικές καταλήξεις
288. Οι ρηματικοί τύποι, όπως είδαμε παραπάνω, απαρτίζονται από
διάφορα συστατικά μέρη. Αλλά για πιο εύκολη απομνημόνευση, ολό-
κληρο το τελικό τμήμα του τύπου που βρίσκεται μετά το ρηματικό θέμα
το λογαριάζομε ως κατάληξη (ιδίως στα φωνηεντόληκτα ρήματα). Οι τέ-
τοιες καταλήξεις λέγονται ολικές ή φαινομενικές (πβ. § 87 καϊ § 95).
Έτσι π.χ. φαινομενική κατάληξη του έλελύ-κειν είναι το -κειν, του λυ-
θησοίμην είναι το -θησοίμην κτλ.
22ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ
1. Ενεστώτας και παρατατικός
Στα φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα το θέμα του ενεστώτα {και του παρατατικού) λήγει σε ι ή υ (δηλ. ο χαρακτήρας τους είναι ι, ϊ – ϋ, ΰ – αι, ει, οι – αυ, ευ, ου): πρϊ’ω (= πριονίζω), τι’ω (ποιητ. = τιμώ), χρίω (= αλείφω)- έσθΊ’ω (= τρώγω) – δακρϋ’ω, δϋ’ω, έζαρτϋ’ω (= παρα­σκευάζω), θϋ’ω, ίδρϋ’ω, ίσχΰ’ω, κωλύω, λύω, μηνύω, μύ’ω και ματαγεν. καμμΰ’ω (αντί καταμϋ’ω = κλείνω τα μάτια μου), φύ’ω” άνΰ’ω ή άνΰ’τω (= τελειώνω), άρΰ’ω και αρύ τω (= αντλώ), πτύ’ω – καίω ή κάω, κλαίω ή κλάω, παίω, πταίω – κλείω ή κλήω, σείω – οϊομαι ή οίμαι (= φρονώ) -(άπο)λαύυ), θραύω, ψαύω κτλ. – αριστεύω, βασιλεύω, βονλεύω (= είμαι βουλευτής ή σκέπτομαι), γεύω (= προσφέρω γεύμα), δουλεύω (~ είμαι δούλος), ενεδρεύω, θεραπεύω, ικετεύω, ιππεύω, κελεύω, κινδυνεύω, λα­τρεύω (= υπηρετώ), παιδεύω, πρωτεύω, τοξεύω, φονεύω κτλ. – ακούω, κολούω (= κολοβώνω), κρούω, λούω κτλ.
2. Οι άλλοι χρόνοι
Τα φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα σχηματίζουν τους άλ­λους χρόνους, εκτός από τον ενεστώτα και παρατατικό, με τις (φαινομε­νικές) καταλήξεις: -σω, -σα, -κα, -κειν” -σομαι, -θήσομαι, -θην, -μαι, -μην.
Αλλά στους χρόνους αυτούς ο χαρακτήρας του θέματος, αν είναι βραχύχρονος, κανονικά εκτείνεται εμπρός από το σύμφωνο των κα­ταλήξεων, δηλ. το ί ή ΰ γίνεται ί ή ϋ (βλ. § 62, 7, β).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΑΣΥΝΑΙΡΕΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ή ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ
291. Μερικά φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα έχουν σ εμπρός από τις καταλήξεις που αρχίζουν από θ, μ, τ (άλλα γιατί αρχικά είχαν σ στο τέλος του ρηματ. θέματος και άλλα γιατί το πήραν από αναλογία)· επίσης μερικά παρουσιάζουν και άλλες ανωμαλίες.
Έτσι οι τύποι των ρημάτων αυτών σχηματίζονται κατά τον ακόλου­θο πίνακα:
ακούω (θ. άκονσ-, άκου-, άκο¥-, άκο), πρτ. ήκουον, μέσ. μέλλ. ως ε-νεργ. άκοΰσομαι, αόρ. ήκουσα, πρκμ. άκήκοα (§ 273), υπερσ. ήκηκόειν. Παθ. ακούομαι, παθ. μέλλ. άκουσθήσομαι, παθ. αόρ. ήκούσθην. Ρηματ. ι;πίθ. ακουστός, άκουστέος.
άνύω και άνύτω (= τελειώνω» θ. άνυ- και άνυτ-), πρτ. ήνυον και ηνυ-τον, μέλλ. άνΰ’σω, αόρ. ήνΰσα, πρκμ. ήνΰκα. Παθ. άνύτομαι, μέσ. αόρ. ήνΰσάμην, παθ. αόρ. ήνύ’σθην, πρκμ. ήνυσμαι. Ρηματ. επίθ. άνυστός.
γεύω (= προσφέρω γεύμα* θ. γευσ-, γευ-), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. γεύομαι, μέσ. μέλλ. γεύσομαι, μέσ. αόρ. έγευσάμην, πρκμ. γέγευσμαι. Ρη­ματ. επίθ. ανευστος, yewjreov.
θραύω (θ. θραυσ-, θραυ-), μόνο ο ενεστώτας και ο αόρ. έθραυσα. Παθ. θραύομαι, παθ. αόρ. έθραύσθην, πρκμ. τέθραυσμαι. Ρηματ. επίθ. φαυστάς.
καίω και κάω (θ. κα¥- = καυ-, κα-). πρτ. εκαιον και έκαον, μέλλ. καύσω, αόρ. έκατσα, πρκμ. κέκαυκα. Παθ. καίομαι και κάομαι, πρτ. έκαόμην (μόνο), παθ. μέλλ. καυθήσομαι, παθ. αόρ. έκαύθην, πρκμ. /οε-καυμαι, υπερσ. έκεκαύμην. Ρηματ. επίθ. άκαυ-σ-τος, περίκαυ-σ-τος (αλλά πυρίκαυ-σ-τος και πυρίκαυ-τος).
κελεύω <= διατάζω, παραγγέλνω* θ. κεΛευ- και κελευσ-), πρτ. β’κε’-λεΐίον, μέλλ. κελεύσω, αόρ. έκε’λεοσα, πρκμ. κεκέλευκα. Παθ. κελεύομαι, πρτ. εκ*εΑευφί7ί>, παθ. αόρ. έκελεύσθψ, πρκμ. κεκέλευσμαι. Ρηματ. επίθ. ακε’λευστος, κεΛευστεος.
κλαίω και κλάω (θ. κλα¥- = κλαυ- και κλα¥}- = κλαι- και κλα-, κλαε- = κλαψ και κλαίε- ~ κλαιη-, βλ. § 353, β), πρτ. εκλαον, μέλλ. κλαύσομαι και κλαήσω ή κλαιήσω, αόρ. εκΛαοσα. Μέσ. αόρ. ε’κλαυσά-μ//ν. Ρηματ. επίθ. «τΛαϋ^τος, άκλαυ(σ)τος.
κλήω και κλείω (θ. κλα¥- = κλι/F- ή ideF-), πρτ. έκληον ή έκλειον, μέλλ. κΛΐίσα> ή κλείσω, αόρ. έκτΑ^σα ή έκλεισα. Μέσ. και παθ. -κλφομαι” ή -κλείομαι, πρτ. -εκληόμην ή -εκλειόμψ, παθ. μέλλ. -κλρ-σ-θήσομαι ή -κλει-σ-θήσομαι, μέσ. αόρ. -εκλτισάμην ή -εκλεισάμψ, παθ. αόρ. εκλίί-σ-ft/v ή έκλεί-σ-θψ, πρκμ. κέκλημαι ή κέκλειμαι, υπερσ. έκεκλήμην ή eVe-κλείμην. Ρηματ. επίθ. κλψσ-τός ή κλει-σ-τός.
κρούω (θ. κρουσ-, κρου-), πρτ. εκρουον, μέλλ. κρούσω, αόρ. έκρουσα, πρκμ. -κέκρουκα, υπερσ. -εκεκρούκειν. Μέσ. και παθ. κρούομαι, πρτ.
1. Όσοι τύποι εδώ σημειώνονται με ένα ενωτικό (-) μπροστά σημαίνουν σύνθετες λέξεις.
έκρονόμην, μέσ. μέλλ. κροόσομαι, μέσ. αόρ. έκμουσάμην, παθ. αόρ. -εκρούσθην, πρκμ. κέκρου(σ)μαι, υπερσ. έκεκρουομην. Ρηματ. επίθ. άπο-κρουστέον.
(κατα)λεόω (= λιθοβολώ· θ. λαΡ- = λεΡ- = λεν- και λευσ), πρτ. κα-τέλευον, αόρ. κατέλευσα. Παθ. μέλλ. καταλευσθήσομαι, παθ. αόρ. κατε-λεύσθην. Ρηματ. επίθ. λιθό-λευστος.
λούω (θ. λοΡ- = λου- ή λο- και λουσ-), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. λον-μαι (από το AdFopai, λόομαι), πρτ. έλούμην, μέσ. μέλλ. λούσομαι, μέσ. αόρ. έλουσάμην, πρκμ. λέλουμαι (μεταγεν. Λε’Λσυσμαζ).
ξύω (θ. £υσ-, ς»ι>), αόρ. έξυσα. Μέσ. αόρ. έξυσάμην, παθ. αόρ. -εζύσθην. Ρηματ. επίθ. ξυστός.
παίω (= χτυπώ, θ. mF-, πάΡ-j-co = παίω), πρτ. έπαιον, μέλλ. παίσω, αόρ. έ’παισα, πρκμ. πέπαικα. Παθ. παίομαι, (πρτ. έπαιόμην, μέσ. αόρ. έπαισάμην), παθ. αόρ. έπαίσθην. Ρηματ. επίθ. άνά-παι-σ-τος.
παύω (θ. παυσ-, παυ-), πρτ. επαυον, μέλλ. παύσω, αόρ. έπαυσα, πρκμ. πέπαυκα. Μέσ. και παθ. παύομαι, πρτ. έπαυόμην, μέσ. μέλλ. παύσομαι, μέσ. αόρ. έπαυσάμην, παθ. μέλλ. παυ(σ)θήσομαι, παθ. αόρ. έπαύ(σ)θην, πρκμ. πέπαυμαι, υπερσ. έπεπαύμην. Ρηματ. επίθ. άπαυ(σ)τος, παυ(σ)τέον.
πρϊ’ω (= πριονίζω· θ. πρϊ- και πρισ-), πρτ. έπριον, αόρ. έπρισα. Παθ. πρκμ. πέπρισμαι.
πταίω (από το παί’ω- πβ. πόλεμος – πτόλεμος· πόλις – πτόλις), πρτ. ε-πταιον, μέλλ. πταίσω, αόρ. έπταισα, πρκμ. έπταικα. Ρηματ. επίθ. ά-πται-σ-τος.
πτύω (θ. πτι>- και τττυσ-), αόρ. -έπτυσα. Ρηματ. επίθ. κατά-πτυστος: Τα λοιπά μεταγενέστερα.
σείω (θ. σε/-), πρτ. εσε/σν, αόρ. έσεισα. Μέσ. και παθ. σείομαι, μέσ. αόρ. έσεισάμην, παθ. αόρ. έσεί-σ-θην, πρκμ. σέ-σει-σ-μαι. Ρηματ. επίθ. &α-σεί-σ-Γος.
χρϊ’ω (= αλείφω* θ. χρίσ-, χ/?ί-), μόνο ο ενεστώτας. Μέσ. και παθ. χρϊ’ομαι, πρτ. έχρϊόμην, μέσ. αόρ. έχρισάμψ, πρκμ. κέχρϊμαι, υπερσ. εκε-χρί’μην. Ρηματ. επίθ. χριστός (ποιητ. και μεταγεν.).
ψαύω (θ. ψαΡ- = ψαυ- και ψαυσ-), αόρ. έψαυσα. Ρηματ. επίθ. ά-ι//αυστσς.
23ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ 1. Ενεστώτας και παρατατικός ενεργητ. και μέσης φωνής
292. Από τα αφωνόληκτα ρήματα (δηλ. όσα έχουν ρηματικό χαρα­κτήρα π, β, φ – κ, γ, χ – τ, δ, θ) μερικά σχηματίζουν τον ενεστώτα (και τον παρατατικό) από το ρηματικό θέμα αμετάβλητο: βλέπ-ω, δρέπω, έπ-ομαι, ξρπ-ω, λείπ-ω, πέμπ-ω, πρέπ-ει (βλ. § 361), βέπ-ω, σήπ-ω, τέρ-π-ω· άμείβ-ω, θλι’β-ω, λει’β-ω (= στάζω), σέβ-ω, τρίβ-ω- άλείφ-ω, γλΰ’φ-ω (= σκαλίζω), γρα “φ-ω, μέμφ-ομαι, νι “φ-ω (~ χιονίζω), στέφω, στρέφ-ω, τρέφ-ω \ \ διώκ-ω, εικ-ω (= υποχωρώ), έλκ-ω, ήκ-ω (= έχω έρθει), πλέ~ κ-ω, τήκ-ω- ay-ω (α), άρήγ-ω (= βοηθώ), έπείγ-ω (= βιάζω, επιταχύνω), λήγ-ω, όρέγ-ω, πνϊ’γ-ω, φεύγ-ω” άρχω, βρέχ-ω, γλίχ-ομαι (= επιθυμώ), δέχ-ομαι, έλέγχ-ω, έρχ-ομαι, εΰχ-ομαι, έχ-ω, μάχομαι, τρέχ-ω, ψήχ-ω (= τρίβω), ψΰ’χ-ω [[ πέτ-ομαι (= πετώ)* αδ-ω, έρείδ-ω (= στηρίζω), ή’δ-ομαι (= ευχαριστιέμαι), καθεόδ-ω (= κοιμούμαι), κυλίνδ-ω (= κυλώ), σπένδ-ω (= κάνω σπονδή, στάζω), απεύδ-ω, φείδ-ομαι, ψεύδομαι» αΐθ-ω (= καίω), κλώθ-ω, πείθ-ω, πλήθ-ω (= είμαι γεμάτος) κ.ά.
Τα περισσότερα όμως αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενε­στώτα και τον παρατατικό από το ρηματικό θέμα μετα­σχηματισμένο. Δηλαδή:
1. Τα χειλικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν το χρονικό θέμα
του ενεστώτα και του παρατατικού στην ενεργ. και μέση φωνή, παίρ-
νουν στο τέλος του ρηματικού θέματος το πρόσφυμα τ και έτσι με την
τροπή του χαρακτήρα β ή φ σε π λήγουν σε -πτω, -πτομαι (βλ. § 70, 1):
(θ. κοπ-, πβ. κοπ-ή) κόπ-τ-ω έ’-κοπ-τ-ον
κόπ-τ-ομαι έ-κοπ-τ-όμην (θ. βλαβ-, πβ. βλάβ-η· βλάβ-τ-ω =) βλάπ-τ-ω έ-βλαπ-τ-ον
βλάπ-τ-ομαι έ-βλαπ-τ-όμψ (θ. κρνφ-, πβ. κρύφ-α” κρύφ-τ-ω =) κρύπ-τ-ω έ-κροπ-τ-ον
κρύπ-τ-ομαι έ-κρυπ-τ-όμην Έτσι και τα ρ. άστράπ-τ-ω, κλέπ-τ-ω, ρίπ-τ-ω. σκήπ-τ-ω (= στηρίζω), τύπ-τ-ω· (καλύβ-τ-ω =) καλύπ-τ-ω” (άφ-τ-ω =) άπ-τ-ω, (θάφ-τ-ω —) θάπ-τ-ω, (κύφ-τ-ω =) κύπ-τ-ω, (ράφ-τ-ω =) βάπ-τ-ω, (σκάφ-τ-ω =) σκάπ-τ-oj κ.ά.
Tu ουρανικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού στην ενεργητική και μέση φωνή, παίρνουν στο τέλος του ρηματικού θέματος το πρόσφυμα j (βλ. § 16, σημ. ) και συγχωνεύουν τον ουρανικό χαρακτήρα κ, γ, χ με το j σε ττ ή σσ (βλ. § 67, 2, α)” έτσι λήγουν σε -πω, -ττομαι (ή -σσω, -σσομαι):
(θ. φυλακ-, πβ. φυλακ-ή· φυλάκ-j-oj =)φνλάττ-ω έ-φύλαττ-ον
φυλάττ-ομαι έ-φυλαττ-όμην
(θ. άλλαγ-, πβ. άλλαγ-ή” aXXay-j-ω =) άλλάττ-ω ήλλαττ-ον
άλλάττ-ομαι ήλλαττ-όμην
(θ. ταραχ-, πβ. ταραχή- ταράχ-}-ω =) ταράττ-ω έ-τάραττ-ον
ταράττ-ομαι έ-ταραττ-όμην
Έτσι και τα ρ. (iXiK-j-ω =) έλίττω – (κηρόκ-]-ω =) κηρύττω – (πτή-K-j-ω =) πτήσσω (= ζαρώνω από φόβο) – (φρίκ^’-ω =) φρίττω – (χαρά-K-j-ω =) χαράττω· (aiy-j-ω = άι’ττω =) άττω (= κινούμα; με ορμή) – (μάγ-j-ω ~) μάττω (= ζυμώνω, δουλεύω κάτι με τα χέρια, σφουγγίζω) – (πατά-y-j-ω =) πατάσσω – (πλήγ-]-ω =) πλήττω – (npay-j-ω ~) πράττω – (βά-y-j-ω =) βάσσω (= χτυπώ) – (σπαράγ-}-ω =) σπαράττω – (συ-ρίγ-)-ω =) συ-ριττω ~ (σφάγ~]-ω =) σφάττω – (τάγ-]-ω =) τ άττω – (φράγ-]-ω =) φράττω-(άνα-πτύχ-]-ω =) αναπτύσσω – (όρύχ^-ω=) όρύττω κ.ά.
Τα οδοντικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού στην ενεργητική και μέση φωνή, παίρνουν στο τέλος του ρηματικού θέματος το πρόσφυμα j και έπειτα ό­σα έχουν ρηματικό χαρακτήρα θ ή τ τον συγχωνεύουν με το j σε ττ (ή σσ), ενώ όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα δ τόν συγχωνεύουν με το j σε ζ (βλ. § 67, 2, α και β):
(θ. πλαθ-, πλάθ-]-ω =) πλάττ-ω £-πλαττ-ον
πλάττ-ομαι έ-πλαττ-όμην
(θ. πυρετ-, πορέτ-]-ω =) πνρέττ-ω έ-πύρεττ-ον
(θ. έλπιδ-, έλπίδ-}-ω =) έλπίζ-ω ήλπιζ-ον
(θ. OS-, δδ-]-ω ==) οζ-ω (— μυρίζω), χωρίς άλλους χρόνους
(θ. παιδ-, παίδ-]-ω =) παίζ-ω Ι-παιζ-ον
Έτσι και τα ρ. (έρέτ-]-ω~) ερέσσω (= τραβώ κουπί) – (έρίδ-]-ω =) ερίζω – (κομίδ-]-ω —) κομίζω – (Χηίδ-}-ομαι =) λήζομαι (= ληστεύω) -(σφραγίδ-)-ω =) σφραγίζω – (σχίδ-]-ω =) σχίζω – (φροντίδ-ί-ω =) φροντί­ζω – (ψηφίδ-]-ω =) ψηφίζω – (κλύδ-]-ω =) κλύζω (= περιβρέχω, ορμώ και σκεπάζω με τα κύματα) – (φράδ-]-ω =) φράζω (= λέγω) κ.ά.
2. Ενεργητικός και μέσος μέλλοντας. Ενεργητικός και μέσος αόριστος α’
293. Στον ενεργητικό και μέσο μέλλοντα και στον ενεργητικό και μέσο αόριστο α” ο ρηματικός χαρακτήρας των αφωνόληκτων ρημάτων, όταν βρεθεί εμπρός από το χρονικό χαρακτήρα σ (βλ. § 284), παθαίνει τις κανονικές μεταβολές (βλ. § 67, 1 και § 64, 5), δηλαδή:
α) ο χειλικός χαρακτήρας (π, β, φ) ενώνεται με το χρονικό χαρα­κτήρα σ σε ψ:
(τρέπ-ω, θ. τρεπ-) τρέψω, έτρεψα – τρέψομαι, έτρεψάμην (τρίβω, θ. τριβ-) τρίψω, έτριψα – τρίψομαι, έτριψάμην (κρύπτω, θ. κροφ-) κρύψω, έκρυψα – κρύψομαι, έκρυψάμήν β) ο ουρανικός χαρακτήρας (κ, γ, χ) ενώνεται με το χρονικό χαρα­κτήρα σ σε ξ:
(φυλάττ-ω, θ. φυλακ) φυλάξω, έφύλαξα – φυλάξομαι, έφυλαξάμην (τάττ-ω, θ. ταγ~) τάξω, έταξα – τάξομαι, έταξάμψ γ) ο οδοντικός χαρακτήρας (τ, 8, θ) εμπρός από το χρονικό χαρα­κτήρα ο αποβάλλεται:
(άρμόττ-ω, θ. άρμοτ-) αρμόσω, ή’ρμοσα
(ψεύδ-ομαι, θ. ψευδ) ψεύσομαι, έψευσάμην
(πείθ-ω, θ. πειθ-) πείσω, έπεισα – πείσομαι, έπεισάμην.

294. Παραδείγματα σχηματισμού ενεργητ. και μέσου μέλλοντα και ενεργητ. και μέσου αορ. α” των αφωνόληκτων ρημάτων
Ρήματα τρέπω (θ. τρεπ-), τάττω (θ. ταγ-), πείθω (θ. πειθ-)
Χρό­νοι Οριστική Υποτα­κτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
τρέψω τρέψοιμι τρέψειν τρέψων
έ g τάξω τάξοιμι τάξειν τάξων
πείσω πείσοιμι πείσειν πείσων
Μέσος Αόρ. α” έτρεψα
έταξα
ίπεισα τρέψω
τάξω
πείσω τρέψαιμι
τάξαιμι
πείσαιμι τρέψον, -άτω
τάξον
πεΐσον τρέψαι
τάξαι
πεισαι τρέψας
τάζας
πείσας
Χρό- Οριστική νποτακτιΚΓ Ευκτική Π ροστακτική Arcup. Μετοχή
Μέλλ. τρέψομαι
τάζομαι
πείθομαι τρεψοίμην
ταξοίμψ
πειοοίμην τρέψεσθαι
τάξεσθαι
πείσεσθαι τρεφόμενος
ταξόμενος
πεισόμενος
& 6. > ·ο
BJ < έτρεψάμην
έταξάμψ
έπεισάμην τρέψωμαι
τάξωμαι
πείσωμαι τρεψαίμην
ταξαίμην
πεισαίμψ τρέψαι, -άσθω
τάξαι
πεισαι τρέψασθαι
τάξασθαι
πείσασθαι τρεψάμενος
ταξάμενος
πεισάμενος
295. Τα υπερδισύλλαβα ρήματα σε -ίζω, όσα έχουν ρηματικό χαρα­κτήρα δ, σχηματίζουν τον ενεργητ. και μέσο μέλλοντα χωρίς το χρονι­κό χαρακτήρα σ σε -ιώ και -ιοΰμαι (που κλίνεται κατά τα συνηρημένα σε -έω, πβ. § 323, β). Π.χ. του ρ. κομίζω (θ. κομιδ):
Ενεργ. μέλλ. οριστ. κομιώ, -ιεΐς, -ιεΐ, -ιοΰμεν, -ιεΐτε, -ιοοσι(ν)
ευκτ. κομιοΐμι, -ιοϊς, -ιοί (ή -ιοίην, -ιοίης, -ιοίη), -ιοϊμεν,
-ιοΐτε, -ιοΐεν απαρ. κομιεϊν – μετοχή κομιών, -ιοΰσα, -ιοΰν. Μέσος μέλλ. οριστ. κομιοομαι, -ιεΐ, -ιεϊται, -ιούμεθα, -ιεΐσθε, -ιοΰνται ευκτ. κομιοίμην, -ιοΐο, -ιοϊτο, -ιοίμεθα, -ιοΐσθε, -ιοϊντο απαρ. κομιεϊσθαι – μετοχή κομιοόμενος, -ιουμένη, -ιοόμενον.
Όμοια και πορίζω – ποριώ, ποριονμαν νομίζω – νομιώ· αγωνίζομαι -άγωνιοΰμαι” λογίζομαι – λογιοομαν φροντίζω – φροντιώ κ.ά. (αλλά: κτίζω – κτίσω, σχίζω – σχίσω κτλ.).
3. Ενεργητικός παρακείμενος και υπερσυντέλικος 296. Από τα αφωνόληκτα ρήματα:
Τα οδοντικόληκτα σχηματίζουν τον ενεργητ. παρακείμενο και υπερσυντέλικο όπως τα φωνηεντόληκτα, δηλ. με το χρονικό χαρακτή­ρα κ* αλλά εμπρός από αυτόν αποβάλλουν τον οδοντικό χαρακτήρα του ρηματικού θέματος:
κομίζω (θ. κομιδ-), παρακείμ. κε-κόμι-κα, υπερσ. έ-κε-κομί-κειν
πείθω (θ. πειθ-), » πέ-πει-κα, » έ-πε-πεί-κειν.
Τα χειλικόληκτα και ουρανικόληκτα σχηματίζουν τον ενεργητικό παρακείμενο και υπερσυντέλικο χωρίς το χρονικό χαρακτήρα κ, αλλά το χαρακτήρα του ρηματ. θέματος, αν είναι άφωνο ψιλόπνοο ή μέσο, τον τρέπουν στο αντίστοιχο του δασύπνοο (δηλ. το π ή β σε φ Kat το κ ή γ σε χ· βλ. § 22):
κόπτω (θ. κοπ), παρακείμ. κέ-κοφ-α, υπερσ. έ-κε-κόφ-ειν
τρίβω (θ. τριβ-\ » τέ-τριφ-α, » έ-τε-τρίφ-ειν
γράφω (θ. γραφ-), » γέ-γραφ-α, » έ-γε-γράφ-ειν
κηρύττω (θ. κηρυκ), » κε-κήροχ-α, » έ-κε-κηρνχ-ειν
τάττω (θ. ray-), » τέ-ταχ-α, » έ-τε-τάχ-ειν
ταράττω (θ. ταραχ-), » τε-τάραχ-α, » έ-τε-ταράχ-ειν.
3. Όσα έχουν ε εμπρός από τον ρηματ. χαρακτήρα τρέπουν συνή-
θως στον ενεργ. παρακείμενο και υπερσυντέλικο το ε αυτό σε ο:
κλέπτω (θ. κλεπ-), παρακείμ. κέ-κλοφ-α, υπερσ. (έ-κε-κλόφ-ειν)
τρέπω (θ. τρεπ-), » τέ-τροφ-α, » (έ-τε-τρόφ-ειν)
φέρω (θ. ένεκ-), » έν-ήνοχ-α, » εν-τ/νοχ-ειν
(βλ. § 273)-
(αλλά: πλέκ-ω, πέ-πλεχ-α, έ-πε-πλέχ-ειν).
4. Παθητικός μέλλοντας α” και παθητ. αόριστος α’
297. Στον παθητ. μέλλοντα α” και τον παθητ. αόριστο α” ο ρηματι­κός χαρακτήρας των αφωνόληκτων ρημάτων εμπρός από το θ του χρο­νικού προσφύματος βη (θε) παθαίνει τις κανονικές μεταβολές (βλ. § 70, 1 και 3), δηλαδή:
α) αν είναι ψιλόπνοο ή μέσο χειλικό (π, β), τρέπεται στο αντίστοιχο του δασύπνοο φ:
λείπ-ω (θ. λειπ-), λειφ-θήαομαι, έ-λείφ-θην καλύπ-τ-ω (θ. καλυβ-),καλυφ-θήσομαι, έ-καλύφ-θην
β) αν είναι ψιλόπνοο ή μέσο ουρανικό (κ, γ), τρέπεται στο αντίστοι­χο του δασύπνοο χ:
κηρύττω (θ. κηρυκ-), κηροχ-θήσομαι, έ-κηρύχ-θην άγ-ω (θ. άγ-), άχ-θήσομαι, ήχ-θην
γ) αν είναι οδοντικό (τ, δ, θ) τρέπεται σε σ:
άρμόττω” (θ. άρμοτ-), — ήρμόσ-θην
ψεύδομαι (θ. ψευδ-), ψευσ-θήσομαι, έψεύσ-θην πείθομαι (θ. πειθ-), πεισ-θήοομαι, έ-πείσ-θην.
i. Το ρ. άρμόττω έχει και παράλληλο τύπο αρμόζω με θ. άρμοδ- (πβ. άρμόδ-ιος) και άρμογ- (πβ. άρμογή, εφαρμογή).
5. Παρακείμενος και υπερσυντέλικος της μέσης φωνής
298. Tu αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της μέσης φωνής, όπως τα φωνηεντόληκτα, με τις κατα­λήξεις -μαι (-σαι, -ται κτλ.) και -μην (-σο, -το κτλ.), αλλά κατά το σχημα­τισμό των τύπων στους χρόνους αυτούς συμβαίνουν τα κανονικά πάθη του χαρακτήρα εμπρός από τις προσωπικές καταλήξεις· π.χ. γέ-γραφ-μαι = γέ-γραμ-μαι, γέ-γραφ-σαι = γέ-γραψαι κτλ.
299. Παραδείγματα σχηματισμού μέσου παρακειμένου και υπερσυντελίκου των αφωνόληκτων ρημάτων
Ρήματα πράττομαι, γράφομαι, πείθομαι
Οριστική Προστακτική Απαρέμ φατο Μετοχή
β . πραγ-
πέ-πραγψαι έ-πε-πράγ-μην _ πε-πραγ-μένος
πέ-πραξαι έ-πέ-πραξο πέ-πραξο πε-πραγ-μένη
πέ-πρακ-ται έ-πέ-πρακ-χο πε-πράχ-θω πε-πραγ-μένον
πε-πράγ-μεθα έ-πε-πράγ-μεθα -
πέ-πραχ-θε έ-πέ-πραχ-θε πέ-πραχ-θε
πεπραγμένοι εϊσϊ(ν) πεπραγμένοι ήσαν πε-πράχ-θων
πέ-πραχ-θον έ-πέ-πραχ-θον πέ-πραχ-θον
πέ-πραχ-θον έ-πε-πράχ-θην πε-πράχ-θων
Ε
γέ-γραμ-μαι
γέ-γραψαι
γέ-γραπ-ται
γε-γράμ-μεθα
γέ-γραφ-θε
γεγραμμένοι ει’σϊ(ν)
γέ-γραφ-θον
γέ-γραφ-θον . γραφ-έ-γε-γράμ-μην έ-γέ-γραψο έ-γέ-γραπ-το έ-γε-γράμ-μεθα έ-γέ-γραψ-θε γεγραμμένοι ήσαν έ-γέ-γραφ-θον έ-γε-γράφ-θην γέ-γραψο ■γε-γράφ-θω
γέ-γραφ-θε γε-γράφ-θων γέ-γραφ-θον γε-γράφ-θων γε-γράφ-θαι γε-γραμ-μένος γε-γραμ-μένη γε-γραμ-μένον
300. Τα ρ. στρέφω, τρέπω και τρέφω στον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της μέσης φωνής τρέπουν το ε του θέματος σε α:
στρέφ-ω (θ. στρεφ-\ παρακείμ. έ-στραμ-μαι, ύπερσ. έ-στράμ-μην
τρέπ-ω (θ. τρεπ), » τέ-τραμ-μαι, » έ-τε-τράμ-μην
τρέφ-ω (θ. θρεφ-), » τέ-θραμ-μαι, » έ-τε-θράμ-μην.
24ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤΩΝ ΚΑΙ ΥΓΡΟΛΗ-ΚΤΩΝ
ΡΗΜΑΤΩΝ Α» ΣΥΖΥΠΑΣ
1. Ενεστώτας κατ παρατατικός ενεργητ. και μέσης φωνής
301. Από τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα (όηλ. όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα μ, ν, λ, ρ) πολύ λίγα σχηματίζουν τον ενεστώτα (και τον παρατατικό) από το ρηματικό θέμα αμετάβλητο: γέμ-ω, νέμ-ω, τρέμ-ω” μέν-ω, πέν-ομαι, σθέν-ω (= έχω δύναμη), στέν-ω (= στενάζω), ώδίν-ω (= κοιλοπονώ)· (έ)θέλ-ω, έπιμέλ-ομαι, μέλει (απρόσωπο = υπάρ­χει φροντίδα- βλ. § 361, 1), βούλ-ομαν δέρ-ω, στέρ-ομαι, φέρ-ω κ.ά.
Τα περισσότερα όμως ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματί­ζουν τον ενεστώτα και τον παρατατικό από το ρηματικό θέμα, αφού τούτο πάρει στο τέλος του το χρονικό πρόσφυμα j. Και:
Αν ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος είναι λ, τότε το πρό­σφυμα j αφομοιώνεται προς αυτό, και έτσι τα ρήματα αυτά στον ενε­στώτα και τον παρατατικό έχουν λλ (βλ. § 68, 4, α):
(θ. άγγελ-, πβ. άγγελ-ος· άγγέλ-j-co =)άγγέλλ-ω ήγγελλ-ον
άγγέλλ-ομαι ήγγελλ-όμην
(θ. σφαλ-, πβ. οφάλ-μα” σφάλ-]-ω =) σφάλλ-ω έ’-σφαλλ-ον
σφάλλ-ομαι έ-σφαλλ-όμην έτσι και τα ρ. άγάλλομαι, άλλομαι (= πηδώ), άσχάλλω (= αγανακτώ), βάλλω, θάλλω, πάλλω, ψάλλω” ανατέλλω, εντέλλομαι, μέλλω (=έχω σκοπό, αναβάλλω), όκέλλω (= ρίχνω το πλοίο στην ξηρά, πέφτω στην ξηρά), στέλλω· ποικίλλω, τίλλω (= μαδώ)* εξαιρούνται τα ρ. βούλ-ομαι, έθέλ-ω ή θέλ-ω, έπιμέλ-ομαι, όφείλ-ω και το απρόσωπο μέλει που έχουν ένα λ, γιατί δεν παίρνουν πρόσφυμα /
Αν ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος είναι ν ή ρ και υπάρχει φωνήεν α πριν απ” αυτόν, τότε το πρόσφυμα j υπερπηδά το χαρακτήρα ν ή ρ και αποτελεί με το φωνήεν α το δίφθογγο αι (βλ. § 66)” έτσι τα ρήματα αυτά λήγουν σε -αίνω ή -αίρω:
(θ. φαν-, πβ. φανός· φάν-j-oj =) φαίν-ω έ-φαιν-ον
φαίν-ομαι έ-φαιν-όμην
(θ. άρ-, πβ. άρ-σις· ap-j-ω =) αΐρ-ω ήρ-ον
αίρομαι ήρ-όμην έτσι και τα ρ. βαίνω, ίσχναίνω, κερδαίνω, κοιλαίνω, κυμαίνω, λυμαίνομαι, λιπαίνω, μαίνομαι, μαραίνω, μελαίνω, μιαίνω, περαίνω, ποιμαίνω, ραίνω, σημαίνω, υγιαίνω, ύφαίνω” άσπαίρω (= σπαρταρώ), καθαιρώ (= καθαρί­ζω), τεκμαίρομαι (= συμπεραίνω), χαίρω κ.ά.
Αν ο χαρακτήρας του ρηματικού θέματος είναι ν ή ρ και υπάρ­χουν πριν απ” αυτόν τα φωνήεντα ε ή ϊ ή ύ, τότε το πρόσφυμα j αφο­μοιώνεται προς το χαρακτήρα ν ή ρ, έπειτα το διπλό ν ή ρ απλοποιείται και το προηγούμενο φωνήεν εκτείνεται αναπληρωτικά, δηλ. το ε σε ει, το ϊ σε ϊ και το ϋ σε ΰ (βλ. § 68, 4, β)· έτσι τα ρήματα αυτά στον ενε­στώτα λήγουν σε -είνω, -είρω, -ι’νω, -ι ρω, -ϋ’νω, -ν’ρω:

(θ. κτεν-, κτέν-j-m, κτένν-ω =) κτείν-ω (θ. φθερ-, φθέρ-j-u), φθέρρ-oj =) φθείρ-ω
(θ. κρϊν-, Kpiv-j-ω, κρΥνν-ω =)
φθείρ-ομαι κρ’ι “ν-ω κρι “ν-ομαι
(θ. οίκτϊρ-, οίκτΥρ^-ω, οίκτΥρρ-ω =) οίκτι’ρ-ω (θ. πλυν-, πλΰν-j-a), πλν’νν-ω=) (θ. σνρ-, συμ-j-Q), σΰ’ρρ-ω =)
έ-κτειν-ον S-φβειρ-ον έ-φθειρόμην έ-κρϊν-ον ε-κριν-όμην ώκτϊρ-ον έ-πλϋν-ον έ-σύρ-ον έ-σΰρ-όμην ήδϋ’νω, όμαλΰ’νω.
2, Οι άλλοι χρόνοι
Ενεργητ. και μέσος μέλλοντας. Τα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα κανονικά σχηματίζουν τον ενεργητ. και μέσο μέλλοντα από το ρηματικό θέμα και με τις καταλήξεις -ώ και -οϋμαι (κλίνονται δηλ. κατά τον ενεστώτα των συνηρημένων ρημάτων σε -ε’ατ πβ. § 323, β): άμύνω, ενεργ. μέλλ. άμονώ, -εις, -εΐ κτλ. – μέσ. μέλλ. άμονουμαι, -εΐ, -εϊται κτλ. Έτσι και σφάλλω – σφαλώ, στέλλω – στελώ, νέμω – νεμώ, υγιαίνω – ΰγια-νώ, σημαίνω – σημάνω, καθαιρώ – καθαρώ, κτείνω – κτενώ, τείνω – τενώ, σπείρω – σπερώ, φθείρω – φθερώ, κρίνω – κρινώ, αμβλύνω – άμβλυνώ, οδύρομαι – όδυροΰμαι κ.ά.
Ενεργητικός και μέσος αόρ. α’. Αρχικά ο ενεργητ. και μέσος αόρ. u” στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίστηκε σε -σα και -σάμην, όπως στα φωνηεντόληκτα* αλλά ο χρονικός χαρακτήρας σ αφομοιώθηκε με το προηγούμενο του ένρινο ή υγρό και έπειτα έγινε απλοποίηση των δύο όμοιων συμφώνων και αναπληρωτική έκταση τρυ προηγούμενου φωνήεντος, δηλ. του ά σε η (ή σε ά, αν προηγείται ε ή ι ή ρ), του ε σε ει, του ϊ σε ϊ και του ύ σε ϋ (βλ. § 62, 7, β). Π.χ.
Ενεστώτας
φαίνω
λεαίνω
υγιαίνω
μαραίνω
καθαιρώ
άγγέλω

φαν-
λεάν-
ύγιαν-
μαραν-
καθάρ-
άγγελ­
αρχικος τύπος
έ’-φάν-σα
έ-λέαν-σα
ύγίαν-σα
έ-μάράν-σα
έκάθάρ-οα
ήγγελ-σα
Αόριστος
με αφομοίωση
S-φαν-να
έ-λέάν-να
υγϊαν-να
έ-μάράν-να
έ-κάθαρ-ρα
ήγγελ-λα
τελικός τύπος
δ-φην-α έ-φην-άμην
έ-λέαν-α
ΰγΐάν-α
έ-μάράν-α
έ-κάθηρ-α έ-καθηρ-άμην
ήγγαλ-α ήγγειλ-αμην
νέμω νεμ- ε-νεμ-σα έ-νεμ-μα ί-ναμ-α έ-ναμ-άμην
μένω μεν- έ-μεν-σα έ-μεν-να ϋ-μειν-α
κρίνω κρίν- έ-κρ’ιν-σα £-κρ~ιν-να Ε-κρϊν-α έ-κριν-άμην
άμύνω άμυν- ήμΰν-σα ήμύν-να ήμύν-α ήμυν-άμην
Έτσι ο ενεργητ. και μέσος αόρ. α” στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα κανονικά σχηματίζεται σε όλες τις εγκλίσεις (και στο απαρέμφα­το και τη μετοχή) με το θέμα μετασχηματισμένο, όπως φαίνεται παρα­πάνω, και με τις ίδιες καταλήξεις που έχουν τα φωνηεντόληκτα (λύω – έλυ­σα, έλυσάμην), αλλά χωρίς το χρονικό χαρακτήρα σ.
304. Παράδειγμα
(ρ. νέμ-ω, θ. νεμ-, αόρ. i-νειμ-α, έ-νειμ-άμην)
Χρόνοι Οριστική Υποτακτική Ευκτική Π ροστακτική Απαρ. Μετοχή
S-νειμ-α νει’μ-ω νείμ-αιμι -
ε~-νειμ-ας νείμ-νς νείμ-αις νεϊμ-ον
ε-νειμ-ε νείμ-rj νείμ-αι νειμ-άτω
-ο έ-νείμ-αμεν νείμ-ωμεν νείμ-αιμεν – νεϊμ-ας
< έ-νείμ-ατε νειμ-ητε νείμ-αιτε νείμ-ατε «3- νείμ-ααα
έ-νειμ-αν νείμ-ωσι νείμ-αιεν νειμ-άντων νεψ-αν
ή -άτωσαν
ώ έ-νείμ-ατον νει’μ-ητον νείμ-αιτον νεϊμ-ατον

έ-νειμ-άτην νείμ-ητον νειμ-αίτην νειμ-άτων
Χρόνοι Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρ. Μετοχή
έ-νειμ-άμην νείμ-ωμαι νειμ-αΐμην -
“α έ-νείμ-ω νείμ-rj νείμ-αιο νεϊμ-at
ο” έ-νεϊμ-ατο νείμ-ηται νείμ-αιτο νειμ-άαθω
D έ-νειμ-άμεθα νειμ-ώμεθα νειμ-αίμεθα – νειμ-άμενος
5. έ-νείμ-ασθε νείμ-ησθε νείμ-αισθε νει’μ-ασθε ? νειμ-αμένη
< έ-νείμ-αντο νείμ-ωνται νείμ-αιντο νειμ-άσθων νειμ-άμενον
ή -άσθωσαν
έ-νείμ-ασθον νείμ-ησθον νείμ-αισθον νείμ-ασθον
2 έ-νειμ-άσθην νείμ-ησθον νειμ-αίσθην νειμ-άσθων
305. Παρακείμενος και υπερσυντέλικος της ενεργητικής φωνής. Τα
ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της ενεργητ. φωνής με το χρον. χαρακτήρα κ, ό­πως τα φωνηεντόληκτα (παρακείμ. σε -κα και υπερσυντέλ. σε -κειν). Το λ και το ρ εμπρός από το χρονικό χαρακτήρα κ μένουν αμετάβλητα, ενώ το ν γίνεται γ (βλ. § 70, 5):
άγγέλλω (θ. άγγελ-) παρακείμ. ήγγελ-κα ύπερσ. ήγγέλ-κειν
αίρω (θ. άρ) » ήρ-κα » ήρ-κειν
φαίνω (θ. φαν-) » πέφαγ-κα » έ-πε-φάγ-κειν
(πβ. § 309).
Ο παθητ. μέλλοντας α” και ο παθητ. αόρ. α” στα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα σχηματίζονται κανονικά σε -θήσομαι και -θην, ό­πως στα φωνηεντόληκτα, χωρίς μεταβολή του ρηματικού χαρακτήρα:
μιαίνω (θ. μιαν-) παθ. μέλλ.μιαν-θήσομαι πα$.αόρ.έ-μιάν-θην
άγγέλλω (θ. άγγελ-) » » άγγελ-θήσομαι » » ήγγέλ-θην
αίρω (θ. άρ) » » άρ-θήσομαι » » ήρ-θην
α) Ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος της μέσης φωνής στα υγρόληκτα ρήματα σχηματίζονται κανονικά σε -μαι (-σαι, -ται κτλ.) και -μην (-σο, -το κτλ.), όπως στα φωνηεντόληκτα- οι ρηματ. χαρακτήρες λ και ρ εμπρός από τις καταλήξεις μένουν αμετάβλητοι: ή’γγελ-μαι, ήγγέλ-μην κε-κάθαρ-μαι, έ-κε-καθάρ-μην.
β) Ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος της μέσης φωνής στα ενρι­νόληκτα ρήματα σχηματίζονται επίσης σε -μαι (-σαι, -ται κτλ.) και -μην {-σο, -το κτλ.)- ο ρηματ. χαρακτήρας όμως ν εμπρός από το μ των κατα­λήξεων σε άλλα ρήματα αφομοιώνεται (κανονικά) με αυτό και σε άλλα τρέπεται σε σ: παρ-οξύν-ομαι (θ. παρ-οξυν-), παρακείμενος παρ-ώξυν-μαι = παρώξυμμαι, υπερσ. παρ-ωξύν-μην = παρωξύμμην αλλά φαίνομαι (θ. φαν-), παρακείμ. πέ-φαν-μαι = πέφασμαι, υπερσ. έπεφάσμην (βλ. § 68, 5).
308. Παραδείγματα σχηματισμού μέσου παρακειμένου και υπερουντελίκου ενρινόληκτων και υγρόληκτων ρημάτων
309. α) Των ρ. κλίνω, κρίνω και πλύνω ο ρηματ. χαρακτήρας ν απο­βάλλεται στον ενεργητ. και μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο, στον παθη’τ. μέλλοντα α” και στον παθητ. αόρ. α’:
κλίνω κέ-κλι-κα, έ-κε-κλί-κειν, κέ-κλι-μαι, έ-κε-κλί-μην, κλι-
θήσσμαι, έ-κλί-θην κρίνω κέ-κρι-κα, έ-κε-κρί-κειν, κέ-κρι-μαι, έ-κε-κρί-μην, κρι-
θήσομαι, έ-κρί-θην πλύνω πέ-πλυ-κα, έ-πε-πλύ-κειν, πέ-πλν-μαι, έ-πε-πλΰ-μην, πλυ-θή
σομαι, έ-πλύ-θην.
β) Όσα ενρινόληκτα και υγρόληκτα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν ε ση αυτό. τρέπουν το ε τούτο σε ά στον ενερ-γητ. παρακείμενο και υπερσυντέλικο α” και στο μέσο παρακείμενο και υπερσυντέλικο:
σπείρω _ (θ. σπερ-) έ-σπαρ-κα έ-σπάρ-κειν ε-σπαρ-μαι έ-σπάρ-μην στέλλω (θ. στ ε-) έ-σταλ-κα έ-στάλ-κειν ε-σταλ-μαι έ-στάλ-μην φθείρω (θ. φθερ-) έ-φθαρ-κα έ-φθάρ-κειν ε-φθαρ-μαι έ-φθάρ-μην.
γ) Το ρ. τείνω (θ. Γεν-) σχηματίζει τον παρακείμενο και τον υπερ­συντέλικο της.ενεργητ. και μέσης φωνής, καθώς και τον παθητ. μέλλο­ντα και παθητ. αόριστο, με τροπή του ε σε α και με αποβολή του χαρα­κτήρα ν (δηλ. από θέμα τα-): τείνω, τέ-τα-κα, (έ-τε-τά-κειν), τέ-τα μαι, έ-τε-ζά-μην, τα-θήσομαι, έ-τά-θην.
δ) Τα ρ. βάλλω, κάμ-ν-ω και τέμ-ν-ω σχηματίζουν τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο της ενεργητ. και μέσης φωνής, καθώς και τον παθητ. μέλλοντα και παθητ. αόριστο από τα ρηματικά θέματα βαλ-, καμ-, τεμ-, αφού πρώτα έγινε μετάθεση του φωνήεντος και έκταση του σε η, δηλ. (βαλ-, βλα- –) βλη-, (καμ-, κμα- -■) κμη-, (τεμ-, τμε- =-) τμη-; βάλλω: βέ-βλη-κα, έ-βε-βλή-κειν, βέ-βλη-μαι, έ-βε-βλή-μην, βλη-
θήσομαι, έ-βλή-θην κάμνω: κέ-κμη-κα, έ-κε-κμή-κειν
τέμνω: τέ-τμη-κα, (έ-τε-τμή-κειν), τέ-τμη-μαι, έ-τε-τμή-μην, τμη-θήσομαι, έ-τμή-θψ.
25ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΔΕΥΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ
1. Ενεργητικός και μέσος αόριστος β’
310. Πολλά ρήματα σχηματίζουν τον ενεργητικό και μέσο αόριστο από το θέμα με τις ολικές καταλήξεις του αντίστοιχου παρατατικού στην οριστική και του αντίστοιχου ενεστώτα στις άλλες εγκλίσεις (κα­θώς και στο απαρέμφατο και τη μετοχή). Ο αόριστος αυτός λέγεται (ενεργητικός ή μέσος) αόριστος δεύτερος. Π.χ. βάλλω, ενεργ. αόρ. β” ε-βαλ-ον, ε-βαλτες, έ’-βαλ-ε κτλ., μέσ. αόρ. β” έ-βαλ-όμην, (έ-βάλ-εσο =) έ-βάλ-ου, έ-βάλ-ετο κτλ.
311. Παράδειγμα σχηματισμού ενεργητικού και μέσου αορίστου β’
ρ. βάλλω (θ. βαλ-) α) Ενεργητικός αόριστος β’
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφ. Μετοχή
έ’-βαλ-ον βάλ-ω βάλ-οιμι – βαλ-ών
έ’-βαλ-ες βάλ-τις βάλ-οις βάλ-ε βαλ-οΰσα
ε-βαλ-ε βάλ-ρ βάλ-οι βαλ-έτω βαλ-όν
έ-βάλ-ομεν βάλ-ωμεν βάλ-οιμεν – βαλ-εϊν
έ-βάλ-ετε βάλ-ητε βάλ-οιτε βάλ-ετε
ε-βαλ-ον βάλ-ωσι(ν) βάλ-οιεν βαλ-όντων
έ-βάλ-ετον βάλ-ητον βάλ-οιτον βάλ-ετον
έ-βαλ-έτψ βάλ-ητον βαλ-οίτην βαλ-έτων
(πβ. τα νεοελλ.: έβαλα, έβαλες, έβαλε κτλ.· να βάλω, βάλεις, βάλει κτλ.- βάλε κτλ.), β) Μέσος αόριστος β’
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρέμφ. Μετοχή
έ-βαλ-όμην βάλ-ωμαι βαλ-οίμην — βαλ-όμενος
έ-βάλ-ου βάλ-η βάλ-οιο βαλ-οΰ βαλ-ομένη
έ-βάλ-ετο
έ-βαλ-όμεθα
έ-βάλ-εσθε
έ’βάλ-οντο
έ-βάλ-εσθον
έ-βαλ-έσθην
βάλ-ηται
βαλ-ώμεθα
βάλ-ησθε
βάλ-ωνται
βάλ-ησθον
βάλ-ησθον
βάλ-οιτο
βαλ-οίμεθα
βάλ-οισθε
βάλ-οιντο
βάλ-οισθον
βαλ-οίοθην
βαλ-έσθω βαλ-όμενον
— βαλ-έσθαι βάλ-εσθε βαλ-έσθων βάλ-εσθον βαλ-έσθων

Παρατηρηθείς στο σχηματισμό του ενεργητ. και μέσου αορίστου β’
312. Του ενεργητικού αορίστου β’:
Το απαρέμφατο και η μετοχή τονίζονται πάντοτε στη λήγουσα {το απαρέμφατο με περισπωμένη και η μετοχή αρσενικού με οξεία)* μα-θεΐν, έλθεΐν – μαθών, έλθών.
Το β” ενικό πρόσ. της προστακτικής των ρ. έρχομαι, ευρίσκω, λαμβάνω, λέγω και όρώ, όταν δεν είναι σύνθετο, τονίζεται στή λήγουσα: (έρχομαι – ήλθον) έλθέ, (ευρίσκω – ηύρον) εύρε, (λαμβάνω – έλαβον) λαβε, (λέγω – είπον) εΐπέ, (όρώ – ειδον) ίδέ (αλλά: άπελθε, εξευρε, παράλαβε, πρόειπε, πάριδε).
313. Του μέσου αορίστου β’:
Το απαρέμφατο (είτε απλό είτε σύνθετο) τονίζεται στην παραλή­γουσα: γενέσθαι, λαβέσθαι – συγγενέσθαι, άντιλαβέσθαι.
Το β” ενικό πρόσ. της προστακτικής (είτε απλό είτε σύνθετο) κα­νονικά τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη: γενοϋ, λαβοϋ -συγγενοΰ, άντιλαβοΰ- αν όμως είναι μονοσύλλαβο και σύνθετο με δισύλ­λαβη πρόθεση, ανεβάζει τον τόνο στην παραλήγουσα: (έχομαι – έσχό-μην) σχοΰ – παράσχου, (έπομαι – έσπόμην) σποΰ – έπίσπου.
314. I. Ο αόρ. β’, όπως είδαμε (§ 310), στην οριστική έχει τις κατα-
λήξεις του αντίστοιχου παρατατικού και στις άλλες εγκλίσεις έχει τις
καταλήξεις του αντίστοιχου ενεστώτα. Ξεχωρίζεται όμως από το θέμα
του, που είναι διαφορετικό από το θέμα του ενεστώτα και του παρατατι-
κού. Έτσι σε μερικά ρήματα ο αόρ. β” σχηματίζεται:
α) από το καθαρό ρηματ. θέμα, χωρίς τα προσφύματα του ενεστώτα και του παρατατικού: (αίσθ-άν-ομαι) ήσθ-όμψ, αϊσθ-ωμαι, αίσθ-οίμην κτλ., (άμαρτ-άν-ω) ήμαρτ-ον, άμάρτ-ω, άμάρτ-οιμι κτλ. (λα(ν)θ-άν-ω) έ-λαθ-ον, λάθ-ω, λάθ-οιμι κτλ.·
β) από το ρηματ. θ. με συγκοπή: (έπ-ομαι, θ. αεπ-) έ-σπ-όμην (η δα­σεία της αύξησης από αναλογική επίδραση του έπομαι), (έχ-ω, θ. σεχ-) έ-σχ-ον
γ) από το ρηματ. θ. χωρίς τον αναδιπλασιασμό του ενεστώτα: (γί-γνομαι, θ. ye-) έ-γεν-όμην, (πί-πτ-ω, θ. πετ-, πεσ-) έ’-πεσ-ον-
δ) από το ρηματ. θ. με αναδιπλασιασμό: (ay-ω) ή’γαγ-ον, άγάγ-ω κτλ.’
ε) από το ρηματ. θ. με τροπή του φωνήεντος: (τρέπ-ω, θ. τρεπ-) έ-τραπ-ον
ς) από το αδύνατο ρηματ. θ. (λείπ-ω, θ. λειπ-, λιπ-) έ-λιπ-ον.
2. Μερικά ρήματα σχηματίζουν τον αόρ. β” με θέμα διαφορετικό (από συνώνυμες ρίζες): αίρέω-ώ; αόρ. β” (με θ. ¥ελ~) έ’-Ψελ-ον: είλ-ον, υ­ποτ. έ’λ-ω κτλ. – όράω -ώ, αόρ. β” (μέ θ. Ριδ-) έ’-FiS-ov: ειδον, υποτ. ΐδω κτλ.
2. Παθητικός μέλλοντας β’. Παθητικός αόριστος β’
315. Μερικά ρήματα σχηματίζουν τον παθητ. μέλλοντα και τον πα­θητ. αόριστο με το χρονικό πρόσφυμα η- και ε- αντί θη- και θε-, δηλ. χοιρίς το σύμφωνο θ: γραφή-σομαι, έ-γράφ-η-ν, γραφ-ε-ιη-ν, γραφ-έ-ντων κτλ., αντί γραφ-θή-σομαι, έ-γράφ-θη-ν, γραφ-θε-ίη-ν, γραφ-θέ-ντοιν κτλ. (ό­πως και στη νέα: γράφ-τη-κα και γράφ-η-κα κτλ.).
Ο παθητ. μέλλοντας και ο παθητ. αόριστος που σχηματίζονται μ” αυτόν τον τρόπο λέγονται παθητικός μέλλοντας β” και παθητικός αόρι­στος β’.
Οι δεύτεροι αυτοί παθητικοί χρόνοι κλίνονται ακριβώς όπως και οι πρώτοι, αλλά στο β” ενικό πρόσωπο της προστακτικής του αορ. β” μένει αμετάβλητη η αρχική κατάληξη -θι: γράφη-θι.

Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική Απαρ. Μετοχή
έ-γράφ-η-ν γραφ-ώ γραφ-είην – γραφ-είς
έ-γράφ-η-ς γραφ-ης γραφ-είης γράψ-η-θι γραφ-είαα
έ-γράφ-η γραφ-η γραψ-είη γραφ-ή-τω γραφέν
CO. έ-γράφ-η-μεν γραφ-ώμεν γραφ-είημεν

ο έ-γράφ-η-τε γραφ-ήτε (-εϊμεν) γράφ-η-τε
D έ-γράφ-η-σαν γραφ-ώσι(ν) γραφ-είητε γραφ-έ-ντων δ
•Ο
< έ-γράψ-ψτον γραφ-ή-τον (-είτε) ή γραφ-ή-
έ-γραφ-ή-την γραφ-ήτον γραφ-είησαν τωσαν
(εΐεν) γράφ-η-τον
γραφ-είητον γραφ-ή-των
(-ειτον) γραφ-ειήτην (-είτην)

Παρατηρήσεις στους δεύτερους παθητικούς χρόνους
1) Όσα ρήματα έχσΐ)ν μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα με φωνήεν ε τρέπουν στους δεύτερους παθητ. χρόνους το ε σε α βραχύχρονο: (κλέπτω, θ. κλεπ-) έ-κλάπ-ην, (πλέκω) έ-πλάκ-ην, (τρέπ-ω) έ-τράπ-ην, (στρέφ-ω) στραφ-ήσομαι, έ-στράφ-ην, (τρέφ-ω) τραφ-ήσομαι, έ-τράφ-ην (πβ. § 309, β). Εξαιρούνται τα σύνθετα του ρ. -λέγω (= συλλέγω): συλ-(έκ)-λεγ-ήσομαι, συν-(έζ)-ε-λέγ-ην.
2) Όσα ρήματα έχουν μονοσύλλαβο ρηματ. θέμα με φωνήεν η συ­στέλλουν στους β” παθητ. χρόνους το η αυτό σε ο βραχύχρονο: (σή-π-ω) σαπ-ήσομαι, έ-σάπ-ην, (τήκ-ω) τακ-ήσομαι, έ-τάκ-ην, (έκ-πλήττω, θ. πληγ-) έκ-πλαγ-ήσομαι, έξ-ε-πλάγ-ην, (κατα-πλήττω) κατα-πλαγ-ήοομαι, κατ-επλάγ-ην. Εξαιρείται το απλό πλήττω (θ. πληγ-) πληγ-ήσομω, έ-πλήγ-ην.
3. Ενεργητικός παρακείμενος και υπερσυντέλικος β’
Μερικά συμφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεργητικό παρακείμενο και υπερσυντέλικο χωρίς το χρονικό χαρακτήρα κ ή χω­ρίς να τρέπουν τον ψιλόπνοο ή μέσο χαρακτήρα του ρηματικού θέμα­τος σε δασύπνοο: (φεϋγ-ω) πέ-φευγ-α, έ-πε-φεύγ-ειν (λείπ-ω) λέ-λοιπ-α, έ-λε-λοίπ-ειν (πβ. § 285 και § 296).
Ο παρακείμενος ή ο υπερσυντέλικος που σχηματίζεται με αυτόν τον τρόπο λέγεται ενεργητικός παρακείμενος δεύτερος ή ενεργητικός υπερ­συντέλικος δεύτερος.
319. Ο ενεργ. παρακείμενος β” και ο ενεργ. υπερσυντέλικος β” κλί­νονται όπο>ς οι πρώτοι, αλλά το φωνήεν ε του θέματος τρέπεται σε ο και το ά εκτείνεται σε η (ή σε ά, αν προηγείται ρ):
πάσχω (θ. πενθ-’) πέ-πονθ-α έ-πε-πόνθ-ειν
πείθω (θ. πειθ-) πέ-ποιθ-α έ-πε-ποίθ-ειν
τίκτω (θ. τεκ-) τέ-τοκ-α έ-τε-τόκ-ειν
γίγνομαι (θ. γεν-) γέ-γον-α έ-γε-γόν-ειν
φαίνω (θ. φαν-) πέ-φην-α έ-πε-φήν-ειν
κράζω· (θ. κραγ-) κέ-κράγ-α έ-κε-κράγ-ειν
Σημ. Βλ. και κατάλογο ανώμ. ρημάτων (Παράρτημα).
4. Γενικές παρατηρήσεις στους δεύτερους χρόνους
Πολύ σπάνια ο ίδιος χρόνος ενός ρήματος (μέλλοντας ή αόρι­στος ή παρακείμενος ή υπερσυντέλικος) σχηματίζεται και ως α” και ως β” χωρίς διαφορά σημασίας:
άλλάττω: παθ. αόρ. α” ήλλάχθην και β” ήλλάγην’
βλάπτω: παθ. αόρ. α” έβλάφθην και β” έβλάβην
λέγω: ενεργ. αόρ. α” έλεξα και είπα (που έχει εύχρηστους τύτους: ο­ριστ. β” εν. είπας, β” πληθ. είπατε, ευκτ. α” πληθ. ειπαιμεν, προστ. β” πληθ. είπατε) και ενεργητ. αόρ. βΓ είπον (χωρίς β” πληθ. της οριστ. που παίρνεται από το είπα)’
συλ-λέγω: παθ. αόρ. α” συνελέχθην και β” συνελέγην
φέρω: ενεργ. αόρ. α” ή’νεγκα (που έχει εύχρηστους όλους τους τύ­πους, εκτός από τη μετοχή και το β” εν. πρόσ. της προστ.) και ενεργητ. αόρ. β” ήνεγκον (που έχει εύχρ. τύπους: οριστ. μόνο το α” εν.’και μόνο σύνθ. διήνεγκον, υποτ. ένέγκω κτλ., ευκτ. ένέγκοιμι κτλ., προστ. μόνο ε-νεγκε – ένεγκέτω, απαρ. ένεγκεΐν, μετ. ένεγκών)·
δια-φθείρω: ενεργ. πρκμ. α” διέφθαρκα και β” διέφθορα κ.ά.
Συνήθως, όταν ο ίδιος χρόνος ενός ρήματος βρίσκεται και ως α” και ως β’, ο ένας τύπος έχει διαφορετική σημασία από τον άλλο:
έτρεψάμην (μτβ. —- έτρεψα κάποιον σε φυγή) – έτραπόμην (= έτρεψα τον εαυτό μου προς κάτι, διευθύνθηκα)-
έφάνθην (= φανερώθηκα από άλλον) – έψάνην (= φανέρωσα τον εαυ­τό μου)»
πέπεικα (= έχω πείσει κάποιον) – πέποιθα (= είμαι πεισμένος, έχω πεποίθηση)»
πέπραχα (= έχω κάμει κάτι) – πέπραγα (αμετάβ. = βρίσκομαι σε κά­ποια κατάσταση).

 

 
26ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Η ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΑ

322. Τα φωνηεντόληκτα ρήματα που έχουν χρονικό χαρακτήρα α ή ε ή ο συναιρούν το φωνήεν αυτό στον ενεστώτα και τον παρατατικό με το ακόλουθο φωνήεν των (ολικών) καταλήξεων και για τούτο λέγονται συνηρημένα* λέγονται όμως και περισπώμενα, γιατί ο συνηρημένος τύ­πος τους στο α” πρόσ. της οριστ. του ενεστώτα παίρνει περισπωμένη.
Τα συνηρημένα ρήματα διαιρούνται κατά το χαρακτήρα σε τρεις τά­ξεις:
στην α” τάξη ανήκουν όσα λήγουν σε -άω (χαρακτ. α): τιμάω – τιμώ* στη β” τάξη ανήκουν όσα λήγουν σε -έω (χαρακτ. ε): ποιέω – ποιώ* στην γ” τάξη ανήκουν όσα λήγουν σε -όω (χαρακτ. ο): δηλόω – δη-
λώ.

1. Ενεστώτας και παρατατικός
323. Τα συνηρημένα ή περισπώμενα ρήματα στον ενεστώτα και τον παρατατικό της ενεργητικής και μέσης φωνής κλίνονται κατά τα επόμε-vu παραδείγματα:
323 α. Παράδειγμα συνηρημένου ρ. σε -άω

Α “. Ενεργητική φωνή
Χρόνοι
Ο ΡI ΣΤIΚ Η
(τιμάω) τιμώ (τιμάεις) τιμάς (τιμάει) τιμά (τιμάομεν) τιμώμεν (τιμάετε) τιμάτε (τιμάονσι) τιμώσι(ν) (τιμάετον) τιμάτον (τιμάετον) τιμάτον
(έτίμαον) άτιμων (έτίμαες) έτι’μας (έτίμαε) έτίμα (έτιμάομεν) έτιμώμεν (έτιμάετε) έτιμάτε (έτίμαον) άτιμων (έτιμάετον) έτιμάτον (έτιμαέτην) έτιμάτην
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
(τιμάω) τιμώ (τιμάζΐς) τιμάς (τιμάφ τιμά (τιμάωμεν) τιμώμεν (τιμάητε) τιμάτε (τιμάωσι) τιμώσι(ν) (τιμάητον) τιμάτον (τιμάητον) τιμάτον
(τιμάοιμι) τιμώμι (τιμάοις) τιμώς (τιμάοι) τιμφ ή
(τιμαοίην) τιμωην -(τιμαοιης) τιμώης (τιμαοίη) τιμώη (τιμάοιμεν) τιμώμεν (τιμάοιτε) τιμώτε (τιμάοιεν) τιμώεν (τιμάοιτον) τιμώτον (τιμαοίτην) τιμώτην
τύπος ενικού
β” τύπος ενικού
(τιμάω = τιμώ* θ. τιμα-)

Β’. Μέση φωνή
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
(τιμάομαι) τιμώμαι
(τιμάτι ή -ει) τιμα
(τιμάεται) τιμάται
(τιμαόμεθα) τιμώμεθα
(τιμάεσθε) τιμασθε
(τιμάονται) τιμώνται
(τιμάεσθον) τιμάσθον
(τιμάεσθον) τιμάσθον
(ετιμαόμην) έτιμώμην
(έτιμάου) έτιμώ
(έτιμάετο) έτιμάτο
(έτιμαόμεθα) έτιμώμεθα
(έτιμάεσθε) έτιμάσθε
(έτιμάοντο) έτιμώντο
(έτιμάεσθον) έτιμάσθον
(έτιμαέαθην) έτιμάσθην
ΕΥΚΤΙΚΗ
(τιμάωμαι) τιμώμαι (τιμαοϊμην) τιμώμην
(τιμάρ) τιμά (τιμάοιο) τιμωο
(τιμάηται) τιμάται (τιμάοιτο) τιμώτο
(τιμαώμεθα) τιμώμεθα (τιμαοίμεθα) τιμώμεθα
(τιμάηαθε) τιμασθε (τιμάοισθε) τιμώαθε
(τιμάωνται) τιμώνται (τιμάοιντο) τιμώντο
(τιμάησθον) τιμάσθον (τιμάοισθον) τιμώσθον
(τιμάησθον) τιμάσθον (τιμαοίσθην) τιμώσθην
A’. Ενεργητική φωνή
Χρόνοι ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
(τίμαε) τίμα (τιμάειν) τιμάν (τιμάων) τιμών
(τιμαέτω) τιμάται (από το τιμά-εν) (τιμάουσα) τιμώσα
a – (τιμάον) τιμών
■3 (τιμάετε) τιμάτε γενική:
I (τιμαόντων) τιμώντων (τιμάοντος) τιμώντος
ω ή (τιμαέτωααν) τιμάτωσαν (τιμαονσης) τιμώσης
(τιμάετον) τιμάτον (τιμάοντος) τιμώντος
(τιμαέτων) τιμάτων

323 β. Παράδειγμα συνηρημένου ρήματος σε -έω
Α’. Ενεργητική φωνή
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
(ποιέω) ποιώ
(ποιέεις) ποιείς
ϋ (ποιέει) ποιεί
■3 (ποιέομεν) ποιουμεν
ω (ποιέετε) ποιείτε
ω (ποιέουαι) ποιοΰσι(ν)
(ποιέετον) ποιεΐτον
(ποιέετον) ποιεΐτον
•ο’
S
α C (έποίεον) έποίονν (έποίεες) έποίεις (έποίεε) έποίει (έποιέομεν) έποιοΰμεν (έποιέετε) έποιεΐτε (έποίεον) έποίουν (έποιέετον) έποιεϊτον (έποιεέτην) έποιείτην
Β’. Μέση φωνή
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
(“τιμάου) τιμώ (τιμαέσθω) τιμάσθω
(τιμόεσθε) τιμάαθε (τιμαέσθων) τιμάσθων ή (τιμαέοθωσαν) τιμάσθωσαν (τιμάεαθον) τιμάσθον (τιμαέσθων) τιμάσθων (τιμάεσθαι) τιμάσθαι (τιμαόμενος) τιμο’ιμενος (τιμαομένη) τιμώμενη (τιμαόμενον) τιμώμενον

(ποιέ-ω ποιώ* θ. ποΐ£-)
Β’. Μέση φωνή
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
(ποιέομαι) ποιούμαι
(ποιέτι ή -ει) ποιη ή -εϊ
(ποιείται) ποιείται
(ποιεόμεθα) ποιούμεθα
(ποιέεσθε) ποιεΐσθε
(ποιέονται) ποιούνται
(ποιέεσθον) ποιεϊσθον
(ποιέεσθον) ποιεΐαθον
(έποιεόμην) έποιούμην
(έποιέου) έποιον
(έποιέετο) έποιεϊτο
(έποιεόμεθα) έποιούμεθα
(έποιέεσθε) έποιεΐσθε
(έποιέοντο) έποιοΰντο
(έποιέεσθον) έποιεΐσθον
(έποιεέοθην) έποιείσθην
A’. Ενεργητική φωνή
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΥΚΤΙΚΗ
(ποιέω) ποιώ (ποιέοιμι) ποιοΐμι η α’
(ποιέης) ποιής (ποιέοις) ποιοΐς > τύπος
(ποιέξι) ποιή (ποιέοι) ποιοΐ J ενικού
(ποιέωμεν) ποιώμεν ή
a (ποιέητε) ποιήτε (ποιεοι’ην) ποιοι’ην ~\ β’
(ποιέωσι) ποιώσι(ν) (ποιεοίης) ποιοιης >■ τύπος
c – (ποιέητον) ποιήτον (ποιεοϊη) ποιοίη ) ενικού
ϋ (ποιέητον) ποιήτον (ποιέοιμεν) ποιοΐμεν
(ποιέοιτε) ποιοΐτε
(ποιέοιεν) ποιοΐεν
(ποιέοιτον) ποιοιτον
(ποιεοίτην) ποιοϊτην
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
(ποίεε) ποιεί (ποιέεν) ποιεΐν (ποιέων) ποιών
(ποιεέτο^) ποιείται (ποιέουσα) ποιούσα
— (ποιέον) ποιούν
“Β (ποιέετε) ποιείτε γενική:
Β (ποιεόντων ποιούντων ή (ποιέοντος) ποιοϋντος
LU (ποιεέτωσαν) ποιείτωσαν (ποιεοόσης) ποιούσης
(ποιέετον) ποιεΐτον (ποιέοντος) ποιοΰντος
(ποιεέτων) ποιείτων
Β’. Μέση φωνή
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΥΚΤΙΚΗ
(ποιέωμαι) ποιώμαι (ποιέτι) ποιή (ποιέηται) ποιήται (ποιεώμεθα) ποιώμεθα (ποιέησθε) ποιήσθε (ποιεωνται) ποιώνται (ποιέησθον) ποιήσθον (ποιέησθον) ποιήσθον (ποιεοίμην) ποιοίμην (ποιέοιο) ποιοΐο (ποιέοιτο) ποιοιτο (ποιεοίμεθα) ποιοίμεθα (ποιέοισθε) ποιοΐσθε (ποιέοιντο) ποιοϊντο (ποιέ,οισθον) ποιοΐσθον (ποιεοίσθην) ποιοίσθην
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
(ποιέον) ποιου (ποιεέσθω) ποιείσθω
(ποιέεσθε) ποιεϊσθε (ποιεέσθων) ποιείσθων ή (ποιεέσθωσαν) ποιείσθωσαν (ποιέεσθον) ποιεϊσθον (ποιεέσθων) ποιείσθων (ποιέεσθαι) ποιεΐσθαι (ποιεόμενος) ποιούμενος (ποιεομένη) ποιούμενη (ποιεόμενον) ποιούμενον
323γ. Παράδειγμα συνηρημένου ρήματος σε -όω

Α’. Ενεργητική φωνή
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
(δηλόω) δηλώ (δηλόεις) δηλοϊς (δηλόει) δηλοϊ (δηλόομεν) δηλοΰμεν (δηλόετε) δηλοΰτε (δηλόουσι) δηλοΰαι(ν) (δηλόετον) δηλοΰτον (δηλόετον) δηλοΰτον

(έδήλοον) έδήλουν (έδήλοες) έδήλους (έδήλοε) έδήλον (έδηλόομεν) έδηλοΰμεν (έδηλόεζε) έδηλοΰχε (έδήλοον) έδήλουν (έδηλόετον) έδηλοΰτον (έδηλοέτην) έδηλούτην

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ
(δηλόω) δηλώ (δηλόης) δηλοΐς (δηλότι) δηλοΐ (δηλόωμεν) δηλώμεν (δηλόητε) δηλώτε (δηλόωσι) δηλώσι(ν) (δηλόητον) δηλώτον (δηλόητον) δηλώτον
(δηλόοιμι) δηλοϊμι (δηλόοις) δηλοϊς (δηλόοι) δηλοϊ
(δηλοοίην) δηλοίην ~| (δηλοοίης) δηλοίης (δηλοοίη) δηλοίη J (δηλόοιμεν) δηλοΐμεν (δηλόοιτε) δηλοΐτε (δηλόοιεν) δηλοΐεν (δηλόοιτον) δηλοΐτον (δηλοοίτην) δηλοΐτην
τύπος ενικοί)

τύπος ενικού
(δηλό-ω = δηλώ” θ. δηλο-)

Β’. Μέση φωνή
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
(δηλόομαι) δηλοΰμαι
(δηλόρ ή -ει) δηλοϊ
(δηλόεται) δηλοΰται
(δηλοόμεθα) δηλοΰμεθα
(δηλόεσθε) δηλοΰσθε
(δηλόονιαι) δηλοΰνται
(δηλόεσθον) δηλοοσθον
(δηλόεσθον) δηλοοσθον
(έδηλοόμην) έδηλούμην
(έδηλόου) έδηλοΰ
(έδηλόετο) έδηλοΰτο
(έδηλοόμεθα) έδηλούμεθα
(έδηλόεσθε) έδηλοΰσθε
(έδηλόοντο) έδηλοΰντο
(έδηλόεσθον) έδηλοϋσθον
(έδηλοέσθην) έδηλούσθην
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΥΚΤΙΚΗ
(δηλόωμαι) δηλώμαι (δηλοοι’μην) δηλοίμην
(δηλότι) δηλοϊ (δηλόοιο) δηλοιο
(δηλόηται) δηλωται (δηλόοιτο) δηλοΓτο
(δηλοώμεθα) δηλώμεθα (δηλοοίμεθα) δηλοίμεθα
(δηλόησθε) δηλώσβε (δηλόοισθε) δηλοΐσθε
(δηλόωνται) δηλώνται (δηλόοιντο) δηλοΐντο
(δηλόησθον) δηλώσθον (δηλόοισθον) δηλοϊσθον
(δηλόησθον) δηλώσθον (δηλοοίσθην) δηλοίσθην
A Ενεργητική φωνή
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
Ενεστώτας (δήλοε) δήλου (δηλοέτω) δηλοότω
(δηλόετε) δηλοΰτε (δηλούντων) δηλούντων ή (δηλοέτωσαν) δηλούτωσαν (δηλόετον) δηλοΰτον (δηλοέτων) δηλούτων (δηλό-εν) δηλοΰν (δηλό(ον) δηλών (δηλόουσα) δηλοΰσα (δηλόον) δηλοΰν
γενική: (δηλόοντος) δηλοΰντος (δηλοούαης) δηλούσης (δηλόοντος) δηλούντος
Παρατηρήσεις
α) Συνηρημένα ρήματα σε -άω
324. Στα συνηρημένα ρήματα που ανήκουν στην α” τάξη (σε -άω)
γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:
α + εήα + ί7 = ά: τίμαε = τίμα, τιμάητε ~ τιμάτε»
α + ε/ ή α + η = α: τιμάει = τιμά, τιμάη = τιμά’
α + ο ή α + ω ή α + ου = ω: τιμάομεν = τιμώμεν, τιμάωσι = τι-μώσι, τιμάουσι = τιμώσν
α + οι = ω: τιμάοιμι = τιμφμι.
Έτσι από τη συναίρεση του χαρακτήρα α με το επόμενο φωνήεν των (ολικών) καταλήξεων προκύπτουν οι φθόγγοι α (ή α) και ω (ή φ).
325. Τα ρ. ζώ, πεινώ, διψώ και χρώμαι (— μεταχειρίζομαι) έχουν χα-
ρακτήρα η και όχι α (ζή-ω, πεινή-ω, όιψή-ω, χρή-ομαι).
Κλίνονται γενικά στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά τα ρήμα­τα σε -άω, έχουν όμως η (ή η), όπου τα ρήματα σε -άω έχουν ά (ή α):
Το ρ. ζώ
Οριστ. και υποτ. ενεστ. (ζή-ω) ζώ, ζής, ζή, ζώμεν, ζήτε, ζώσι(ν). Οριστ. παρατ. (έ-ζη-ον) έζων, έζης, έζη, έζώμεν, έζήτε, έζων. Ευκτ. ενεστ. (ζη-οίην) ζώην, ζφης, ζώη, ζωμεν, ζωτε, ζωεν.

Β’. Μέση φωνή
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕΤΟΧΗ
(δηΧόου) δηλοΰ (δηλοέαθω) δηλούσθω
(δηλόεσθε) δηλοΰσθε (δηλοέσθων) δηλούσθων ή (δηλοέσθωσαν) δηλούαθωσαν (δηλόεσθον) δηλοΰσθον (δηλοέσθων) δηλούσθων (δηλόεσθαι) δηλοΰσθαι (δηλούμενος) δηλούμενος (δηλοομένη) δηλούμενη (δηλοόμενον) δηλούμενον
Προστ. ενεστ. μόνο β” εν. (ζή-ε) ζή και γ” εν. (ζη-έτω) ζήτω. Απαρ. ενεστ. (ζή-εν) ζην. Μετ. ενεστ. (ζή-ων) ζών, ζώσα, ζών.
Το ρ. πεινώ και διψώ
Οριστ. και υποτ. ενεστ. (πεινή-ω) πεινώ, πεινής, πεινή κτλ. Οριστ. παρατ. (έ-πείνη-ον) έπείνων, έπείνης, έπείνη κτλ. Ευκτ. ενεστ. (πεινη-οίην) πεινώην, πεινφης, πεινώη κτλ. Προστ. ενεστ. (πείνη-ε) πει’νη, πεινήτω, πεινήτε, πεινώντων κτλ. Απαρ. ενεστ. (πεινή-εν) πεινήν. Μετ. ενεστ. (πεινή-ων) πεινών, -ώσα, -ών. Έτσι και (διψή-ω) διψώ, διψής, διψή κτλ.
Το ρ. χρώμαι
Οριστ. ενεστ. (χρή-ομαι) χρώμαι, χρή, χρήται, χρώμεθα, χρήσθε, χρώνται. παρατ. (έ-χρη-όμην) έχρώμην, έχρώ, έχρήτο, έχρώμεθα, έχρήσθε, έχρώντο.
Υποτ. ενεστ. (χρή-οψαι) χρώμαι, χρρ, χρήται κτλ.
Ευκτ. ενεστ. (χρη-οίμην) χρφμην, χρωο, χρώτο, χρφμεθα, χρωσθε, χρφν-
το.
Προστ. ενεστ. (χρή-ου) χρω, χρήσθω, χρήσθε, χρήσθων ή χρήσθωσαν. Απαρ. ενεστ. (χρή-εσθαι) χρήσθαι. Μετ. (χρη-όμενος) χρώμενος κτλ.
β) Συνηρημένα ρήματα σε -έω
326. Στα συνηρημένα ρήματα που ανήκουν στη β” τάξη (σε -έω) γί-
νονται οι ακόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:
ε + ε = ει: ποιέε = ποίει, ποιέετε = ποιείτε-
ε + ο = ου: ποιέομεν = ποιοΰμεν, ποιέον = ποιούν
το ε με μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο συναιρείται στο ίδιο μα­κρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο: ποιέω = ποιώ, ποιέητε = ποιήτε, ποιέεις = ποιείς, ποιέοιμι = ποιοϊμι, ποιέουσα = ποιούσα, ποιέης = ποιής, ποιέ-ουσι — ποιουσι.
Έτσι προκύπτουν οι φθόγγοι ω, η – η, ει, οι και ου.
Τα ρήματα σε -έω με θέμα μονοσύλλαβο συναιρούνται μόνο, ό­που μετά το χαρακτήρα ε ακολουθεί άλλο ε ή ει:
Οριστ. ενεστ. πλέω, πλεΐς, πλεί, πλέομεν, πλεΐτε, πλέουσν
παρατ. έπλεον, έπλεις, έπλει, έπλέομεν, έπλεΐτε, έπλεον.
Υποτ. ενεστ. πλέω, πλέης, πλέη κτλ. Ευκτ. ενεστ. πλέοιμι, πλέοις, πλέοι κτλ. Προστ. ενεστ. πλεΐ, πλειτω, πλεΐτε, πλεόντων ή πλείτωσαν. Απαρ. ενεστ. πλεΐν. Μετ. ενεστ. πλέων, πλέουσα, πλέον.
Έτσι και τα ρ. θέω (= τρέχω), νέω (= πλέω), πνέω, ρέω, χέω (= χύ-νω) κ.ά.
Οριστ. ενεστ. δέομαι, δέη (ή δέει), δεΐτε, δεόμεθα, δεΐσθε, δέονται-
παρατ. έδεόμην, έδέου, έδεΐτο, έδεόμεθα, έδεΐσθε, έδέοντο.
Υποτ. ενεστ. δέωμαι, δέη, δέηται κτλ. Ευκτ. ενεστ. δεοίμην, δέοιο, δέοιτο κτλ. Προστ. ενεστ. δέου, δει’σθω, δεΐσθε, δείσθων ή δείσθωσαν. Απαρ. ενεστ. δεΐσθαι. Μετοχή ενεστ. δεόμενος, δεομένη, δεόμενον.
γ) Συνηρημένα ρήματα σε -όω
Στα συνηρημένα ρήματα που ανήκουν στην γ” τάξη (σε -όω) γίνονται οι ακόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:

ο + εήσ + οήσ + ου — ου: δήλοε = δήλου, δηλόομεν = δηλοΰ-
μεν, δηλόονσι = δηλοΰσν
ο + η ή ο + ω — ω: δηλόητε = δηλώτε, δηλόωσι ~ δηλώσν
ο + ει ή ο + ?7 ή ο + οι ~ οι: δηλόει = δηλοΐ, δηλόη = δηλοΐ,
δηλό-οι = δηλοΐ. Ετσι από τη συναίρεση του χαρακτήρα ο με το επόμενο φωνήεν τ(ον (ολικών) καταλήξεων προκύπτουν οι φθόγγοι ω, οι και ου.
329. To p. ριγώ (= με πιάνει ρίγος, κρυώνω) είχε χαρακτήρα ω (θ.
ριγώ) και για τούτο, όταν συναιρείται, έχει ω και φ, όπου τα ρήματα σε
-όω έχουν ου ή οι (δηλ. συναιρεί το χαρακτήρα ω με το επόμενο φω-
νήεν των (ολικών) καταλήξεων παντού σε ω και φ):
Οριστ. ενεστ. (ριγώνω) βιγώ, βιγως, βιγω, βιγώμεν, βιγώτε, βιγώσι(ν)” παρατ. (έρρίγω-ον) έρριγων, έρρίγως, έρρίγω, έρριγώμεν, έρριγώτε, έρρί-γων.
Υποτ. (βιγώ-ω) βιγώ, βιγως, ριγώ κτλ. Ευκτ. (βιγω-οιην) βιγφην, βιγφης, ριγφη κτλ.
Προστ. δεν έχει. Απαρ. (βιγώ-εν) βιγών. Μετ. (βιγώ-ων) ριγών, γεν. ρι-γώντος κτλ.
2. Οι άλλοι χρόνοι
330, Τα συνηρημένα ρήματα, όπως και τα λοιπά φωνηεντόληκτα
(βλ. § 290), σχηματίζουν τους άλλους χρόνους εκτός από τον ενεστώτα
και τον παρατατικό, αφού προστεθούν στο ρηματικό θέμα οι σχετικές
(φαινομενικές) καταλήξεις.
Αλλά στους χρόνους αυτούς ο βραχύχρονος χαρακτήρας του θέμα­τος κανονικά εκτείνεται εμπρός από το σύμφωνο των καταλήξεων (πβ. § 62, 7, β), δηλαδή:
Το ά εκτείνεται σε η:
τιμώ (θ. τιμα-) τιμ-η-σω, έ-τίμχ\-σα, τε-τίμτ\-κα, έ-τε-τιμχ\-κειν τιμχχ-σομαι, έ-τιμχ\-σάμην, τιμχ\-θήσομαι, έ-τιμχχ-θην, τε-τίμτ\-μαι, ε’-τε-πμή-μην (έτσι και στα παράγωγα: τιμη-τος, τιμι\-τέος, τιμτ\-τής, τίμημα κτλ.).
Το ε εκτείνεται σε η:
ποιώ (θ. ποιε-\ ποιή-σω, έ-ποίι\-σα, πε-ποίψκα, έ-πε-ποιχ\κειν ποιχ\-σομαι, έ-ποιχ\-σάμην, ποιψθήσομαι, έ-ποιτ\-θην, πε-ποίχ\-μαι, έπε-ποιχχ-μψ (έτσι και: ποιχ\-τός, ποιχ\-τέος, ποιχ\-τής, ποίψσις, ποιι\-μα κτλ.).
Το ο εκτείνεται σε ω:
δηλώ (θ. δηλο-) δηλώ-σω, έ-δήλω-σα, δε-δήλω-κα, έ-δε-δηλώ-κειν δηλώ-σομαι, έ-δηλω-σάμην, δηλω-θήσομαι, έ-δηλ&θην, δε-δήλω-μαι, έ-δε-δηλώ-μην (έτσι και: δηλω-τός, δηλω-τέος, δήλω-σις κτλ.).
ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Η ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ
331. Αντίθετα με τον προηγούμενο γενικό κανόνα (§ 330):
Τα συνηρημένα ρήματα σε -ά’ω που εμπρός από το χαρακτήρα έ­χουν το φθόγγο ε ή ι ή ρ εκτείνουν το χαρακτήρα α σε ά (και όχι σε η) εμπρός από το σύμφωνο των καταλήξεων.
Μερικά συνηρημένα ρήματα φυλάγουν το βραχύχρονο χαρακτή­ρα α ή ε ή ο σε όλους τους χρόνους ή σε ορισμένους απ” αυτούς.
Μερικά συνηρημένα ρήματα ή φυλάγουν ή εκτείνουν το βραχύ­χρονο χαρακτήρα, αλλά συγχρόνως παίρνουν και το φθόγγο σ στο τέ­λος του θέματος σε ορισμένους χρόνους (ή γιατί εξαρχής υπήρχε σ στο θέμα τους ή από αναλογία προς άλλα)» πβ. § 291.
Μερικά συνηρημένα ρήματα παρουσιάζουν και άλλες διαφορές ή ανωμαλίες.
Έτσι τα ρήματα αυτά σχηματίζουν τους χρόνους όπως φαίνεται στους παρακάτω πίνακες:

α) Από τα συνηρ. ρ. σε -άω
1. Ρήματα που εκτείνουν το χαρακτ. α σε ά (με φθόγγο ε ή t ή ρ εμπρός από το χαρακτήρα)
αϊτιά-ομαι – -ώμαι (~ κατηγορώ), (θ. αίτια-), παρατ. ήτιαόμην -ώμην, μέσ. μέλλ. αίτιά’-σομαι, μέσ. αόρ. ήτιά-σάμην, (παθ. μέλλ. αίτιά-θήσομαι, μεταγ.). παθ. αόρ. ήτιά’-θην, παρακ. ήτίά-μαι, υπερσ. ήτιά’-μην. Ρημ. επίθ. αίτιά-τέος.
(άπο)δειλιά-ω = -ώ (= είμαι δειλός, δεν τολμώ), (θ. δείλια), παρατ. άπ-ε-δειλίαον -ων, μέλλ. άπο-δειλια “-σω, αόρ. άπ-ε-δειλίά-οα, παρακ. άπο-δε-δειλία-κα. Ρημ. επίθ. άπο-δειλιά-τέον.
έά-ω = έώ (= αφήνω), (θ. έά), παρατ. είαον -ων, μέλλ. έά-σω, αόρ. ειά-σα, παρακ. εϊα-κα. Παθ. έάομαι-ώμαι, παρατ. δεν έχει, μέσ. μέλλ. ως παθ. έα’-σομαι, παθ. αόρ. εια’-θην, παρακ. εϊα-μαι. Ρημ. επίθ. έά-τέος.
θηρά-ω -ώ (- κυνηγώ), (θ. θηρά-), παρατ. c-θηράον-ων, μέλλ. θη-ράσω, uop. έ-θήρα-σα παρακ. τε-θηρα-κα, υπερσ. έ-τε-θηρα’-κειν. Μέσ. και παθ. θηράομαι -ώμαΐ” χα λοιπά ποιητ. και μεταγ. Ρημ. επίθ. θηρα-τός, θηρά-τέος. Παράγ. θηρά-τής, θήρά-μα κτλ.
ίά-ομαι. = {ώμαι (= γιατρεύω), (θ. ία-), παρατ. ιάόμην-ώμην, μέσ.
μέλλ. ϊά “-σομαι, μέο. αόρ. ίά-σάμην, παθ. αόρ. με παθ. διάθ. ίά “-θην. Ρημ. επίθ. (ά-τός, ία-τέσς. Παράγ. ϊα-σις, ιά-μα, ίά-τρός κτλ.
2. Ρήματα που φυλάγουν παντού το βραχύχρονο χαρακτ. ά
και έχουν ο εμπρός από το θ, μ, τ
γελάω = -ώ (αρχικό θ. γελάσ-· απ” αυτό ενεστ. γελάσ-ω = γελαω-ώ-βλ. § 64, 1) παρατ. έγέλάον -ων, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. γελα-σομαι (με απλοποίηση από το γελάσ-σομαι, αόρ. έ-γέλά-σα (από το έ-γέλάσ-σα). Παθ. (κατα)γελα’ομαι -ώμαι, αόρ. έ-γελά’σ-θην, παρακ. γε-γέ-λάσ-μαι. Ρημ. επίθ. κατα-γέλάσ-τος.
σπά-ω = σπά> (αρχ. θ. σπασ-” πβ. γελάυν-ώ), παρατ. εσπάον -ων, μελλ. απασω (απο το σπασ-σω), αόρ. i-σπά-σα (από το έ’-σπασ-σα). Παθ. σπάομαι -ώμαι, παρατ. έ-σπάόμην -ώμην, μέσ. μέλλ. σπά’-σομαι (από το σπά’σ-σομαι), μέσ. αόρ. έ-σπά-σάμην (από το έ-σπάσ-σάμην), παρακ. ε-σπάσ-μαι. Ρημ. επίθ. άνά-σπάσ-τσς, ά-διά-σπάσ-τος κτλ.
χαλα-ω = -ώ (= χαλαρώνω), (αρχ. θ. χαΑάσ-” πβ. γελάω-ώ), παρατ. έχάλάον -ων, αόρ. έ-χάλά-σα (από το έ-χάλασ-σα). Παθ. χαλά’ομαι -ώμαι, παθ. αόρ. έ-χαλασ-θην.
3. Ρήματα που έχουν παντού μακρόχρονο χαρακτήρα α
και παίρνουν σ μόνο εμπρός από το θ και τ
δρά-ω = δρω (= κάνω, ενεργώ), (θ. δρα- και από αναλογία δράσ), παρατ. εδράον -ων, μέλλ. δρά’-σω, αόρ. ε-δρά-σα, παρακ. δέ-δρά-κα. Παθ. δράομαι -ώμαι, έδράόμην ^ώμην, αόρ. έ-δρα’-σ-θην, παρακ. δέ-δρά-μαι. Ρημ. επίθ. δρά-σ-τέον. Παράγ. δράμα, δρα-σις, δρά’-σ-της κτλ.

β) Από τα συνηρ. ρ. σε -έω
I. Ρήματα που φυλάγουν παντού ή σε ορισμένους τόπους το βραχύχρονο χαρακτήρα χωρίς να παίρνουν σ
αΐνέω — -ώ (θ. αίνε-h συνήθ. σύνθ. επαινώ, παραινώ κτλ., παρατ. ή’νεον -ουν, μέλλ. αίνέ-σώ, αόρ. ήνε-σα, παρακ. $νε-κα. Παθ. αίνέομαι -οϋμαι, παρατ. ήνεόμην -οόμην, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. αίνέ-σομαι, παθ. μέλλ. αίνε-θήσομαι, παθ. αόρ. ψέ-θψ, παρακ. ψψμαι. Ρημ. επίθ. αίνε-τός, αίνε-τέος.
αΐρέ-ω = -ω (= πιάνω, κυριεύω), (θ. αίρε- και FeA-), παρατ. ή~ρεον -ουν, μέλλ. αίρήσω, αόρ. είλον (βλ. § 314, 2), παρακ. φη-κα, υπερσ. ήρή-κειν. (Ως παθ. του αίρέω χρησιμεύει το ρ. άλίσκομαι = πιάνομαι, κυ­ριεύομαι). Μέσ. με ενεργ. σημασία αίρέομαι -οΰμαι (= εκλέγω, προτιμώ), παρατ. ήρεόμην -ούμην, μέλλ. αίρή-σομαι, αόρ. β” είλ-όμην (βλ. § 314, 2), παρακ. ήρη-μαι, υπερσ. ήρή-μην. Παθ. αίρέομαι -οΰμαι (= εκλέγομαι, προτιμιέμαι), παρατ. ήρεόμην -ούμην, μέλλ. αίρε-θήσομαι, αόρ. ήρε-θην, παρακ. ήρη-μαι, υπερσ. ήρή-μην, συντελ. μέλλ. ήρή-σομαι, ή ήρη-μένος έ­σομαι.
Ρημ. επίθ. αίρε-τός, αίρε-τέος. Παράγ. αίρε-σις κτλ.
δέ-ω = δώ (= δένω), (θ. δε-), παρατ. -έδεον -ουν, μέλλ. δή-σω, αόρ. ε-δη-σα, παρακ. δέ-δε-κα, υπερσ. έ-δε-δέ-κειν. Παθ. δέομαι -οΰμαι, παρατ. -ε-δε-όμην -ούμην, παθ. μέλλ. δε-θήσομαι, παθ. αόρ. έ-δέ-θην, παρακ. δε-δε-μαι, ύπερσ. έ-δε-δέ-μην. Ρημ. επίθ. δε-τός, δε-τέος. Παράγ. δέ-σις, δέ­μα κτλ.
έμέω = έμώ (= ξερνώ), (θ. έμε), παρατ. ήμεον -ουν, αόρ. ήμε-σα. Πα­ράγ. έμε-σις, έμετος κτλ.
καλέ-ω = -ώ (αρχ. θ. καλ-, με πρόσφυμα ε; καλε-, με μετάθεση και έκταση του α: κ2η-), παρατ. έκάλεον -ουν, μέλλ. συνηρημ. καλώ (από το καλέσω» βλ. § 64, 1), αόρ. έ-κάλε-σα, παρακ. κέ-κλη-κα, υπερσ. έ-κε-κλή-κειν. Παθ. καλέομαι -οΰμαι, παρατ. έκαλεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. κα­λούμαι (από το καλέ-σομαν βλ. § 64, 1), μέσ. αόρ. έ-καλε-σάμην, παθ. μέλλ. κλη-θήσομαι, παθ. αόρ. έ-κλή-θην, παρακ. κέ-κλη-μαι, υπερσ. έ-κε-κλψμην. Ρημ. επίθ. κλη-τός, κλη-τέος. Παράγ. κλή-σις, κλη-τήρ κτλ.
χέ-ω, χεις, χει κτλ.* βλ. § 327 (= χύνω), (θ. χε¥- = χευ-, αδύνατο θ. χΰ), παρατ. -έ-χε-ον (έν-έ-χε-ον, έν-έ-χεις, έν-έ-χει κτλ.), μέλλ. χέ-ω (ό­μοιος με τον ενεστ.), αόρ. -έ-χε-α (έν-έ-χε-α, έν-έ-χε-ας, έν-έ-χε-ε κτλ.). Παθ. χέομαι, παρατ. έ-χε-όμην, μέσ. μέλλ. χέ-ομαι (όμοιος με τον ενεστ.), μέσ. αόρ. -ε-χε-άμην (έν-ε-χε-άμην, έν-ε-χέ-ω, έν-ε-χέ-ατο κτλ., υποτ. -χέ-ωμαι, μετ. -χε-άμενος), παθ. μέλλ. -χϋ-θήσομαι, παθ. αόρ. έ-χυ’-θην, πα­ρακ. κε-χυ-μαι, υπερσ. έ-κε-χύ-μην. Ρημ. επίθ. χυ-τός. Παράγ. χύσις, χύ­μα κτλ.
2. Ρήματα που κρατούν παντού το βραχύχρονο χαρακτήρα β και έχουν ή παίρνουν σ εμπρός από το θ, μ, τ
αϊδέομαι = -οΰμαι (= ντρέπομαι, σέβομαι), (θ. αίδεσ-” ο ενεστ. από το αιδέσ-ομαι = αίδέ-ομαι = -οϋμαν βλ. § 64, 1), παρατ. ήδεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. αίδέ-σομαι (από τό αίδέσ-σομαι)* μέσ. αόρ. ήδε-σάμην (από το ήόεσ-σάμην), παθ. αόρ. ως μέσ. ήδέσ-θην, παρακ. ηδεσ-μαι. Ρημ. επίθ. αΐδεσ-τός, αίδεσ-τέον. Παράγ. αΐδε-σις, αΐδέ-σιμος κτλ.
άκέομαι = -οΰμαι (= θεραπεύω), (θ. άκεσ-” ο ενεστ. από το άκέσ-ομαι = άκε-ομαι = -οΰμαι· βλ. § 64, 1), μέλλ. άκοΰμαι (από το άκέ-σομαι), αόρ. ήκεσάμην (από το ήκεσ-σάμην). Ρημ. επίθ. άκεστός (ανήκε­στος).
άλέ-ω = -ώ (= αλέθω), (αρχ. θ. άλ-, με πρόσφυμα ε: άλε- πβ. καλέω -ώ), (ποιητ. και μεταγεν. παρατ. ήλεον -ουν, αόρ. ήλε-σα, παρακ. με αττ. αναδιπλ. άλ-ήλε-κα. Παθ. αόρ. ήλέ-σ-θην), παρακ. άλ-ήλε-(σ)-μαι. Παράγ. άλε-σις, άλε-σ-μα, άλε-σ-μός, άλέ-της (= αυτός που αλέθει, όνος άλέτης = μυλόπετρα), άλε-τρΐς (= γυναίκα που αλέθει), άλε-τός (— άλεσμα).
άρκέ-ω = -ώ (αρχ. θ. άμκεσ-· ο ενεστ. από το άρκέσ-ω = άρκέ-ω = -ώ- βλ. § 64, 1), παρατ. ήρκεον -ουν, μέλλ. άρκέ-σω (από το άρκέσ-σω), αόρ. ήρκε-σα (από το ήρκεσ-σα). Παθ. άρκέομαι -οΰμαι, εύχρ. το γ” εν. αρκείται (μεταγεν. παθ. μέλλ. άρκεσ-θήσομαι, παθ. αόρ. ήρκέσ-θην, πα­ρακ. ήρκεσ-μαί). Παράγ. αρκε-σις (= επικουρία, υπηρεσία), άρκεσ-μα (= βοήθεια), άρκε-τός κτλ.
ξέ-ω (= ξύνω), (θ. φα-» ο ενεστ. από το ςεσ-ω = ξέ-ω, βλ. § 64, 1), αόρ. έ-ξε-σα (από το έ’-ξεσ-σα). Ρημ. επίθ. ξεσ-τός, α-ζεσ-τος. Παράγ. ξέ-σις κτλ.
τελέ-ω =’-ώ (= εκτελώ), (αρχ. θ. τελεσ-· ο ενεστ. από το τελέσ-ω = τελέ-ω = -ώ” βλ. § 64, 1), παρατ. έ-τέλε-ον = -ουν, μέλλ. συνηρ. τε/ίώ (από το τελέ-σω), αόρ. έ-τέλε-σα (από το ε-τε’λεσ-σα), παρακ. τε-τεΛε-Λτα, υπερσ. έ-τε-τελέ-κειν. Παθ. τελέομαι -οΰμαι, παρατ. έτελεόμην -οϋμην, παθ. μέλλ. τελεσ-θήσομαι? μέσ. αόρ. έ-τελε-σάμην (από το έ-τεL·σ-σάμηv), παθ. αόρ. έ-τελέσ-θην, παρακ. τε-τέλεσ-μαι, υπερσ. έ-τε-τελέσ-μην), Ρημ. επίθ. ά-τεΑεσ-τος, επί-τεΑεσ-τεος. Παράγ. τέλε-σις, τελε-τή κτλ.
πλέω, πλεΐς, πλεΐ κτλ.· βλ. § 327 (θ. πλεΈ- = πΑεο-, πλε-), παρατ. ε-πλε-ον (-εις, -ει κτλ.), μέλλ. μέσ. ως ενεργ. πλεό-σομαι και δωρικός πλευ-σουμαι (-σεΐ, -σεΐται κτλ.), αόρ. έ-πλευ-σα, παρακ. πέ-πλευ-κα, υπερσ. έ-πε-πλεύ-κειν. Παθ. παρακ. πέ-πλευσ-μαι. Ρημ. επίθ. πλευσ-τός, α-πλευσ-τος, πλευσ-τέον.
πνέ-ω, πνεΐς, πνεϊ κτλ.- βλ. § 327 (θ. πι>εΡ- = πνευ- = πνε-), παρατ. έ-πνε-ον (-εις, -ει κτλ.), μέλλ. μέσ. ως ενεργ. πνεό-σομαι και δωρικός πνευσουμαι (-σεϊ, -σεΐται κτλ.), αόρ. έ-Ίτνευ-σα, παρακ. πέ-πνευ-κα. Αρ­χαιότερος τύπος παθ. παρακ. πέ-πνυ-μαι, από αδύνατο θ. πνυ- (= έχω πνοή, είμαι συνετός). Παράγ. πνευσ-τός, πνεΰ-μα κτλ.
γ) Από τα συνηρ. ρ. σε -όω

1. Ρήματα που κρατούν το βραχύχρονο χαρακτήρα, χωρίς να παίρνουν σ
άρό-ω = -ώ (= αλετρίζω, οργώνω), (θ. άρο-), αόρ. ή’ρο-σα. Παθ. άρόομαι -οΰμαι. Ρημ. επίθ. άρο-τός. Παράγ. άρο-τος, αρο-αις, αρόσιμος, άρο-τήρ, αρο-τρον κτλ.
2. Ρήματα που εκτείνουν το βραχύχρονο χαρακτήρα και παίρνουν σ εμπρός από το θ, μ, τ
χό-ω = χώ (= σκεπάζω με χώμα) (θ. χο-). Ενεστ. χώ, χοΓς, χοϊ κτλ. (απαρ. χουν, συγχοΰν), παρατ. έ’χοον -ουν (-ους, -ου κτλ.), μέλλ. ,χώ-σω, αόρ. ί-χω-σα, παρακ. κέ-χω-κα. Παθ. -χόομαι -οΰμαι, παρατ. -εχοόμην -ούμην (έχου, έχοδτο κτλ.), παθ. αόρ. έ-χώ-σ-θην, παρακ. κέ-χω-σ-μαι. Ρημ. επίθ. χω-σ-τός. Παράγ. χώ-σις κτλ. Στον ενεστ. υπάρχει και τύπος χών-νο-μι, κατα τα ρ. σε -μι (χώσ-νυ-μι, βλ. § 333).
27ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Β” ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ -ΜΙ) Διαίρεση τών ρημάτων σε -μι
332. Τα ρήματα της β” συζυγίας, δηλ. όσα λήγουν σε -μι, διαιρού-
νται κατά το χαρακτήρα του ρηματ. θέματος, όπως και τα ρήματα της α’
συζυγίας:
α) σε συμφωνόληκτα: δείκ-νυ-μι (ρ. θ. δεικ-),
β) σε φωνηεντόληκτα: ί-στη-μι (ρ. θ. στη-) (βλ. § 259 και § 265).
Α’. Συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι
1. Ενεστώτας και παρατατικός των συμφωνσλ. ρημ. σε -μι
333. Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζουν το θέμα του ενε-
στώτα (και του παρατατικού) από το ρηματικό θέμα, αφού προστεθεί το πρόσφυμα -νυ-.
Έτσι τα ρήματα αυτά λήγουν σε -νυμι, Π.χ.
α) Αφωνόληκτα: δείκ-νυ-μι, (κατ)άγ-νυ-μι συντρίβω, σπάζω), είργ-νυ-μι (= εμποδίζω την έξοδο, κλείνω μέσα), ζεύγ-νυ-μι (= ζεύω, βάζω στο ζυγό), μείγ-νυ-μι (= ανακατεύω), πήγ-νυ-μι (= μπήγω, στερεώνω), ρήγ-νυ-μι (=- σχίζω, σπάζω), (άπο)φράγ-νυ-μι (= φράζω) κ.ά.
β) Ενρινόληκτα: ομ-νυ-μι (— ορκίζομαι).
γ) Υγρόληκτα: πτάρ-νο-μαι (— φτερνίζομαι).
δ) Σιγμόληκτα: Σ” αυτά αφομοιώθηκε ο ρηματ. χαρακτ. σ με το επό­μενο ν του προσφύματος, και έτσι λήγουν σε -ννυμι: (άμφι)έν-νυ-μι (= ντύνω» από το άμφι-έσ-νυ-μι), ζών-νυ-μι (= ζώνω- από το ζώσ-νυ-μι), κεράν-νν-μι (= ανακατεύω- από το κεράσ-νυ-μι), κορέν-νν-μι (= χορταίνω» από το κορέσ-νυ-μή πετάν-νυ-μι (= απλώνω, ανοίγω- από το πετάσ-νυ-μι), ρών-νυ-μι (= δυναμώνω· από το ρώσ-νυ-μι), σβέν-νυ-μι (= σβήνω- από το σβέσ-νυ-μι), σκεδάν-νυ-μι (= σκορπίζω» από το σκεδάσ-νυ-μί) κ.ά.
334. Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω μόνο κατά το σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ε­νεργ. και μέσης φωνής και κλίνονται στους χρόνους αυτούς κατά το ακόλουθο παράδειγμα:
Παράδειγμα συμφωνόληκτου ρήματος σε -μι (δείκ-νυ-μι, θ. δεικ-)
Ενεργητική φωνή
Μέση φωνή
δείκ-νϋ-μι δείκ-νν-μαι
δει’κ-νν-ς δείκ-ννσαι
δει’κ-νΰ-σι(ν) δεΐκ-νο-ται
a ■3 δείκ-νν-μεν δεικ-νό-μεθα
δείκ-νυ-τε δείκ-νο-σθε
ω δεικ-νύ-ασι(ν) δείκ-νυ-νται
δείκ-νυ-τον δείκ-νυ-σθον
δείκ-νυ-τον δείκ-νυ-σθον
ε-δείκ-νΰ-ν έ-δεικ-νό-μην
έ-δείκ-νϋ-ς έ-δείκ-νυ-σο
■Ό ε-δείκ-νϋ “Μ Μ -ώ έ-δείκ-νυ-το
Ρ έ-δείκ-νυ-μεν .. «° έ-δεικ-νύ-μεθα
g έ-δείκ-νυ-τε ^ i> =L ε-δείκ-νυ-σθε
S έ-δεικ-νυ-σαν > 2 ’3
° D ^ έ-δείκ-νυ-ντο
Ε έ-δείκ-νυ-τον ^ α. α. ■ω -ο α έ-δείκ-νυ-σθον
ε-δεικ-νύ-την Ξ < Ε έ-δεικ-νύ-σθην

 

 

 

■ < ξ < g ρ ξ

Ενεργητική φωνή Μέση φωνή
t
§ δεικ-νύ-ω, δεικ-νύ-ης, δεικ-νό-ή κτλ. δεικ-νύ-ωμαι, δεικ-νύ-η δεικ-νύ-ηται κτλ.
•Ρ»
I δεικ-νύ-οιμι, δεικ-νύ-οις, δεικ-νύ-οι κτλ. δεικ-νυ-οίμην, δεικ-νύ-οιο, δεικ-νύ-οιτο κτλ.
I ο
«2 δείκ-νο, δεικ-νύ-τω, δέίκ-νο-τε, δεικ-νύ-ντων δείκ-νυ-σο, δεικ-νύ-σθω, δείκ-νυ-σθε, δεικ-νύσθων ή -σθωσαν
I
C > ή τωσαν δείκ-νβ-τον, δεικ-νύ-των δείκ-νϋ-οθον, δεικ-νύ-αθων
d
g
< δεικ-νύ-ναι δείκ-νυ-σθαι
Μετοχή δεικ-νύ-ς (γεν. δεικ-νύ-ντος) δεικ-.νΰ-σα (γεν. δεικ-νύ-οης) Οεικ-νο-ν (γεν. δεικ-νύ-ντος) δεικ-νύ-μενος δεικ-νυ-μένη δεικ-νύ-μενον

Παρατηρήσεις
335. Στα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι (δηλ. σε -νυμι ή -ννυμι):
Το υ του προσφύματος -νυ- είναι μακρόχρονο στα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργητ. ενεστώτα και παρατατικού και στο β” ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεργητ. ενεστώτα* στους άλ­λους τύπους της ενεργητ. φωνής και σε όλους τους τύπους της μέσης είναι βραχύχρονο έτσι σχηματίζονται δύο ενεστωτικά θέματα, το ένα ισχυρό και m άλλο αδύνατο:
δείκ-νϋ-μι, όείκ-νϋ-ς, δείκ-νϋ-σν προστ. δείκ-νϋ-έ-δείκ-w-v, έ-$εϊκ-νϋ-ς, έ-δείκ-νο· αλλά: δείκ-νΰ-μεν, δείκ-νΰ-τε κτλ.*- απαρ. δεικ-νύ-ναν δείκ-νύ-μαι, δείκ-νύ-σαι κτλ.
Ο ενεστώτας και ο παρατατικός της ενεργητ. φωνής σχηματίζο­νται με την προσκόλληση των προσωπικών καταλήξεων απευθείας στο χρονικό θέμα, χωρίς να μεσολαβούν θεματικά φωνήεντα (βλ. § 282)· π.χ. δείκ-νυ-μεν, δεικ-νυ-τε, έ-δείκ-νυ-μεν, έ-δείκ-νο-τε (χωρίς τα θεματ. φωνήεντα ο και ε: λΰ-ο-μεν, λύ-ε-τε κτλ.)- αλλά η υποτακτική και η ευ­κτική του ενεστ. στην ενεργητ. και μέση φοονή σχηματίζονται όπο)ς και το>ν ρημάτων σε -ω:
δεικνύω, δεικ-νύ-ης κτλ. – δεικ-νύ-ωμαι, δεικ-νύ-ri, δεικ-νύ-ηται κτλ. – δεικ-ν’ύ-οιμι,^δεικ-νύ-οις κτλ. – δεικ-νυ-οίμην, δεικ-νύ-οιο κτλ.
3) Το σ στην κατάλ. -σαι της μέσης φωνής δεν αποβάλλεται, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα: δει’κ-νυ-σαι’-επίσης το σ στην κα­τάλ. -σο δεν αποβάλλεται στο β” ενικ. του παρατατικού και στο β” ενικ. της προστακτ. του ενεστώτα: έ-δεικ-νυ-σο, δεικ-νυ-σο (αλλά στην ευκτι­κή αποβάλλεται: δεικνύοιο· βλ. § 64, 1).
2. Οι άλλοι χρόνοι των συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι
Στους άλλους χρόνους, εκτός από τον ενεστώτα και τον παρα­τατικό, τα συμφιονόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζονται όπως τα συμ-φίονόληκτα βαρύτονα, κατά το χαρακτήρα του ρηματικού θέματος (χω­ρίς το πρόσφυμα -νυ). Π.χ. δείκ-νυ-μι και δεικ-νύ-ω (ρ. θ. δεικ), παρατ. έ-δείκ-νυ-ν και έ-δείκ-νυ-ον, μέλλ. δείξω, αόρ. έ-δειξα, παρακ. δέ-δειχ-α. Μέσ. και παθ. δεικ-νυ-μαι, παρατ. έ-δεικ-νύ-μην, μέσ. μέλλ. -δείξομαι, μέσ. αόρ. -ε-δειξάμψ, παθ. μέλλ. δειχ-θή-σομαι, παθ. αόρ. έ-δεϊχ-θην, πα­ρακ. δέ-δειγ-μαι, υπερσ. έ-δε-δείγ-μην, συντελ. μέλλ. δε-δειγ-μένος εσο-μαι. Ρημ. επίθ. δεικ-τός, δεικ-τέον. Παράγ. δεϊγ-μα, δεΐξις, δείκ-της κτλ.
Β’. Φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι
1. Ενεστώτας, παρατατικός και αόριστος β” των φωνηεντόληκτων ρημάτων^σε -μι
Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι κανονικά σχηματίζουν το θέ­μα του ενεστώτα (και του παρατατικού) από το ρηματικό θέμα, αφού προστεθεί στην αρχή ο ενεστωπκός αναδιπλασιασμός. Και είναι ενεστω-τικός αναδιπλασιασμός η επανάληψη του αρχικού συμφώνου του ρη­ματ. θέματος μαζί με ένα ι:
(ρ. θ. στη-, σι-στη-μι =) ΐ-στη-μι (= στήνω)- βλ. § 64, 1 (ρ. θ. θη-, θί-θη-μι =) τί-θη-μι (= θέτω)· βλ. § 69, 1 (ρ. θ. ίη-, β-Μ-μι =) ΐ-η-μι (= ρίχνω)- § 64, 2 (ρ. θ. δω- δί-δω-μι =) δί-δω-μι (= δίνω).
338. Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι γενικά, όπως και τα συμφωνόληκτα, διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω κατά το σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργητικής και μέσης φωνής.
Αλλά τέσσερα μόνο φωνηεντόληκτα σε -μι, δηλ. τα ρήματα ϊστημι, τίθημι, ϊημι και δίδωμι, διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω κατά το σχημα­τισμό του ρ» αορίστου.
Τά τέσσερα αυτά ρήματα στους χρόνους αυτούς, δηλ. στον ενεστώ­τα, τον παρατατικό και τον β” αόριστο, κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
339. Παραδείγματα φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι
(Ρ. ΐστημι, θ. στη-, στα-· τίθημι, θ. θη-, θε- ϊημι, θ. ή-, έ- δίδωμι, θ.
δω-, δο-\

Α’. Ενεργητική φωνή 1. Ενεστώτας και παρατατικός
Γ-στη-μι τί-θη-μι ϊ-ψμι δί-δω-μι
Ί-στη-ς τι-θη-ς (τι-θεϊς) ί’-η-ς (ί-εΐς) δί-δω-ς
ί-στη-σι(ν) τι-θη-σι(ν) Ί-ψσι(ν) δί-δω-οι(ν)
ί’-στά-μεν τΐ-θε-μεν Γ-ε-μεν δί-δο-μεν
> ί’-στά-τε τί-θε-τε Γ-ε-τε δι’-δο-τε
ί-στασι(ν) τι-θέ-ασι(ν) ί-ασι(ν) δι-δό-ασι(ν)
“ξ ί’-στά-τον τί-θε-τον Γ-ε-τον δί-δο-τον
C ί’-στα-τον τί-θε-τον Γ-ε-τον δί-δο-τον
Ο ϊ-ατη-ν έτι’-θη-ν Γη-ν έ-δί-Άουν
ι-οτη-ς έ-τι-9ας Γ-εις 6-δίδους
■ο ί’-στη e-π’-θει ί:ει έ-δι’-δοχ)
ΐ-ατα-μεν έ-τί-θε-μεν ί’-ε-μεν έ-δί-δο-μεν
Γ-οτά-τε έ-τί-θε-τε ί’-ε-τε έ-δί-δο-τε
Γ-στά-σαν έ-τί-θε-σαν ί’-ε-σαν έ-δί-δο-σαν
Γ-στά-τον έ-τί-θε-τον Γ-ε-τον έ-δί-δο-τον
ί-στα “-την έ-τι-θέ-την ϊ-έ-την έ-δι-δό-την
ί-στώ” τι-θώ” ί’-ώ” δι-δώ’
i- στης τι-θής “-ίϊς δι-δώς
ί-στή τι-θή ί-ή δι-δω
I ί-στώμεν τι-θώμεν ί-ώμεν δι-δώμεν
Q 1 ί-στήτε τι-θήτε ί-ήτε δι-δάιτε
>- ί-στώσι(ν) τι-θώσι(ν) ϊ-ώαι(ν) δι-δώσι(ν)
ϊ-στή-τον τι-θή-τον ί-ή-τον δι-δώ-τον
ί-οτή-τον τι-θή-τον ί-ή-τον δι-δώ-τον
ϊ-σταίη-ν τι-θείη-ν ί-είη-ν δι-δοιη-ν
ί-οταίη-ς τι-θειη-ς ί-είψς δι-δοίη-ς
ϊ-σταίη τι-θείη ί-είη δι-δοίη
ί-σται’η-μεν τι-θείη-μεν ί-είη-μεν δι-δοίη-μεν
■P» (-αϊμεν) (-είμεν) (ΐεϊμεν) (σΐμεν)
ί-σταίη-τε τι-θείη-τε ί-είη-τε δι-δοίη-τε
[3 (-αϊτε) (-είτε) (ϊεϊτε) (-οϊτε)
ί-σταίη-σαν τι-θεΐη-σαν ί-είη-σαν δι-δοίη-σαν
(-αϊεν) (-εΐεν) (ΐεϊεν) (-οϊεν)
ϊ-σται-τον τι-θεΐ-τον ί-εΐ-τον δι-δοΐ-τον
ί-σταί-την τι-θεί-την ί-εΐ-την δι-δοί-την
ϊ-στη τί-θει («ει δί-δου
■ρ- ί-στά “-τω τι-θέ-τω i-έ-τω δι-δό-τω
α Β Γ-στα-τε τϊ-θε-τε ϊ-ε-τε δί-δο-τε
ο s ί-στά “-ντων τι-θέ-ντων ϊ-έ-ντον δι-δό-ντων
(ίστά’τωααν) (τιθέτωσαν) (ίέτωσαν) (διδότωσαν)
ί’-στά-τον τί-θε-τον ί’-ε-τον δι’-δο-τον
ί-στά “-των τι-θέ-των ί-έ-των δι-δό-των
1 ί-στά “-ναι τι-θέ-ναι ί-έ-ναι δι-δό-ναι
< ω
ί-στάς τι-θείς ί-εϊς (ϊέντος) δι-δούς
(ιστάντος) (τιθέντος) (δίδοντος)
a» ί-ατάσα τι-θεϊσα ί-εΐσα (ίείσης) δι-δοΰσα
1 ((στάσης) (τιθείσης) (διδούσης)
s ω ι’-στάν τι-θέν ί-έν (ίέντος) δι-δόν
(ίστάντος) (τιθέντος) (δίδοντος)
1. Ot τύποι της υποτακτικής είναι συνηρημένοι: (f-στή-ω) ί-στώ, (ί-στή-ης) ί-στής, (ί-στή-η) (στη κτλ., (δι-δώ-ω) δι-δώ, (δι-δώ-ης) δι-δως, (δι-δώ-τι) δι-δφ κτλ.

2. Αόριστος β’
£-θη-κα ή-κα ε-δω-κα
ί-στ*·-ς ε-θη-κας ή-κας ε»-δω-κας
ε-στη ε-θη-κε ή-κε ί-δω-κε
“ϊ ε-στη-μεν ε-θε-μεν εϊ-μεν ε-δο-μεν
c (e-je-μεν)
ο. Ο ε-στη-τε ε-θε-τε εί-τε έ’-δο-τε
έ’-στη-σαν ε-θε-σαν είσαι» ε-δο-σαν
ε-στη-τον ε-θε-τον εί-τον έ’-δο-τον
έ-στή-την έ-θέ-την εί-την έ-δό-την
στώ, στης, στη θώ, θης, θη” ώ~, *ίς, ν” δώ, δώς, δφ’
στώμεν, στήτε θώμεν, θήτε ώμεν, ήτε δώμεν, δώτε
στώσι( ν) θώαι(ν) ώσι(ν) δώσι(ν)
> στήτον, στήτον θήτον, θήτον ήτον, ήτον δώτον, δώτον
σταίη-ν θείη-ν είη-ν2 δοίη-ν
σταίη-ς θείη-ς εΐη-ς δοίη-ς
σται’η θεϊη εϊη δοι’η
σταϊη-μεν θείη-μεν είη-μεν δοίη-μεν
(σταΐμεν) (θεΐμεν) (είμεν) (δοϊμεν)
σταίη-τε θείη-τε ειη-τε δοίη-τε
ω (σταΐτε) (θεϊτε) (είτε) (δοϊτε)
σταίη-ααν θει’η-σαν εΐη-ααν δοίη-σαν
(σταϊεν) (θεΐεν) (είεν) (δοϊεν)
σταϊ-τον θεϊ-τον εί-τον δοΐ-τον
σταί-την θεί-την εΐ-την δοί-την
στή-θι θέ-ς S-ς δό-ς
στή-τω θέ-τω &τω δό-τω
ρ στή-τε θέ-τε έ-τε δό-τε
στάν-των θέ-ντων &ντων δό-ντων
C
Ο (στή-τωσαν) (θέτωσαν) (&τωσαν) (δότα>σαν)
Ε- στή-τον θέ-τον €-τον δό-των
στή-των θέ-των £-των δό-των
Ι στήναι3 θεϊναι3 είναι3 δούναι3
<
Οι τύποι της υποτ. είναι συνηρημένοι: (στήω) στώ κτλ. (όπως στον ενεστώτα).
Από το ]ε-ΐην-ν.
Με συναίρεση από τους τύπους στη-έναι, θε-έναι, js-έναι, δο-έναι.

στάς (στάντος) θείς (θέντος) εΐς (έντος) δοΰς (δόντος)
° στάσα (στάσης) θεΐσα (θείσης) εϊσα (εΓσης) δοϋσα (δούσης)
στάν (στάντος) θέν (θέντος) εν (έντος) δον (δόντος)
Β’. Μέση φωνή
I. Ενεστώτας και παρατατικός
Γ-στά-μαι τί-θ s-μαι ί-ε-μαι δί-δο-μαι
Γ-στα-σαι τί-θ ε-σαι ϊ-ε-σαι δί-δο-σαι
a Γ-στα-ται τί-θ ε-ται ϊ-ε-ται δί-δο-ται
■3 ί-στά-μεθα τι-θ έ-μεθα ί-έ-μεθα δι-δό-μεθα
D ι-στα-σθε τί-θ ε-σθε ΐ-ε-σθε δί-δο-σθε
ω Γ-στα-νται τί-θ ε-νται Γ-ε-νται δί-δο-νται
Γ-στα-σθον τί-θ ε-σθον ΐ-ε-σθον δί-δο-σθον
■τική Γ-στα-σθον τί-θ ε-σθον Γ-ε-σθον δί-δο-σθον
Ο ί-ατα “-μην έ-τι θέ-μην ί-έ-μην έ-δι-δό-μην
Γ-στα-σο έ-τί θε-σο Γ-ε-σο έ-δί-δο-σο
-ο Γ-στα-το έ-τί θε-το Γ-ε-το έ-δί-δο-το
ΐ ί-στά-μεθα έ-τι θέ-μεθα ί-έ-μεθα έ-δι-δό-μεθα
ί-στα-σθε έ-τί θε-σθε ΐ-ε-αθε έ-δί-δο-σθε
ο- Γ-στα-ντο έ-τί θε-ντο Γ-ε-ντο έ-δί-δο-ντο
Ε ί’-στα-σθον έ-τί θε-σθον ΐ-ε-σθον έ-δί-δο-σθον
ί-στά-σθην έ-τι θέ-σθην ί-έ-σθην έ-δι-δό-σθην
ί-στώμαι τι-θώμαι ί-ώμαι δι-δώμαι
ί-στη τι-θη δι-δω
■F a ί-στήται τι-θήται ί-ήται δι-δώται
•3 ί-στώμεθα τι-θ ώμεθα ί-ώμεθα δι-δώ-μεθα
I ί-στήσθε τι-θ ήσθε ΐ-ήσθε δι-δώσθε
ί-στώνται τι-θώνται ί-ώνται δι-δώνται

ϊ-στήσθον τι-θ ήσθον {-ήσθον δι-δώσθον
ίστήσθον τι-θήσθον ί-ήσθον δι-δώσθον
ί-σταί-μην τι-θεί-μην ί-εί-μην δι-δοί-μην
ί-σταϊ-ο τι-θεϊ-ο ί-εΐ-ο δι-δοι-ο
ί-αταΐ-το τι-θεϊ-το ί-εϊ-το δι-δοϊ-το
■3 ί-σταί-μεθα τι-θεί-μεθα ι’-εί-μεθα δι-δοί-μεθα
I ί-αταϊ-σθε τι-θεϊσθε {-είσθε δι-δοϊ-σθε
ί-σταΐ-ντο τι-θεϊ-ντο ί-εΐ-ντο δι-δοΐ-ντο
ί-σταϊ-σθον τι-θεΐ-σθον ί-εΐ-σθον δι-δοϊ-σθον
ί-σταί-σθην τι-θεί-σθην ί-εί-σθην δι-δοί-σθην
ΐ-στά-σο (Γστω) τί-θε-σο ί-ε-σο δί-δο-σο
•ρ- ί-στά-σθω τι-θέ-σθω ί-έ-σθω δι-δό-σθω
Ρ Γ-στα-σθε τί-θε-σθε Γ-ε-σθε δί-δο-σθε
a •3 ί-ατά-σθων τι-θέ-σθων ί-έ-σθων δι-δό-σθων
ο I (-σθωοαν) (σθωσαν) (-σθωσαν) (-σθωσαν)
α. -ω ΐ-στα-σθον τί-θε-σθον Γ-ε-σθον , δί-δο-σθον
ί-ατά-σθων τι-θέ-αθων ί-έ-σθων δι-δό-σθων

< > ΐ-στα-σθαι τί-θε-σθαι Γ-ε-αθαι δί-δο-σθαι ,
|, ί-στά-μενος τι-θέ-μενος ί-έ-μενος δι-δό-μενος
ω ί-στα-μένη τι-θε-μένη ί-ε-μένη δι-δο-μένη
Ε ■2 ί-στά-μενον τι-θέ-μενον ί-έ-μενον δι-δό-μενον
Ρήματα της β” συζυγίας (σε -μι) 2. Αόριστος β’
έ-θέ-μην εΓ-μην έ-δό-μην
ξ-θου εί-σο έ»-δου
έ-θε-το εϊ-το έ-δο-το
έ-θέ-μεθα εΐ-μεθα έ-δό-μεθα
ξ έ-θε-σθε είσθε S-δο-σθε
Ο έ-θε-ντο εί-ντο ε-δο-ντο

i-θε-σθον εΐ-σθον S-δο-σθον
έ-θέ-σθψ ef-σθην έ-δό-σθην
θώμαι” ώμαι” δώμαι’
θν V δω
θήται ήται δώζαι
y θώμεθα ώμεθα δώμεθα
ο θήαθε ήοθε δώοθε
>- θώνται ώνχαι δώνται
θήσθον ήσθον δώσθον
θήσθον ήσθον δώσθον
θεί-μην2 ει-μην* δοί-μην2
θεϊ-ο εί-ο δοΐ-ο
θεϊ-το εί-το δοΤ-χο
θκί-μεθα εϊ-μεθσ δοί-μεθα
Ρ θεϊ-σθε- εί-σθε δοΓ-σθε
LU θεΐ-ντο εί-ντο δοΓ-νζο
θεϊ-σθον εί-σθον δοΐ-σθον
θεί-σθην εΐ-σθην δοι-σθην
θθϋ3 ού” δοΰ-’
θέ-οθω έ~-σθω δό-σθω
θέ-σθε £-σθε δό-σθε
Ο θέ-αθων δό-σθων
0
ο (θέσθωααν) (έ~σθωσαν) (δόοθωσαν)
Ε θέ-αθσν έ»-σθον δό-σθον
θέ-σθων S-οθων δό-σθων
§■ θέ-αθαι έ-σθαι δό-σθαι
<
θέ-μενος S-μενος δομένος
ίο θε-μένη έ-μένη δο-μένη
Ξ θέ-μενον έ’-μενον δό-μενον
Μέ συναίρεση από τους τύπους θή-ωμαι, ή-ωμαι, δώ-ωμαι.
Από τους τύπους θε-ί-μην, έ-ί-μην. δο-ΐ-μην.
Από το θέ-σο, θέ-ο = θοϋ- ε~-σο, έ~-ο = ού” δό-σο, δό-ο = δοΰ.
Παρατηρήσεις
/. Ενεστώτας και παρατατικός 340. Των φο>νηεντόληκτων ρημάτων σε -μι:
Τό ρηματικό θέμα είναι δύο ειδών: ισχυρό (με μακρόχρονο χα­ρακτήρα) και αδύνατο (με βραχύχρονο χαρακτήρα):
ρηματ. θ. στη- και στα: ί’-στη-μι, Γ-στά-μαι ρηματ. θ. θη- και θε-: τί-θη-μι, τί-θε-μαι ρηματ. θ. ,ίη- και }ε-; ί’-η-μι, Γ-ε-μαι (βλ. § 64, 2) ρηματ. θ. δω- kui δο-: δί-δω-μι, δί-δο-μαι.
Από tu δύο αυτά είδη του ρηματ. θέματος προκύπτουν με τον κνεστωτικό αναδιπλασιασμό δύο αντίστοιχα είδη ενεστωτικού θέματος: το ισχυρό ενεστωτικό θέμα και το αδύνατο ενεστωτικό θέμα (πβ. § 335): ί-στη-, ίστα-· τιθη-, τιθε– ίη-, ίε-· διδω-, διδο- και από το ισχυρό ενεστωτ. θέμα κανονικά σχηματίζονται τα τρία ενικά πρόσωπα της ορι στικής του ενεργητ. ενεστώτα και η υποτακτική γενικά (του ρ. ί’στημι ακόμη και το β” ενικό της προστακτικής), ενώ από το αδύνατο ενεστ. θέμα σχηματίζονται όλοι οι άλλοι τύποι στον ενεστοηα και τον παράτα τικό (πβ. § 341).
Ο ενεστώτας της ενεργητικής και μέσης φωνής στην οριστική και προστακτική, το απαρέμφατο και η μετοχή, καθώς και ο παρατατικός της ενεργητ. και μέσης φωνής, σχηματίζονται με την προσκόλληση των κυρίως καταλήξεοϊν απευθείας στο ενεστωτικό θέμα, χοιρίς να μεσολα­βούν θεματικά φωνήεντα (πβ. § 335, 2): δίδω-μι, δίδο-μεν, δι’δο-τε, έδίδο-μεν, έδίδο-τε, διδό-τω, δώό-μεθα, έδιδό-μψ, διδό-σβω, δίδο-σθαι, δώό-μενος κτλ.
Η υποτακτική του ενεστώτα της ενεργητικής και μέσης φωνής σχηματίζεται με τα θεματικά φωνήεντα των ρημάτων σε -ω και έχει τις ίδιες με αυτά ολικές καταλήξεις (βλ. § 282, 4), αλλά ό μακρόχρονος χα­ρακτήρας του ισχυρού θέματος (η ή ω) συναιρείται με το ακόλουθο φω­νήεν των καταλήξεων: (ίστή-ω) ΐστώ, (τιθή-ρς) τιθφς, (διδώ-ω) διδώ, (διδώ-ης) διδώς κτλ.
Η ευκτική του ενεστώτα της ενεργητικής και μέσης φωνής σχη­ματίζεται χωρίς θεματικά φωνήεντα (βλ. § 282), παίρνει όμως τα εγκλι­τικά φωνήεντα της ευκτικής ι και ιη (βλ. § 283), πού προσθέτονται ανά­μεσα στο χρονικό θέμα και τις προσωπικές καταλήξεις- αλλά το ι των εγκλιτικών φωνηέντων συναιρείται με τον προηγούμενο βραχύχρονο χαρακτήρα του αδύνατου θέματος α ή ε ή ο σε αι ή ει ή οι: (ίστα-ίη-ν) ίσταίην, (τιθε-ί-μην) τιθείμην, (διδο-ίη-ν) διδοίην, (διδο-ί-μψ) διδοίμην κτλ.
6) Το σ στην κατάληξη -σαι της μέσης φωνής, φυλάγεται, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα: ΐστα-σαι, τίθε-σαι, ί’-εσαι, δίδο-σαν επίσης το σ στην κατάληξη -σο φυλάγεται στο β” ενικό του παρατατι­κού και στο β” ενικό της προστακτικής του ενεστώτα: ΐστα-σο, έτίθε-σο, ΐε-σο, έδίδο-σο” Γστα-σο, τίθε-σο, ϊε-σο, δίδο-σο· αλλά στην ευκτική απο­βάλλεται: ίσταϊ-ο, τιθεΐ-ο, ίεΐ-ο, διδοΐ-ο.
1) Των ρ. τίθημι και ί’ημι το β” και γ” ενικό της οριστικής του ε­νεργητ. παρατατικού και το β” ενικό της προστακτικής του ενεργητ. ενεστώτα κανονικά σχηματίζονται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε -έω: έτίθεις, έτίθει – Γεις, ϊει\ τίθει, ϊει κτλ.
2) Του ρ. δίδωμι τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργητ. παρατατικού και το β” ενικό της προστακτικής του ενεργη*τ. ενεστώτα σχηματίζονται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε -όω: έδίδουν, έδίδους, έδίδυυ – δίδου.
II. Αόριστος β’
Το ρ. ϊστημι έχει αόρ. β” κατά τα ρήματα σε -μι μόνο στην ε­νεργητ. φωνή (ε-στη-ν), ενώ τα ρ. τίθημι, ίημι και δίδωμι έχουν και στην
ενεργητ. και στη μέση (ε-θη-κα, έ-θέ-μην ή-κα, εϊ-μην έ’-δω-κα, έ-δό-μην).
Του ρ. ϊστημι ο αόρ. β” εστην:

από το αδύνατο θέμα στα- σχηματίζει την ευκτική (στα-ί-ην) σταίην, τη μετοχή στάς, στάσα, στάν και τον τύπο στάντων του γ” πληθ. της προστακτικής· από το ισχυρό θέμα στη- σχηματίζει όλους τους ολ­ίγους τύπους: ε-στη-ν, ε-στη-μεν κτλ. -(στή-ω) στώ, (στή-ης) στης κτλ. -στή-θι, στή-τω κτλ. – στή-ναν
στο β” ενικό της προστακτικής έχει κατάληξη -θι: στή-θι.
344. Των ρ. τίθημι, ίήμι, δίδωμι οι αόριστοι β” έΌηκα – έθέμην, ηκα -
εϊμην, έδωκα – έδόμην:
σχηματίζουν τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής στην ενεργητ. φωνή με τους τύπους του α” με χρον. χαρακτήρα κ (αντί σ)’
από το ισχυρό θέμα (θη-, ή-, δω-) σχηματίζουν τα τρία ενικά πρό­σωπα της οριστικής στην ενεργητ. φωνή (ε-θη-κα, ή-κα, Ε-δω-κα) και την υποτακτική στην ενεργητ. και μέση φωνή (θή-ω — θώ, θή-ωμαι = θώμαν ή-ω ώ, ή-ωμαι = ώμαν δώ-ω = δώ, δώ-ωμαι = δώμαή” από το αδύνατο θέμα (θε-, ε-, δο-) σχηματίζουν όλους τους άλλους τύπους της ενεργητ. και μέσης φωνής*
στο β” ενικό της προστακτικής στην ενεργητ. φωνή έχουν κατά­ληξη -ς: θέ-ς, έ’-ς, δό-ς’
το σ στην κατάληξη της μέσης φωνής αποβάλλεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα- φυλάγεται μόνο στο β” ενικό της οριστ. του αορ. β” ε’ί-μην: είσο’
στο ενεργητ. απαρέμφατο έχουν κατάληξη -έναι, αλλά συναιρούν το ε που είναι στην αρχή με τον προηγούμενο χαρακτήρα του θέματος: (θε-έναι) θεΐναι, (έ-έναι) είναι, (δο-έναι) δούναι.
III. Τονισμός
345. Ο τόνος των ρημάτων σε -μι, όταν αυτά είναι σύνθετα με πρό-
θεση:
στην προστακτική του αορ. β’, ενεργητικού και μέσου, ανεβαίνει όσο το επιτρέπει η λήγουσα, όχι όμως παραπάνω από την τελευταία συλλαβή της πρόθεσης, αν αυτή είναι δισύλλαβη: άνά-στηθι, άπόδοτε, κατά-θεσθε, άφ-ες, άφ-ετε, πρόσ-θες, έπί-θες κτλ.· αλλά στους τύπους του β” ενικού της προστακτικής του μέσου αορ. β” θοΰ (του τίθεμαι), ού (του ΐεμαι) και δοϋ (του δίδομαι), όταν αυτοί είναι σύνθετοι με μονοσύλ­λαβη πρόθεση ή με δισύλλαβη που έχει πάθει έκθλιψη, ο τόνος δεν ανεβαίνει: έκ-θοΰ, άφοϋ (άπό + ον του ρ. άφ-ίεμαι), προδοϋ” (αλλά κατά-θου κτλ.)*
στο απαρέμφατο και τη μετοχή του ενεστώτα καί του αορ. β” ο τόνος μένει όπου και στο απλό ρήμα: άφ-ιστάναι, προσ-τιθέναι, άνα-τιθέναι, συν-ιέναι, άπο-διδόναΐ” συν-ιστάς, άνα-στάς, μετα-τιθείς, υπο­τιθέμενος, άπο-θέμενος, άπο-δούς κτλ.
2. Οι άλλοι χρόνοι των φωνηεντόληκτων ρημάτων οε -μι
346. Οι άλλοι χρόνοι, εκτός από τον ενεστώτα, παρατατικό και αόρ.
β’, των φωνηεντόληκτων ρημάτων ί’στημι, τίθημι, ΐημι και δίδωμι σχημα-
τίζονται κανονικά όπως και των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -ω, δηλ.
από το ισχυρό ή αδύνατο θέμα και με τις αντίστοιχες καταλήξεις, αλλά
και με κάποιες ανωμαλίες, όπως φαίνεται στον παρακάτω συνολικό πί-
νακα:
α) t-στη-μι (= στήνω)- (ρ. θ. στη- και στα-), παρατ. Γ-στη-ν, μέλλ. στή­σω, αόρ. α” έ-στη-σα, αόρ. β” έ-στη-ν, παρακ. έ-στη-κα’, υπερσ. εί-στή­κειν” και έ-στψκειν, συντελ. μέλλ. έ-στή-ξω. Μέσ. και παθ. ΐ-στα-μαι, πα­ρατ., ΐστά-μην, μέσ. μέλλ. στή-σομαι, μέσ. αόρ. α” έ-στη-σάμην, παθ. μέλλ. στα-θήσομαι, παθ. αόρ. έ-στά-θην. Ρημ. επνθ. άνά-στα-τος, άν-υπό-στατος, άπο-στα-τέον. Παράγ. στά-σις, έπι-στά-της, στα-θμός, στή-λη, στή-μων κτλ.
Ο παρακείμ. εστηκα και ο υπερσυντ. είστήκειν έχουν σε ορισμένα πρόσωπα και δεύτερους τύπους από το αδύνατο θέμα στα- (με αναδι­πλασιασμό σε-στα- = έστα) και με τις προσωπικές καταλήξεις αμέσως προσκολλημένες στο θέμα. Έτσι σχηματίζονται οι τύποι: έστηκα, -κας, -κε, -καμεν, -κατε, -κασι και ε’-στα-μεν* ε’-στα-τε, έ-στα-σι (από το έ-στά-ασι). Απαρ. έστηκέναι και έ-στάναι Μετοχή: έστηκώς, -κυΐα, -κός και έστώς, έπτώσα, έστώς και έστός2, γεν. έστώτος, έστώσης, έστώτος (βλ. § 187, 9). Υπερσυντέλ. είστήκειν, -κεις, -κει, -κεμεν, -κετε, -κεσαν και ε-στα-σαν.
β) τί-θη-μι (=θέτω)· (ρ. θ. θη- και θε-), παρατ. έ-τί-θην, μέλλ. θή-σω, αόρ. έ-θη-κα, παρακ. τέ-θη-κα ή τέ-θει-κα. Μέσ. και παθ. τίθε-μαι, πα­ρατ. έ-τι-θέ-μη\>, μέσ. μέλλ. θή-σομαι, μέσ. αόρ. β” έ-θέ-μην, παθ. μέλλ. τε-θή-σομαι (από το θε-θήσομαι, βλ. § 69, 1)·> παθ. αόρ. έ-τέ-θην (από το έ-θέ-θην), παρακ. μέσ. τέ-θει-μαι, παρακ. παθ. κεΐμαι (= είμαι τοποθετη­μένος από κάποιον), υπερσ. παθ. έ-κεί-μην (βλ. § 351, 5). Ρημ. επίθ. θε­τός, πρόσθε-τος ή προσ-θε-τός, σύν-θε-τος, θε-τέον κτλ. Παράγ. θή-μα, ά-νά-θη-μα (= αφιέρωμα), θέ-σις κτλ.-
γ) ϊ-η-μι (= ρίχνω)· (ρ. θ.]η- ~ ή- και]ε- = έ), παρατ. ΐ-η-ν, μέλλ. ή-σω, αόρ. ή-κα, παρακ. εί-κα. Μέσ. και παθ. ί-ε-μαι, παρατ. ί-έ-μην, μέσ. μέλλ. -ή-σο-μαι (άφ-ή-σομαι), μέσ. αόρ. α” -η-κά-μην (προ-η-κά-μην, απάν.), μέσ. αόρ. β” -εί-μην (άφ-εί-μην, άφ-εΐσο, άφ-εΐτο κτλ.), παθ. μέλλ. -ε-θήσομαι (άψ-ε-θήσομαι), παθ. αόρ. -εί-θην (άφ-εί-θην, υποτ. άφ-ε-θώ κτλ.), παρακ. -εΐ-μαι (άφ-εΐ-μαι), -υπερσ. -εί-μην (άφ-εί-μην, άφ-εΐ-σο, άφ-εΐ­το κτλ.). Ρημ. επίθ. (έ-τός) κάθ-ε-τος, άφ-ε-τος, συνετός. Παράγ. άν-ε-σις, άφ-ε-σις, έν-ε-σις, σύν-ε-σις κτλ., άφ-έ-της, έφ-έ-της κτλ.·
1. Ο τύπος έ~στηκα «σχηματίστηκε από το σέ-στη-κα (βλ. § 64, 1) και ο τύπος
είστήκειν από το έ-αε-στή-κειν, έ-ε-στή-κειν = είστήκειν, με δασεία από αναλογία προς
τον παρακείμενο.
2. Όπως το ουδέτερο λελυκός.
δ) δίδωμι (= δίνω)” (ρ.θ. δω- και δο-), παρατ. έ-δί-δουν (ους, -ου), μέλλ. δώ-σω, αόρ. έδωκα, παρακ. δέ-δω-κα, υπερσ. έ-δε-δώ-κειν, συ­ντελ. μέλλ. δεδωκώς έσομαι, Μέσ. και παθ. δί-δο-μαι, παρατ. έ-δι-δό-μην, μέσ. μέλλ. δώ-οομαι, μέσ. αόρ. β” έ-δό-μην, παθ. μέλλ. δο-θήσομαι, παθ.
αόρ. έ-Ού-θην, παρακ:. δέ-δο-μαι, υπερσ. έ-δε-δό-μην. Ρημ. επίθ. δο-τός, δο-τέος. Παράγ. δό-σις, δο-τήρ, δώ-ρον κτλ.
Γ’. Άλλα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι
347. Άλλα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι, εκτός από τα ρ. ϊστημι, τίθημι, ίήμι και δίδωμι, είναι τα εξής:
I) πί-μ-πλη-μι (= γεμίζω) και 2) πίμπρημι (=■-■ πυρπολώ, καίω), που ανάμεσα από τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό (πι-) και το ρηματικό θέ­μα (πλη-, πρη-) παίρνουν το σύμφωνο μ για λόγους ευφωνίας: πί-μ-πλη-μΐ, πί-μ-πρη-μι. Αλλά τα σύνθετα έμπίμπλημι, έμπίπρημι βρίσκονται συνή-θο>ς χωρίς το ευφωνικό μ στον ενεστώτα (από λόγους ανομοίωσης, § 69. 2, α): έμπίπλημι, έμπίπρημι.
ό-νί-νη-μι (~ ωφελώ), που παίρνει ενεστωτικό αναδιπλασιασμό μέ­σα στο θέμα, δηλ. μετά το αρχικό φωνήεν ο: ό-νί-νη-μι-
αγα-μαι (– θαυμάζω) και 5) δύνα-μαι, που δεν παίρνουν ενεστωτι­κό αναδιπλασιασμό-
6) έπί-στα-μαι (= ξέρω καλά), που επίσης δεν παίρνει ενεστωτικό αναδιπλασιασμό» αυτό δεν είναι σύνθετο από το ρ. ϊσταμαι (γιατί έπϊ + ϊσταμαι = έφίσταμαι = «Γσταμαι επί τίνος» = επιστατώ), παρά απευθείας από την πρόθ. επι και το θέμα στα-.
Τα παραπάνω έξι ρήματα κλίνονται στον ενεστώτα και τον παρατα­τικό κατά το ρ. ϊστημι – ϊσταμαι και σχηματίζουν τους χρόνους κατά τον ακόλουθο τρόπο:
πί-μ-πλη-μι (ρ. θ. πλη-, πλα-), παρατ. έ-πί-μ-πλη-ν, μέλλ. -πλή-σω, αόρ. -έ-πλη-σα, παρακ. πέ-πλη-κα. Μέσ. και παθ. πί-μ-πλά-μαι, παρατ. έ-πι-μ-πλά-μην, (μέσ. μέλλ. πλή-σομαι), μέσ. αόρ. α” έ-πλη-σάμην και μέσ. αόρ. β” -ε-πλή-μην (σπάν.), παθ. μέλλ. πλη-σ-θήσομαι, παθ. αόρ. έ-πλήσ-θην, παρακ. -πέ-πλη-σ-μαι. Ρημ. επίθ. ά-πλη-σ-τος, έμ-πλη-σ-τέος. Παράγ. πλήρης, πλήθος κτλ.
πί-μ-πρη-μι (ρ. θ. πρη-, πρά-), συ.νήθ. σύνθ. έμ-πί-(μ)-πρη-μι, παρατ. έν-ε-πί-μ-πρη-ν, μέλλ. έμ-πρή-σω, αόρ. έν-έ-πρη-σα. Παθ. έμ-πί-πρα-μαι, παθ. αόρ. έν-ε-πρή-σ-θην. Παράγ. πρήσις, εμπρησμός, εμπρηστής κτλ.
ό-νί-νη-μι (ρ. θ. όνη-, όνα-). (Ενεστ. οριστ. ό-νί-νη-μι, όνίνης, όνίνη-σν τα λοιπά πρόσ. άχρηστα – υποτ., ευκτ. και προστ. λείπουν απαρ. όνινάναι, μετοχή μόνο θηλ. όνινάσα), παρατ. (λείπει και στη θέση του χρησιμοποιείται ο παρατ. του ωφελώ) ώφέλουν, μελλ. όνή-σω, αόρ. ώνη-σα. Μέσ. και παθ. ό-νί-νά-μαι (εκτός από την οριστ. εύχρηστη η ευκτ. όνιναίμην, όνίναιο, όνίναιτο κτλ., που τονίζεται κατά τα βαρύτονα, και το απαρ. ονίνασθαι), παρατ. ώ-νι-νά-μην, μέσ. μέλλ. όνή-σομαι, μέσ. αόρ. ώνή-μην (ευκτ. όναίμην, οναιο, δναιτο κτλ., που τονίζεται κατά τα βαρύ-τονα” απαρ. ονα-σθαι), παθ. αόρ. ώνή-θην τα λοιπά από το ωφελούμαι. Ρημ. επίθ άνόνη-τυς (ενεργ. =- εκείνος που δεν οΜρελεί, ανώφελος- παθ. — εκείνος που όεν ωφελείται), όνη-τέον. Παράγ. δνησις κτλ.
αγα-μαι (ρ. θ. άγα- και άγασ-), εύχρ. η ευκτ. α ενικού άγαιμην και γ” πληθ. άγαιντο (ο τονισμός κατά ία βαρύτονα), παρατ. ήγά-μην, (μέσ. μέλλ. άγά-σομαι), μέσ. αόρ. ήγα-σάμην, παθ. αόρ. ήγάσ-θην. Ρημ. επίθ. άγασ-τός, άξιάγαστος. Παράγ. άγασμα (= αντικείμενο θαυμασμού ή λα­τρείας), επίρρ. (από τη μετοχή) άγαμένως (— με θαυμασμό) κτλ.
δύνα-μαι (ρ. θ. δυνα- και δυνασ-). Ενεστ. οριστ. δύναμαι, δύνασαι, δύναται κτλ., υποτ. δύνωμαι, δύνη, δύνηται κτλ., ευκτ. δυναίμην, δύναιο, δύναιτο κτλ. (ο το\’ΐσμός κατά τα βαρύτονα), προστ. μόνο δννάσθω, δυνάσ-θωσαν, απαρ. δύνασ-θαι, μετ. δυνό-μενος· παρατ. έ(ή)δυνάμην, έ(ή)δύνω, έ(ή)δύνατο κτλ., μέσ. μέλλ. δυνή-σομαι, παθ. αόρ. (ος μέσ. έ(ή)δυνή-θην (βλ. § 269. I, α) και (σπάν.) έ-δυνάσ-θην, παρακ. δε-δύνη-μαι. Ρημ. επίθ. δυνα-τός, αδύνατος. Παράγ. δυνάστης κτλ.’
έπίστα-μαι (ρ. θ. έπι-στη- και έπι-στα-). Ενεστ. οριστ. έπίσταμαι, -σαι, -ται κτλ., υποτ. έπίστωμαι, -η, -ηται κτλ., ευκτ. έπισταίμην, -αιο, -αιζο κτλ. (ο τονισμός κατά τα βαρύτ.). προστ. έ.πίστω (και έπι’στασο). έπιστάσθω κτλ., imup. έπίστασθαι, μετ. επισταμένος· παρατ. ήπιστάμην, ήπίστω (και ήπίστασο), ηπιότατο κτλ., (βλ. § 269. 2. α) μέσ. μέλλ. έπι-στή-σομαι, παθ. αόρ. ήπιστή-θην. Ρημ. επίθ. επιστη-τός, -τέος. Παράγ. επιστήμη, επιστήμων κτλ.
348. Εκτός από τα παραπάνω ρήματα, κατά το ϊστημι – ϊσταμαι κλί­νονται και τα εξής:
κρέμα-μαι (= είμαι κρεμασμένος), (θ. κρέμα-, κρεμη-) του ενεστ. εύχρ. είναι η οριστ. κρέμομαι, -σαι, -ται κτλ. και η μετ. κρεμάμενος» πα­ρατ. έκρεμάμην, έκρέμω, έκρέματο κτλ., μέσ. μέλλ. ως παθ. κρεμήσομαι (ποιητ.). Το ρ. κρέμομαι χρησιμεύει σαν παρακείμ. του κρεμάνννμαν
ο αόρ. έ-πριά-μην (= αγόρασα), του ρ. ώνούμαι (= αγοράζω) (ρ. θ. πριά-) οριστ. έπριάμην, έπρι’ω, έπρίατο κτλ. υποτ. πρίωμαι, πρίη, πρι’ηται κτλ., ευκτ. πριαίμην, πρίαιο, πρίαιτο κτλ., (προστ. πρι’ω και πρίασο, πριά-σθω κτλ., ποιητ.), απαρ. πρίασθαι, μετ. πριάμενος.
28ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΟΡΙΣΤΟΙ Β” ΒΑΡΥΤΟΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΚΛΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΣΕ -ΜΙ
349. Μερικά βαρύτονα ρήματα (της α” συζυγίας) σχηματίζουν αόρι­στο β” κατά τα ρήματα σε -μι, που κλίνεται όπως ο αόρ. εστην (βλ. § 339. Α’, 2).
Τα ρήματα αυτά έχουν ρηματ. θέμα ισχυρό και αδύνατο, δηλ. έχουν χαρακτήρα:
η και ά: βαίνω, αόρ. β” έ’-βη-ν (ρ. θ. βη-, βά)
φθάνω, αόρ. β” ε-φθη-ν (ρ. θ. φθη-, φθα-)
ά και ά: (άπο)-δι-δρά-σκ-ω, αόρ. β” (άπ)έ-δρα-ν (ρ. θ. δρα-, δρα-)
γηρά-σκ-ω, αόρ. β” έ-γήρά-ν )ρ. θ. γηρά-, γηρά)’
η και ε: βέω, αόρ. β” έρ-ρύη-ν (ρ. θ. ρυη-, βυε-)’
ω και ο: άλ-ίσκ-ομαι, αόρ. β” έ-άλω-ν (θ. άλω-, άλο-) (βλ. § 354)
γι-γνώ-σκ-ω, αόρ. β” ε-γνω-ν (θ. γνω-, γνο-) (βλ. § 356) ζώ, αόρ. β” έ-βίω-ν (θ. βιω-, βιο-).
ΰ και ύ: δύ-ομαι, αόρ. β” ε-δϋ-ν (ρ. θ. δϋ, δύ-)
φύ-ομαι, αόρ. β” ε-φϋ-ν (ρ. θ. φυ~, φυ-).

βαίη-ν δραίη-ν ρυείη-ν γνοι’η-ν
Ρ βαίη-ς δραίη-ς όυείη-ς γνοίη-ς
s βαίη δραίη . ΰυείη γνοίη
κτλ. κτλ. κτλ. κτλ.
βή-θι δρά-θι γνώ-θι δϋ-θι
βή-τω δρά-τω γνώ-τω δύ-τω
βή-τε δρά-τε γνώ-τε δϋ-τε
g βά-ντων ή δρά-ντων ή γνό-ντων ή δύ-ντων ή
βή-τωσαν δρά-τωσαν γνώ-τίοσαν δό-τωοαν
κτλ. κτλ. κτλ. κτλ.
a < βή-ναι δρά-ναι ρυή-ναι γνώ-ναι δν-ναι
βάς δρας ρυεϊς γνοΰς δύς
(βάντος) (δράντος) (ρυέντος) (γνόντος) (δΰντος)
o βάσα δράσα όοεΐσα γνοΰσα δϋσα
1 (βάσης) (δράσης) (βυειοης) (γνούσης) (δύσης)
βάν δράν ρυέν γνόν δύν
(βάντος) (δράντος) (βυέντος) (γνόντος) (δύντος)

 

 

 

 
1. Οι τύποι της υποτ. είναι συνηρημένοι: (βή-ω) βώ, (δρά-ω) δρω, (βυή-ω) βυώ, (γνώ-ω) γνω- πβ. (στή-ω) στώ, (θή-ω) θώ, (δώ-ω) δώ.
29ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΛΛΑ ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Β” ΣΥΖΥΠΑΣ (ΣΕ -ΜΙ)
351. Άλλα ρήματα που κλίνονται ολικά ή μερικά κατά τα ρήματα σε -μι με διάφορες ανωμαλίες είναι τα εξής:
Το ρ. ειμί (= είμαι). Βλ. § 274 – 275.
Το ρ. είμι (= θα πάω), (ρ. θ. ισχυρό ει-, αδύνατο ;-):
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτική
Βνκστώτας Παρατατικός Ενεστώτας
εϊ-μι ρ-α ή #-ειν ί’-ω ΐ-οιμι ή ι’οίην —
εϊ ρ-εις ή fi-εισθα ΐ-ρς ί’-οις ή ι-οίης ίθι
εΐ-σι(ν) fj-ει ϊ-ρ Γ-οι ή ϊ-οιη ΐ-τω
Γ-μεν ρ-μεν ΐ-ωμεν ϊ-ϋιμεν _
ί-τβ ρ-τε ί’-ητε ϊ-οιτε ι-τ ε
ϊ’-ασι(ν) ρ-σαν ή ρ-εσαν ι-ωσι(ν) ί-οιεν i-όντων ή ϊ-τον&αν
ϊ’-τον ρ-τον Γ-ητον ι-οιτον ι-τον
ι-τον ρ-την ϊ-ητον ΐ-οίτην Γ-των
Απαρ. i-έναι. Μετοχή i-ών (ιόντος), ί-ουσα (ιούσης), ι’-όν (ιόντος). Ρημ. επιθ. ι’-τός (άμαξπτός), ί-τέον. Παράγ. είσ-ι-τήριος κτλ.
3) Τό ρ. φημΐ (= 1) λέω- 2) συμφωνώ» 3) ισχυρίζομαι), (ρ. θ. ισχυρό φη-, αδύνατο φα):
φα-τε~ έ-φα-τε φήτε φαίη-τε φά-τε
(ή φαΐτε)
φα-σι(ν) ε-φα-σαν φώσι(ν)
φαί-ησαν φά-ντων
(ή φαΐεν) (ή φά-τωσαν)
φα-τόν έ-φα-τον φήτον φαι’η-τον φά-τον
φα-τόν έ-φά-την φήτον φαιή-την φά-των
Απαρ. ενεστ. φά-ναι. Μετοχή ενεστ. φά-σκ-(ον, φά-σκ-ονσα, φά-σκ-ον. Μέλλ. φή-σω. Αόρ. έ-φη-σα. Ρημ. επίθ. φατός, ά-φαζος. Παράγ. φήμη, προφήτης κτλ.
Το ρ. ήμϊ (= λέ(ι>). (ρ. θ. ή-). Εύχρηστος ο παρατ. στο α” ενικό ή-ν (= έφην) και το γ” ενικό ή (= εφη), στις παρενθετικές φράσεις: ήν δ” έγώ (= είπα εγώ), ή δ” δς (=είπε αυτός), ή δ” ή (-= είπε αυτή).
Το ρ. κεΐμαι (= κείτομαι, είμαι τοποθετημένος), (ρ. θ. κει-). Ενε­στώτας με σημασία παρακειμένου του ρ. τίθεμαι (βλ. § 346, β):
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτ. Απαρ.
Μετοχή
κει-μενος κει-μένη κεί-μενον
κεΐ-σθαι
κει-αο κεί-οθω
κε-ηται
κει-μαι κεί-σαι κεΐ-ται κεί-μεθα κτλ.
κέ-ησθε — κεΐ-σθε
κέ-ωνται κέ-οιντο κτλ. Παρατ. (με σημασία υπερσυντ.) έ-κεί-μην, έ-κειαο, ε-κει-το κτλ. Μέλλ. κεί-βομαι, κεί-ση, κεί-σεται κτλ. Παράγ. κειμήλιον, κοίτη (απ” όπου κοιτίς, κοιτών κτλ.).
6) Το ρ. κάθημαι (σύνθετο από την πρόθ. κατά και το ποιητ. ρ. ήμαν ρ. θ. ήσ- και ή-). Ο ενεστώτας με σημασία παρακειμένου του καθίζομαι:
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτ. Απαρ.
Μετοχή

κάθημαι — καθ-ή-μην
κάθ-η-σαι — —
(καθη)
κάθ-η-ται καθήται —
καθ-ή-μεθα καθώμεθα —
κτλ. καθήσθε καθ-η-σθε
καθώνται —
— καθ-ή-σθαι καθ-ή-μενος
κάθ-η-οο καθ-η-μένη καθ-ή-μενον
καθ-ή-σθω
Παρατατ. έ-καθ-ψμην, έ-κάθ-η-σο, έ-κάθ-η-το κτλ. Και χωρίς αύξηση: καθ-ή-μην, καθ-ή-σο, καθ-ή-το, καθ-ή-μεθα, καθ-ή-σθε, καθ-ή-ντο. Μέλλ. (συνηρ.) καθ-εδοΰμαι, καθ-εδεΐ, καθ-εδεΐται κτλ,, (από το καθέζο-μαι).
7) Το ρ. οιδα {–” ξέρω) (ρ. θ. ισχυρό Ρειδ- = είδ- και με τροπή του ε σε ο: οίδ-, αδύνατο θ. Ριδ- = ϊδ-). Το οιδα είναι παρακείμ. β” του άχρη­στου ρ. εϊδω και πήρε σημασία ενεστώτα (βλ. § 359, 2).
Οριστική Υποτακτική Ευκτική Προστακτ. Απαρ. Μετοχή
οίδ-α είδώ είδείη-ν _ είδ-έναι είδ-ώς
οίσθ-α είδης είδείη-ς ϊσ-θι ειδ-υϊα
οίδ-ε είδη είδείη ΐσ-τω ειδ-ός
ΐσ-μεν είδώμεν είδείη-μεν — γενική:
(είδεΐμεν) είδ-ότος
ϊσ-τε είδητε είδείη-τε ϊσ-τε είδ-υίας
(είδεΐτε) είδ-ότος
Γσ-ασι(ν) είδώσι(ν) είδείη-σαν ϊσ-των
(είδεϊεν) (ϊοτωσαν)
ϊσ-τον εΐδήτον είδεΐ-τον ϊσ-τον
ϊσ-τον εϊδήτον εϊδεί-την ϊσ-των
Υπερσυντέλ. (με σημασία παρατ.) ή’δ-ειν ή ηδ-η, ηδ-εις ή 0-ησθα, ήδ-ει ή ήδ-ειν, ήδ-ε-μεν ή ήσ-μεν, ΐίδ-ε-τε ή ήστε, ^δ-ε-σαν ή ή-σαν, ήδ-ειτον ή ήσ-τον, ήδ-είτην ή ήσ-την.
Μέλλ. εϊσομαι και είδή-σω. Ρημ. επίθ. ίσ-τέον. Παράγ. εϊδησις, είδος, επίρρ. (από τη μετοχή) είδότως (— με επίγνωση, συνειδητά), ϊστωρ (-^ -γνώστης, έμπειρος)- απ” αυτό: ιστορία.
8) Το ρ. δέδοικα ή δέδια (= φοβούμαι), (ρ. θ. ισχυρό δει- και με τρο­πή του ε σε ο: δοι-, αδύνατο θ. δι-). Τούτο είναι παρακείμ. του άχρη­στου ρ. δείδω και έχει σημασία ενεστώτα. Εκτός από τους κανονικούς τύπους (δέδοικα, -κας, -κε κτλ.) έχει και ορισμένους εύχρηστους τύπους κατά τα ρήματα σε -μι (πβ. § 347), δηλ. κλίνεται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρ. Μετοχή
δέ-δοι-κα ή δέ-δι-α – - δε-δοι-κέναι δε-δοι-κώς
δέ-δοι-κας δέ-δι-ας – (δέ-δι-θι) ή δε-δοι-κυΐα
δέ-δοι-κε δέ-δι-ε δε-δί-rj
δε-δοί-καμεν δέ-δι-μεν —
δε-δοι’-κατε δέ-δι-τε —
δε-δοί-κασι(ν) δε-δί-ααι(ν) δε-δί-ωσι(ν)
(δε-δί-τω)
δε-δι-έναι
δε-δοι-κός ή δε-δι-ώς δε-δι-υΐα δε-Οι-ός
Υπερσυντέλ. (με σημασ. παρατ.) έ-δε-δοί-κειν, -κεις, -κει, -κεμεν, -κετε, -κεσαν και έ-δέ-δι-σαν. Μέλλ. δει-σομαι, -σει, -σεται κτλ. Αόρ. ε-δει-σα. Παράγ. δεΐ-μα (= τρόμος), <5εσς ουδ. (= φόβος).
Το τέ-θνη-κα (— έχω πεθάνει, είμαι νεκρός), παρακείμ. του ρ. άποθνή-σκω (ρ. θαν-, θνα-, θνη-, θνε-). Και τούτο εκτός από τους κανο­νικούς τύπους (τέθνηκα, -κας, -κε κτλ.) έχει και τους ακόλουθους τύ­πους κατα τα ρήματα σε -μι (πβ. § 346):
Οριστ. τέ-θνα-μεν, τέ-θνα-τε, τε-θνά-σι(ν). Υπερσυντ. έ-τέ-θνα-σαν. Απαρ. τε-θνά-ναι. Μετοχή: τε-θνε-ώς (γεν. -ώτος), τε-θνε-ώσα (γεν. -ώσης), τε-θνε-ώς ή τε-θνε-ός (γων. -ώτσς).
Το βέβηκα (= έχω βαδίσει), παρακείμ. του ρ. βαίνω (θ. βη-, βα-\ που εκτός από τους κανονικούς τύπους έχει και τους ακόλουθους τύ­πους κατά τα ρήματα σε -μι (πβ. § 346):
Υποτακτική γ” πληθ. βεβώσι. Μετοχή: βεβώς, -ώσα, -ώς.
Το εοικα (= μοιάζω· ρ.θ. ισχυρό ¥εικ- = είκ- = και με τροπή του ε σε ο: ¥οικ- = οίκ-” αδύνατο ¥ικ- = ίκ). Τούτο είναι παρακείμε­νος του άχρηστου ρ. είκ-ω και έχει σημασία ενεστώτα. Κλίνεται έτσι: Παρακείμ. Οριστ. ε-οικ-α, -ας, -ε, έ-οίκ-αμεν, -ατε, -ασι και εΐξασι (από το είκ-σασι). Υποτ. έ-οίκ-ω, -ης, -η κτλ. Ευκτ. έ-οίκ-οιμι, -οις, -οι κτλ. Προστ. λείπει. Απαρ. είκ-έναι (και μεταγεν. έ-οικ-έναι (και μεταγεν. ε-οικ-έναι). Μετ. είκώς (-ότος), είκυία (-υίας), εικός (-ότος) (και μεταγ. ε-οικ-ώς, -νια, -ος). Υπερσ. (με σημασία παρατ.) έ-ώκ-ειν, έ-ώκ-εις, έ-ώ-κ-ει κτλ.
Το απρόσωπο χρή (= είναι ανάγκη, πρέπει):
Οριστ. ενεστ. χρή. Παρατ. χρήν ή έχρήν. Υποτ. χρή. Ευκτ. χρείη. Απαρ. χρήναι. Μετοχή μόνο ουδ. τό χρεών με σημασία ουσιαστικού (βλ. § 152, 1).
Το απρόσωπο εΐμαρται (= είναι πεπρωμένο). Τούτο είναι παρα­κείμ. του ποιητ. ρ. μείρομαι (= παίρνω το μέρος που μου ανήκει) (ρ. θ. σμερ- (-μερ, -μορ) και σμαρ).
Εύχρηστοι τύποι: το γ” εν. του παρακ. εΐ-μαρ-ται (από αρχικό τύπο σέ-σμαρ-ται), το γ” εν. του υπερσυντ. εί-μαρ-το και η μετοχή του παρακ. είμαρμένος (μάλιστα στο θηλ. ειμαρμένη σαν ουσιαστ. με παράλειψη του μοίρα).
14) To απρόσο)ττο πέπρωται (= είναι, πεπρωμένο). Τούτο είναι παρα­κείμ. ρήματος άχρηστου οτον ενεστώτα, που έχει αόρ. β” κ-πορ-ον (ποιητ. – έόωσα) (ρ. θ. πορ-, με μετάθεση και έκταση του ο: πρω-). Εύ­χρηστοι τύποι: το γ” εν. του παρακ. πέ-πρω-ται ή πε-πρω-μένον εστί το γ” εν. του υπερσ. έ-πέ-πρω-το και η μετοχή του παρακ. ή πεπρωμένη (ενν. μοίρα), το πεπρωμένον (ενν. μέρος).

 

30ό ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΡΗΜΑΤΑ ΑΝΩΜΑΛΑ, ΑΠΟΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΑ
Α’. Ρήματα ανώμαλα
Ανώμαλα λέγονται τα ρήματα που παρουσιάζουν διάφορες ανωμαλίες ή κατά το σχηματισμό ή κατά τη σημασία των χρόνων.

1. Ρήματα ανώμαλα κατά το σχηματισμό των χρόνων
/. Πρόσφυμα ε
Σε μερικά ρήματα το ρηματικό θέμα μεγαλώνει κατά μία συλ­λαβή παίρνοντας στο τέλος το πρόσφυμα -ε-, για να σχηματιστεί το χρονικό θέμα:
α) του ενεστώτα και του παρατατικού: (δοκ-έ-ω) δοκώ (= φαίνομαι) (ρ. θ. δοκ-, θ. ενεστ. δοκε-), (ώθ-έ-ω) ωθώ (ρ. θ. ώθ-, θ. ενεστ. ώθε-) κ.ά.
β) μερικών από τους άλλους χρόνους: μέν-ω (ρ. θ. μεν-, χρον. θ. μενε- και εμπρός από σύμφωνο μενη-), νέμ-ω (– μοιράζω, βόσκω) (ρ. θ. νεμ-, χρον. θ. νεμε-, νεμη-’) κ.ά.
γ) όλων των άλλων χρόνων εκτός από τον ενεστώτα και τον παρα­τατικό: βούλ-ομαι (ρ. θ. βονλ-, χρον. θ. βουλε- και εμπρός από σύμφωνο βουλή-), δέ-ω (= έχω ανάγκη) (ρ. θ. δε-, χρον. θ. δεε-, δεη-), έθέλ-ω ή θέλ-ω (ρ. θ. έθελ-, χρον. θ. έθελε-, έθελη-), μέλλ-ω (ρ. θ. μελλ-, χρον. θ. μέλλε-, μελλη-) όφείλ-ω (ρ. θ. όφελ. = όφειλ-, χρον. θ. όφειλε-, οφειλή-), οί-ο-μαι και οί-μαι (–φρονώ) (ρ. θ. οί-, χρον. θ. οίε-, οίη-) κ.ά.
//. Πρόσφυμα σκ ή ισκ
Σε μερικά ρήματα το ρηματικό θέμα παίρνει στο τέλος του το πρόσφυμα -σκ- ή -ισκ-, για να σχηματιστεί το θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού: άρέ-σκ-ω, βλώ-σκ-ω (ποιητ. = έρχομαι), βό-σκ-ω, γηρά-σκ-ω, μεθύ-σκ-ω, πά-σχ-ω (από το πάθ-οκ-ω), φά-σκ-ω (= λέω), χά-σκ-or άλ-ίσκ-ομαι (— πιάνομαι, κυριεύομαι), άναλ-ίσκ-ω (= ξοδεύω), εΰρ-ίσκ-ω, θνήσκ-ω (από το θνη-ισκ-ω), θρώσκ-ω (ποιητ. -~ τινάζομαι, πηδώ» από το θρω-ίσκ-ω) κ.ά.
///. Ενεστωτικός αναδιπλασιασμός
Σε μερικά ρήματα, για να σχηματιστεί το χρονικό .θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού, το ρηματικό θέμα παίρνει στην αρχή του ενεστωτικό αναδιπλασιασμό (βλ. § 337):
βι-βάζω (= βάζω) (ρ. θ. βα-, με ενεστ. αναδιπλ. βι-βα- και από αναλογία προς τα ρ. σε -άζω: βιβάζ-ω” στο ρήμα αυτό ο ενεστωτικός αναδιπλα-σιασμός φυλάγεται σε όλους τους χρόνους και τα παράγωγα· γί-γν-ομαι (ρ: θ. γεν-, με συγκοπή γν- και με ενεστ. αναδιπλ. γι-γν-)” πί-πτ-ω (ρ. θ. πετ-, με συγκοπή πτ- και μέ ενεστωτικό αναδιπλ. πι-πτ-)” τί-κτ-ω (ρ. θ. τεκ-, με συγκοπή τκ-, με ενεστ. αναδιπλ. τι-τκ- και με με­τάθεση τι-κτ-Υ
“ί-σχ-ω (- ~ έχω) (ρ. θ. σεχ.-, με συγκοπή αχ- και με ενεστ. αναδιπλ. σι-σχ-= ί-σχ-, με ψιλή. γιατί ακολουθεί χ” βλ. § 64, 1 κ.ά.
IV. Ενεστωτικός αναδιπλασιααμός και πρόσφυμα σκ
Σε μερικά ρήματα, για να σχηματιστεί το χρονικό θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού, το ρηματικό θέμα παίρνει στην αρχή του ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και στο τέλος πρόσφυμα -σκ-: βι-βρώ-σκ-ω (ποιητ. ~ τρώγω) (ρ. θ. βρω-), γι-γνώ-σκ-ω (ρ. θ. γνω-), άπο-δι-δρά-σκ-ω (ρ. θ. δρα-), πι-πρά-σκ-ω (= πουλώ) (ρ. θ. πρα-, πβ. πρατήριον), τι-τρώ-σκ-ω (ρ. θ. τρω-), μι-μνή-σκ-ω (= υπενθυμίζω) (ρ. θ. ρνη-, χρον. θ. μι-μνη-σκ- = μιμνήσκ-) κ.ά.-,έτσι και δι-δά-σκ-ω (ρ. θ. δα-), που κρατεί τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό σε όλους τους χρόνους.
V. Πρόσφυμα ν, αν, νε, νι ή νυ, σ
357. Σε μερικά ρήματα το ρηματ. θέμα, για να σχηματιστεί το χρον.
θέμα του ενεστώτα και του παρατατικού, παίρνει στο τέλος του:
u) το πρόσφυμα ν: δάκ-ν-ω (= δαγκάνω) (ρ. θ. δακ-), κάμ-ν-ω (= κουράζομαι) (ρ. θ. καμ-\ πί-ν-ω (ρ. θ. πι-), τέμ-ν-ω {ρ. θ. τε//-), τί-ν-ω (= πληρώνω) (ρ. θ. τει- και τί-) ψθά-ν-ω (ρ. θ. θφη- και φθα-), φθί-ν-ω (ρ. θ. φθι-) κ.ά.
β’) το πρόσφυμα αν: αίσθ-άν-ομαι, άμαρτ-άν-ω, (άπ)εχθ-άν-σμαι (= γίνομαι μισητός), αΰξ-άν-ω, βλαστ-άν-ω, (κατα)δαρθ-άν-ω (= κοιμού­μαι) (ρ. θ. δαρθ-), όλισθ-άν-ω (= γλιστρώ) κ.ά.
γ’) το πρόσφυμα αν μετά το χαρακτήρα και συγχρόνως ένα ν ε­μπρός από το χαρακτήρα:
λα-ν-θ-άν-ω (ρ. θ. λαθ), μα-ν-θ-άν-ω (ρ. θ. μαθ~), πυ-ν-θ-άν-ομαι (p. ΰ. πυθ-), (θι-ν-γ-άν-ω) θιγγ-άν-oj (= εγγίζω) (ρ. θ. θιγ-\ (λα-ν-χ-άν-ω) λαγχ-άν-ω (ρ. θ. λαχ~\ (τυ-ν-χ-άν-ω) τυγχ-άν-ω (ρ. θ. τυγ~), (λα-ν-β-άν-ω) λαμβ-άν-ω (ρ. θ. λαβ-), (λι-ν-π-άν-ω) λιμπ-άν-ω (= αφήνω) (ρ. θ. λιπ-’) κ.ά.- βλ. § 70, 5.
δ) το πρόσφυμα νε: (άφ-ικ-νέ-ομαι) άφ-ικνοομαι (ρ. θ. we-), (ύπ-ι-σχ-νέ-ομαι) ύπ-ισχνοϋμαι (ρ. θ. σεχ-, σχ-, σι-σχ-, (αχ-· πβ. § 355, ρ. ίσχω) κ.ά.
ε’) το πρόσφυμα νι ή νυ (με μετάθεση του t ή υ εμπρός από το χα­ρακτήρα): βαίνω (ρ. θ. βη-, βά: βάνι-ω = βαίνω), έλαύν-ω (ρ. θ. έλα-: έλά-νυ-ω =■ έλαύνω) κ.ά.
ς’) το πρόσφυμα σ: (άλέκ-ο-ω) άλέξω (= αποκρούω), (επ-σ-ω) έ’ψω, (αΰγ-σ-ω) αΰξω και (αύγ-σ-άν-ω) αυξάνω.
VI. Συνώνυμα θέματα
358. Μερικών ρημάτων οι χρόνοι δεν σχηματίζονται από ένα ρημα­τικό θέμα, παρά από δύο ή περισσότερα θέματα συνώνυμα, που έχουν δηλαδή διαφορετική ετυμολογία, αλλά την ίδια περίπου σημασία. Έτσι λ.χ- σχηματίζουν τους διάφορους χρόνους τα ρήματα: αγορεύω (θ. άγορευ-, έρε-, βε- — βη-, είπ-)· αίρέω -ώ (θ. αΐρε- = αίρη-, FeA- = έλ-)” εϊμΐ (θ. έσ-, γεν-)
έρχομαι (θ. έρχ-, ει- και ι-, έλευθ-, έλυθ-, έλθ-)· έσθίω (θ. έδ-, έδε- = έδη-, έαΰι-, φαγ-)” ζω (θ. ζη-, βιω-, βιο-)·
λέγω (θ. λεγ-, Ρερε- ~ έρε- = έρη-, βε- = βη-, Ρειπ- = είπ-)· τρέχω (θ. θρεχ- = τρεχ- § 69, 1· δραμ-, δραμε- = δραμη-)· φέρω (θ. φερ-, οί-, ένεκ- και ένκ- = έγκ- § 62, 1)·
όράω -ω (θ. Ρορα- ~ όρα-, όπ-, Ρειδ- = είδ-, Ριδ- ~ ίδ-)” ώνέομαι -οΰμαι (θ. Ρωνε- = ά>νε-, πρια-) κ.ά.
2. Ρήματα ανώμαλα κατά τη σημασία των χρόνων
359. Μερικοί χρόνοι ορισμένοι ν ρημάτων της αρχαίας ελληνικής δεν έχουν σημασία σύμφωνη με την κατάληξη τους. Έτσι μερικά έ­χουν:
ενεστώτα με σημασία παρακειμένου, παρατατικό με σημασία υπερσυντελίκου ή αορίστου και απλό μέλλοντα με σημασία συντελεσμέ­νου μέλλοντα:
ή’κω (= έχω έρθει), ήκον (= είχα έρθει ή ήρθα), ήξω (~ θα έχω έρθει)* οίχομαι (= έχω φύγει), φχόμην (= είχα φύγει) κ.ά.’
παρακείμενο με σημασία ενεστώτα και υπερσυντέλικο με σημασία παρατατικού:
Οϊδα (= ξέρω), ήδειν (= ήξερα) – δέδοικα ή δέδια (= φοβούμαι), έδεδοί-κειν (= φοβόμουν)»
είώθα (= συνηθίζω), είώθειν (—συνήθιζα) – εοικα (= μοιάζω), – έώκειν (= έμοιαζα) κ.ά.’
μέσο μέλλοντα με σημασία ενεργητική:
άδω – ασομαι” ακούω – άκούσομαι” άμαρτάνω – άμαρτήσομαΐ” βαίνω -βήσομαι “ γελώ – γελάσομαι” γιγνώσκυ) – γνώσομαι” δάκνω – δήξομαι» θέω (= τρέχω) – θεύσομαν λαγχάνω – λήξομαι” λαμβάνω – λήψομαι” μανθάνω ■ μαθήσομαΐ” ομννμι – όμοΰμαν όρώ – όψομαι” τίκτω – τέξομαι” τυγχάνω -τεύξομαι κ.ά.»
μέσο μέλλοντα με σημασία παθητική:
αδικώ – άδικήσομαι (= θ” αδικηθώ από άλλον)1 άλίσκομαι – άλώσομαι (= θα πιαστώ ή θα κυριευτώ από άλλον)- γεννώ – γεννήσομαν θεραπεύω – θεραπεύσομαν κωλύω – κωλύσομαν οικώ – οίκήσομαν πάσχω – πείσο-μαν φύω – φύσομαι κ.ά.’
παθητ. αόριστο με σημασία μέση:
αίσχύνομαι – ήσχύνθην άνιώμαι {= λυπούμαι) – ήνιάθην (= λύπησα τον εαυτό μου)» δέομαι – έδεήθην λυπούμαι – έλυπήθην όρμώμαι – ώρμήθην πορεύομαι – έπορεύθην” φοβούμαι – έφοβήθην κ.ά.
παθητ. μέλλοντα και παθητ. αόριστο με σημασία μέση: άπαλλάττομαι – άπαλλαγήσομαι – άπηλλάγψ» (έκ)πλήττομαι – (έκ)πλαγή-σομαι – (έξ)επλάγην μιμνήσκομαι – μνησθήσομαι – έμνήσθην φαίνομαι -φανήσομαι – έφάνην κ.ά.’
7) ενεργητ. αόρ. β’, παρακείμ. και υπερσυντέλικο με σημασία αμετά­βατη :
ϊστημι, ενεργ. αόρ., β” έστην, παρακ. εστηκα’
φύω, ενεργ. αόρ. β” με μέση διάθ. εφνν (– υπήρξα από τη φύση, έγινα), ενεργ. παρακ. με μέση διάθ. πέφνκα (= έχω γίνει, είμαι πλασμένος από τη φύση), ενεργ. υπερσ. με μέση διάθ. έπεφύκειν (= είχα γίνει, ήμουν πλασμένος από τη φύση) κ.ά.
Β’. Ρήματα αποθετικά
360. Αποθετικά λέγονται τα ρήματα που έχουν μόνο μέση φωνή (ό­πως τα νεοελλ. p.: αισθάνομαι, δέχομαι, έρχομαι, σέβομαι κ.ά.). Από τα αποθετικά ρήματα:
λέγονται μέσα αποθετικά όσα έχουν μόνο μέσο αόριστο (α” ή β’) με ενεργητική διάθεση:
αισθάνομαι – ήσθόμην, ασπάζομαι – ήσπασάμην, εντέλλομαι – ένετειλάμην. έπομαι – έσπόμην, θεώμαι (= παρατηρώ) – έθεασάμην, καρπούμαι – έκαρ-πωσάμην, μηχανώμαι (= επινοώ, μηχανεύομαι) – έμηχανησάμην, πυνθάνο-μαι – έπυθόμην, ύπισχνουμαι – ύπεσχόμην, φθέγγομαι – έφθεγξάμην κ.ά.
λέγονται παθητικά αποθετικά όσα έχουν αόριστο μόνο παθητικό μ1 ενεργητική διάθεση:
άμιλλώμαι – ήμιλλήθην, βούλομαι – έ(ή)βουλήθην, διανοούμαι – διενοήθην, δύνομαι – έ(ή)δυνήθην, έναντιονμαι – ήναντιώθην, επιμελούμαι – έπεμελή-θην.
οϊομαι και οίμαι (= φρονώ) – φήθην κ.ά.
λέγονται μεικτά αποθετικά όσα έχουν και μέσο αόριστο μ” ενερ­γητική διάθεση και παθητικό αόριστο με παθητική διάθεση: αίτιώμαι (= κατηγορώ) – ήτιασάμην (= κατηγόρησα) – ήτιάσθην (= κατη­γορήθηκα)·
βιάζομαι (= στενοχωρώ) – έβιασάμην (= στενοχώρησα) – έβιάσθην (= στενοχωρήθηκα)-
δωροΰμαι (= χαρίζω) – έδωρησάμην (= χάρισα) – έδωρήθην (= δόθηκα σαν δώρο)’
εργάζομαι – είργασάμην (= τελείωσα κάποια εργασία, έκαμα) – είργάσθην (~ εκτελέστηκα, έγινα)»
ίώμαι (= γιατρεύω) – ΐασάμην (— γιάτρεψα) – ιαθην (= γιατρεύτηκα, θεραπεύτηκα)-
κτώμαι (= αποκτώ) – έκτηαάμην (= απόκτησα) – έκτήθην (= αποκτήθη­κα)· λυμαίνομαι (= βλάφτ<η) – έλυμηνάμην (= έβλαψα) – έλυμάνθην (= βλάφτη-κα)·
μιμούμαι (~ κάνω κάτι κατ” απομίμηση, παριστάνω) – έμιμησάμην (= έ­καμα κάτι κατ” απομίμηση, παράστησα) – έμιμήθη (= έγινε κάτι κατ” απομίμηση)-
χρώμαι (– χρησιμοποιώ) – έχρησάμην (= χρησιμοποίησα) – έχρήσθην (= χρησιμοποιήθηκα)-
ώνοϋμαι (= αγοράζω) – έπριάμην (= αγόρασα) — έωνήθην (— αγοράστη­κα) κ.ά.
Γ’. Ρήματα απρόσωπα ή τριτοπρόσωπα
361. Ρήματα απρόσωπα ή τριτοπρόσωπα λέγονται -εκείνα που συνηθίζονται μόνο ή κυρίως στο τρίτο πρόσωπο, χωρίς προσοιπικό υποκείμενο (πβ. τα νεοελλ. κρέπα, μέλει κτλ.). Συνηθισμένα απρόσωπα ρήματα στην αρχαία ελληνική είναι:
τα ρ. <5εΓ πρέπει), χρή (βλ. $ 351. 12). προσήκει (= αρμόζει), δοκεί{ φαίνεται), μέλει (μοι) 1=(με) νοιάζει, υπάρχει φροντίδα!. μι:τα-μέλει έρχεται μετάνοια- μεταμέλει μοι μετανιώνω, μεταμέλει σοι = μετανιώνεις κτλ.), μέτεστι υπάρχει συμμετοχή* μέτεστί μοί τίνος = συμμετέχω σε κάτι), ένεση (– είναι δυνατό, μπορεί), εξεστι (= επιτρέπε­ται), είμαρται, πέπρωται (βλ. § 351. 13 και 14) κτλ.
Τα ρ. λέγεται, ομολογείται, άγγέλλεται, άδεται, θρυλείται, νομίζεται κτλ,, όταν έχουν υποκείμενο απαρέμφατο.
31ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΚΛΙΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1. Επιρρήματα
362. Επιρρήματα λέγονται οι άκλιτες λέξεις που προσδιορίζουν κυ-
ρίως τα ρήματα και φανερώνουν τόπο, χρόνο, τρόπο, ποσό, βεβαίωση ή
άρνηση κτλ.
Τα επιρρήματα κατά τη σημασία τους είναι:
τοπικά (όσα σημαίνουν τόπο): πού; πψ ποϊ; όπου, ένθα, ένθάδε, έκεϊ, αύτοϋ, άνω, κάτω, εγγύς, έσω, έξω κ.ά.·
χρονικά (όσα σημαίνουν χρόνο): πότε; ό’τε, τότε, όπηνίκα, πηνί-κα; ποτέ (-■ κάποτε), νΰν, πριν, έπειτα, πάλαι, χθες, σήμερον, αύριον, αύ, αύθις (– πάλι) κ.ά.’
τροπικά (όσα σημαίνουν τρόπο): πώς; πψ, ούτω(ς), ώδε (= έτσι), όπως, ώς (–καθώς), ώσπερ, εύ, καλώς, κακώς, σωφρόνως κ.ά.·
ποσοτικά (όσα σημαίνουν ποσό): πόσον; όσον, τόσον, όπόσον, πο­λύ, μάλα, άγαν, λίαν, πάνυ, σφόδρα, ολίγον, ποσάκις, τοσάκις, πολλάκις, δ/ς, τρις, τετράκις κτλ.·
βεβαιωτικά (όσα σημαίνουν βεβαίωση): ι·α/’, μάλιστα, δή (= βέ­βαια), δήτα (= βέβαια, χωρίς αμφιβολία), ή {-■- αλήθεια) κ.ά.·
αρνητικά (όσα σημαίνουν άρνηση): ού (βλ. § 61, 2), μή’
διστακτικά (όσα σημαίνουν δισταγμό): άρα (= άραγε), μών (= μήπως), τάχα, Ίσως κ.ά.
Συσχετικά επιρρήματα
363. Από τα τοπικά, χρονικά, τροπικά και ποσοτικά επιρρήματα:
1) όσα εισάγουν ερώτηση λέγονται ερωτηματικά* 2) όσα έχουν uopi-
στη σημασία λέγονται αόριστα* 3) όσα σημαίνουν δείξιμο λέγονται δεικτικά* 4) όσα αναφέρονται σε λέξη άλλης πρότασης λέγονται αναφο­ρικά.
Τα ερωτηματικά, τα αόριστα, τα δεικτικά και τα αναφορικά επιρρή­ματα λέγονται μαζί συσχετικά επιρρήματα (πβ. §§ 243 – 244).
363ο. ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ
Ερωτηματικά Αόριστα Δεικτικά Αναφορικά
Για στάση σ” έναν τόπο ποιϊ»; πού (= κάπου) ένθάδε, ενταύθα, αύτοΰ, έκεΐ ου (~ εκεί όπου). όπου, ένθα, δθι
Τοπικά Για κίνηση από έναν τόπο ποί7 (=.- προς ποιο μέρος;) ποι (= κάπου, προ κάποιο μέρος) ένθάδε, έντανθα, αϋτόσε, έκεϊσε οί, οποί (— προς τα εκεί όπου), ένθα
ο •ο
C >
3 θ» πόθεν; ποθέν (= από κά­ποιο μέρος) ένθένδε (=απ” ε­δώ), εντεύθεν, ε­κείθεν δθεν {= απ” όπου), οπόθεν, ένθεν
■ΰ
ο >< πότε; πηνι’κα; (— κατά ποια ώρα;) ποτέ (–■– κάποτε) τότε, ■ τηνίκα, τηνι-κάδε, τηνικαΰτα (=εκείνη την ώρα) ό’τε, οπότε, ήνίκα, όπηνι’κα (— την ώρα που)
Τροπικά πώς: πώς (-■ κάπως) ού’τω(ς), ώδε
(= έτσι, ως εξής) ώς (= όπως), ώσ-περ (– όπως ακρι­βώς). Οπως
Τοπικά ή τροπικά πή; (= σε ποιο μέρος; πού: – ή πώς;) πρ {= σε κάποιο\ τόπο. κάπου – ή κάπως) τήδε, ταύτη
(=σ» αυτόν τον τό-
το. εδώ – ή έτσι) (ί, όπρ (= όπου – ή όπως)
Ε τόσον, τοσόνδε, τοσούτον ό’που, όπόσον
2. Προθέσεις
Προθέσεις λέγονται οι άκλιτες λέξεις που συνήθως μπαίνουν εμπρός από κλιτές λέξεις και φανερώνουν διάφορες σχέσας, όπως τα επιρρήματα.
Από τις προθέσεις:

λέγονται κύριες προθέσεις όσες χρησιμοποιούνται και στη σύντα­ξη εμπρός από τις πλάγιες πτώσεις των πτωτικών (π.χ. έν τή πάλει, συν αύτώ) και σε σύνθεση με άλλες λέξεις (π.χ. έντιμος, συντυγχάνω- βλ. § 42Ι)- αυτές είναι 18, οι 6 μονοσύλλαβες και οι 12 δισύλλαβες:
εις, έν, εκ ή εξ, πρό, πρός, σύν
άνά, διά, κατά, μετά, παρά – άμφί, αντί, έπί, περί – άπό, υπό – υπέρ·
λέγονται καταχρηστικές προθέσεις όσες χρησιμοποιούνται μόνο στη σύνταξη εμπρός από τις πλάγιες πτώσεις των πταηικών (και όχι σε σύνθεση με άλλες λέξεις)- αυτές είναι οι ακόλουθες εννιά:
α) με γενική: άχρι, μέχρι, άνευ, χωρίς, πλην, ένεκα ή ένεκεν Π.χ. άχρι της νυκτός, μέχρι τοΰδε κτλ.)»
β) μ” αιτιατική: α>ς, νή, μά (π.χ. ώς έμέ = σ” εμένα, προς εμέ” νή τον Δία” μά τούς θεούς).
3. Σύνδεσμοι
Σύνδεσμοι λέγονται οι άκλιτες λέξεις που χρησιμεύουν για να συνδέουν με ορισμένους τρόπους λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους: έγώ και σύ — έπαιάνιζόν τε οί Έλληνες και ήρχοντο άντίοι ίέναι πρός τούς πο­λεμίους.
Οι σύνδεσμοι κατά τη σημασία τους είναι συμπλεκτικοί, δια­ζευκτικοί (ή διαχωριστικοί), αντιθετικοί (ή εναντιωματικοί), παραχωρη­τικοί (ή ενδοτικοί), χρονικοί, αιτιολογικοί, τελικοί, συμπερασματικοί, ει­δικοί, υποθετικοί, ερωτηματικοί, ενδοιαστικοί (ή διστακτικοί).
[) Συμπλεκτικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που συμπλέκουν, δηλ. συνενώνουν (καταφατικά- ή αποφατικά), λέξεις ή προτάσεις: καταφατικοί: τε, καί” άποφατικοί: ούτε, μήτε – ουδέ, μηδέ.
Διαζευκτικοί ή διαχωριστικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που συν­δέουν διαζευκτικά (δηλ. διαχοφίστικά) λέξεις ή προτάσεις: ή, ήτοι, είτε, έάντε, άντε, ήντε.
Αντιθετικοί ή εναντιωματικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που σημαί­νουν ότι εκείνα που συνδέονται με αυτούς είναι αντίθετα μεταξύ τους: μέν, δέ, μέντοι, όμως, αλλά, άτάρ (= όμως), μην (= όμως), άλλά μήν (= αλλά όμως), και μην (= και όμως), ον μην άλλά {- αλλά όμως), καί­τοι και όμως).
Παραχωρητικοί ή ενδοτικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους συνδέονται δύο νοήματα κάπως ασυμβίβαστα μεταξύ τους και που το ένα δηλώνει παραχώρηση (συγκατάβαση) προς το άλλο (πβ. τα νεοελλ. αν και ο καιρός δεν είναι καλός, θα πάω στο κυνήγι – εργάζεται, μολονότι είναι άρρωστος).
Παραχωρητικοί σύνδεσμοι είναι: εί και, άν και – και εί, καϊ αν, καν (= και αν ακόμη) – ούδ” εί, ούδ” εάν, μηδ” εάν (= ούτε και αν) – καίπερ (= αν και): νοείς τοΰτο, εί καϊ μή οράς – γελά δ” ό μώρος, καν (= και αν) τι μή γελοίον ή.
Χρονικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρό­ταση που καθορίζει το χρόνο μιας ενέργειας:
ώς – οτε, οπότε – οσάκις, όποσάκις – ήνίκα, όπηνίκα – έπεί, επειδή – άταν, οπόταν, έπάν, έπειδάν – έως, έστε, άχρι, μέχρι, πριν.
Αιτιολογικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται έ­να νόημα που είναι αιτία ή δικαιολογία άλλου:
γάρ – ότι, ώς, διότι, έπεί, επειδή.
Τελικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρότα­ση που φανερώνει το” τέλος (δηλ. το σκοπό) μιας ενέργειας:
ίνα, οπως, ώς (= για να).
Συμπερασματικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγε­ται ένα νόημα που φανερώνει συμπέρασμα άλλου προηγουμένου: ά­ρα, δή, δητα, ούν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαρουν – ού’κουν, οΰκοΰν – ώστε, ώς.
Ειδικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρότα­ση που συμπληροινει την έννοια άλλης πρότασης ως αντικείμενο ή ως υποκείμενο ή επεξηγεί κάποια λέξη άλλης πρότασης: άτι, ώς.
Υποθετικοί λέγονται οι σύνδεσμοι που εισάγουν υπόθεση: εί, έάν, αν, ήν.
Ενδοιαστικοί ή διστακτικοί λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που εκφράζει ενδοιασμό (δηλ. φόβο ή δι­σταγμό για κάτι ανεπιθύμητο): μή, μή ού.
4. Επιφωνήματα
368. Επιφωνήματα λέγονται οι άκλιτες λέξεις που φανερώνουν ψυ­χικό πάθημα, όπως θαυμασμό, ενθουσιασμό, χαρά ή αγανάκτηση, απο­στροφή, λύπη κτλ.
369. Τα επιφωνήματα της αρχαίας ελληνικής είναι:
θαυμαστικά: ά! ώ! βαβαί! παπαΐ!
γελαστικά: ά – ά – α!
θειαστικά (δηλ. όσα φανερώνουν ενθουσιασμό): Γ,ύοΠ εύάν!
σχετλιαστικά (δηλ. όσα φανερώνουν λύπη ή αγανάκτηση): ίώϊ ιού! ούαίϊ οϊμοιϊ φευ! παπαΐ!
κλητικό: ώ.
5. Μόρια
370. Μόρια λέγονται άκλιτες λέξεις, οι περισσότερες μονοσύλλαβες, που δεν ανήκουν κανονικά σ” ένα ορισμένο μέρος του λόγου.
Αυτά έχουν κυρίως επιρρηματική σημασία και χρησιμοποιούνται στο λόγο βοηθητικά. Τέτοια είναι στην αρχαία ελληνική τα ακόλουθα:
Τα εγκλιτικά χοί, γέ, πέρ, πώ, νΰν (βλ. § 42, 5).
Το ευχετικό είθε, που εκφράζει ευχή: ει’θε είχες βελτιους φρένας -εϊθε υγιαίνοις.
Το δυνητικό αν, που σημαίνει κάτι που μπορεί ή που μπορούσε να γίνει: εϊπον άν (–μπορούσα να πώ).
Το αοριστολογικό αν, που είναι παραλλαγή του δυνητικού άν και σημαίνει τυχόν ή ίσως: δς άν (= που τυχόν, ο οποίος τυχόν), οπού άν (— όπου τυχόν) κτλ.
Τα αιτιολογικά άτε, οίον ή οίον δή, οία ή οία δή, που συνάπτονται με μετοχή και σημαίνουν αιτία πραγματική: άτε ών, οίον (δή) ών, οία (δή) ών (– γιατί πράγματι είναι).
Τα αχώριστα δηκτικά μόρια -δε και -ί, που βρίσκονται προσκολ­λημένα στο τέλος ορισμένο)ν λέξειον kul σημαίνουν δείξιμο: (ό, ή, τό) ο-δε, ήόε, τόδε (τοΐος, τόσος, τηλίκος), τοιόσδε, τοσόσδε, τηλικόσδε, (ού­τος) ούτοσί, αύτηί, τουτί, (δδε) όδί, ήδί, τοδί, (ούτως) ούτωσί, (ώδε) ώδι κτλ. (πβ. §§ 223 και 224, 3).
Τα αχώριστα προτακτικά μόρια ά-, νη-, δυο-, άρι-, ζα-, κτλ. που ποτέ δε λέγονται μόνα τους, παρά συνηθίζονται μόνο στή σύνθεση ως πρώτα συνθετικά σύνθετων λέξεων (βλ. § 423).
6. Άκλιτα με πολλαπλή σημασία
371. Μερικές άκλιτες λέξεις ανήκουν σε διάφορα μέρη του λόγου και έχουν ποικίλες σημασίες, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας:
άν I. υποθετ. σύνδ. (§ 367, 10)” 2. δυνητικό και αοριστολογικό
μόριο (§ 370, 3 και 4)” 3. μαζί με το και παραχο>ρητικός σύνδεσμος (άν και, καϊ άν, § 367, 4)-
άχρι I. καταχρηστ. πρόθεση (§ 365, 2)” 2. χρονικός σϋνδ. (§ 367,
5)’
έάν 1. υποθετ. σύνδ. (§ 367, 10)” 2. μαζί με το ουδέ ή μηδέ πα-
ραχοφητικός σύνδ. (ούδ” έάν, μηδ” έάν, § 367, 4)’
εί 1. υποθετ. σύνδ. (§ 367, 10)” 2. μαζί με το και παραχοφητ.
σύνδ. (ει και, και εί, § 367, 4)’
έπεί 1. χρον. σύνδ. (§ 367, 5)· 2. αιτιολογ. σύνδ. (§ 367, 6)·
επειδή βλ. παραπάνω έπεί·
ήνίκα βλ. ό’τε·
μέχρι βλ. άχρι-
όπηνίκα βλ. ό’τε-
οπότε βλ. ά’τε’
δπως I. επίρρ. τροπικό αναφορικό (= καθώς) (§ 362, 3)” 2. τελι-
κός σύνδ. (= για να) (§ 367, 7)’
ό’τε 1. επίρρ. χρονικό αναφορικό (= και τότε) (§ 362, 2)» 2. χρο-
νικός σύνδ. (= όταν, τότε που) (§ 367, 5)” έτσι και tu οπότε, ήνίκα, όπηνίκα’
ό’τι I. σύνδ. αιτιολογ. (= γιατί) (§ 367, 6)· 2. σύνδ. ειδικός (§
367, 9)» 3. ό’,τι αναφορ. αντωνυμία (§ 240, 3)·
πριν I. επίρρ. χρον. (§ 362, 2)· 2. σύνδ. χρον. (§ 367, 5)·
ώς 1. επίρρ. τροπικό αναφορικό (= καθώς, σαν) (§ 362, 3)» 2.
καταχρηστ. πρόθ., στη θέση της πρόθ. εις (= σε, προς) (§ 365, 2)- και εμπρός από αριθμητικά (= περίπου) (ώς είκοσι = περίπου είκοσι)- 3. χρονικός σύνδ. (§ 367, 5)- 4. αιτιολογ. σύνδ. (§ 367, 6)· 5. τελικός σύνδ. (§ 367, 7)- 6. συμπερα-σματ. σύνδ. (§ 367, 8)- 7. ειδικός σύνδ. (§ 367, 9)- 8. κάπο­τε εισάγει ανεξάρτητες επιφωνηματ. προτάσεις (~ πως, πό­σο, τι) (π.χ. ώς καλός μοι ό πάππος!)· 9. εμπρός από υπερθε­τικά επιτείνει τη σημασία τους (π.χ. ώς τάχιστα, ώς μάλιστα, ώς ή’διστα) κτλ.
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ

32ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Οι περισσότερες λέξεις σχηματίστηκαν από άλλες με παραγωγή ή με σύνθεση:
α) με παραγωγή: δίκη – δικάζω, δικαστής, δικαστικός-β) με σύνθεση: (λόγος + γράφω) λογογράφος, (ξίφος + μάχαιρα) ξιφο-μάχαιρα.
Το μέρος της γραμματικής που εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους σχηματίζονται οι λέξεις λέγεται ετυμολογικό.
Κατά την παραγωγή και τη σύνθεση δεν παίρνονται συνήθως ακέραιες οι λέξεις, παρά θέματα λέξεων. Π.χ.
παραγωγή: από τη λ. βαίνω (θ. βα-) σχηματίζεται η λ. βα-τός-σύνθεση: από τις λ. vau-ς + πήγ-νυμι σχηματίζεται η λ. ναυ-πηγ-ός.
1) Η λέξη που από το θέμα της σχηματίζεται με παραγωγή μια νέα λέξη λέγεται ώς προς αυτή πρωτότυπη* η νέα λέξη που παράγεται λέγεται παράγωγη: δίκη (πριοτότυπη) – δικάζω (παράγωγη).

Το αρχικό θέμα που απ” αυτό βγαίνει μια σειρά από παράγωγες λέξεις με διάφορους μετασχηματισμούς λέγεται ρίζα.
Π.χ. ρίζα γραφ-: γράφ-ω, γραφ-εύς, γραφ-εΐον, γραφ-ή, γραφ-ίς (γεν. γραφ-ίδος), γραφ-ίδ-ιον, γραφικός, γραπ-τός, γραμ-μή, γραμ-μ-ικός, γράμ­μα (γεν. γράμματ-ος\ γραμματ-ίζω (= διδάσκω γράμματα), γραμματ-ιστής, γραμματεύς, γραμματεύ-ω κτλ., όπου από τη ρίζα γραφ- βγαίνουν τα θέματα γραφ-, γραφώ-, γραπ-, γραμ-, γραμματ-, γραμματευ- κτλ.
Η λέξη που δεν παράγεται από άλλη, παρά σχηματίζεται απευ­θείας από κάποια ρίζα, όταν προστεθεί σ” αυτή μια κατάληξη, λέγεται ριζίκή λέξη.
Π.χ. γράφω, φη-μί, (έσ-μί) εί-μί, ναϋ-ς, φλόγ-ς, λίθο-ς κ.ά.
376. 1) Η λέξη· που σχηματίζεται από δύο άλλες (ριζικές, πρωτότυ-
πες ή παράγωγες) με την ένωση των θεμάτων τους, λέγεται σύνθετη λέ-
ξη. Έτσι π.χ. από το φιλώ και τιμή έγινε η σύνθετη λ. φιλότιμος» από το
ναυ-ς και μάχ-ομαι έγινε η σύνθετη λ. ναυμάχος.
2) Κάθε λέξη που δεν είναι σύνθετη λέγεται απλή λέξη. Η απλή λέ­ξη μπορεί να είναι ριζική (δίκη, γράφω) ή παράγωγη (δίκαιος, γραφεϋς).
Οι δύο λέξεις που ενώνονται και σχηματίζουν μια σύνθετη λέ­ξη λέγονται συνθετικά μέρη. Η πρώτη απ” αυτές λέγεται πρώτο συνθετι­κό (μέρος) και η δεύτερη λέγεται δεύτερο συνθετικό (μέρος). Έτσι π.χ. της σύνθετης λέξης βιβλιοπώλης συνθετικά μέρη είναι οι λέξεις βιβλίον (α” συνθετικό) και πωλώ (β” συνθετικό).
Οι παράγωγες λέξεις που δεν παράγονται από άλλες απλές λέ­ξεις, παρά από σύνθετες, λέγονται παρασύνθετες λέξεις ή παρασύνθετα. Π.χ. από τη σύνθετη λ. φιλόσοφος παράγεται η παρασύνθετη φιλοσοφώ (βλ. § 429).

 

33ο ΚΕΦΑΛΑΪΟ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Προεισαγωγικές παρατηρήσεις για την παραγωγή
379. Είδαμε (§ 374) ότι κατά την παραγωγή παίρνεται ως βάση το θέμα της πρωτότυπης λέξης και απ» αυτό σχηματίζεται η παράγωγη. Ειδικότερα στην παραγωγή παρατηρούμε τα ακόλουθα: Ι) Το θέμα της πρωτότυπης λέξης από το οποίο σχηματίζεται η πα­ράγωγη σπάνια μένει ακέραιο και αμετάβλητο· συνήθως παρουσιάζονται σ1 αυτό διάφορες παθήσεις και μεταβολές. Π.χ. δούλος (θ. δούλο-): δονλό-ω -ώ το θέμα μένει αμετάβλητο δούλος (θ. δούλο-): δουλεύω αποβολή του τελικού φθόγγου του θέματος δουλόω -ώ (θ. δούλο-): δούλω-σις έκταση του χαρακτ. ο σε ω (βλ. § 62. 7. β)
πέμπυ) (θ. πεμπ-): πομπ-ός τροπή του φων. ε σε ο (βλ. § 62, 6) ρήγνυμι (θ. ρηγ-): ρωγ-μή τροπή του φων. η σε ω (βλ. § 62, 6) έχω (θ. σεχ-): σχ-έ-σις συγκοπή του <pcov. ε (βλ. § 62, 1).
2) Στο θέμα της πρωτότυπης λέξης (είτε αμετάβλητο είτε τροπο­ποιημένο), για να σχηματιστεί μιά παράγωγη λέξη, προσθέτεται κανονι­κά ορισμένο στοιχείο που λέγεται παραγωγικό πρόσφυμα. Π.χ.
άρόω -ώ (θ. άρο): άρο-τρο-ν (παραγωγ. πρόσφυμα -τρο-)
δούλος (θ. δούλο-): δουλ-εύ-ω ( » » -ευ-)-
λΰ-ω (θ. λυ-): λύ-σι-ς ( » » -σι-)
Στο παραγωγικό πρόσφυμα (-τρο-, -ευ-, -σι- κτλ.) προσθέτεται η νέα κατάληξη της παράγωγης λέξης (-ν, -ω, -ς κτλ.). Έτσι το παραγωγι­κό πρόσφυμα μαζί με την κατάληξη απαρτίζει ένα σύνολο που λέγεται παραγωγική κατάληξη: -τρον, -εύω, -σις κτλ.
Οι παράγωγες λέξεις μπορεί να είναι ουσιαστικά (γράψω – γρα-φεύς), επίθετα (γράφω – γραπτός), ρήματα (βασιλεύς – βασιλεύω) ή επιρ­ρήματα (δίκαιος – δικαίως).
α’. Παράγωγα ουσιαστικά
Τά ουσιαστικά παράγονται α) από ρήματα: γράφ-ω: γραφεύς, β) από επίθετα: δίκαιος: δικαιοσύνη, γ) από άλλα ουσιαστικά: πό-λις: πολίτης.
α) Ουσιαστικά παράγωγα από ρήματα
Τα ουσιαστικά που παράγονται από ρήματα σημαίνουν:

το πρόσωπο που ενεργεί. Παραγωγικές καταλήξεις τους είναι οι ακόλουθες (βλ. § 379, 3):
-εύς γράφ-ω: γραφ-εύς, νέμ-ω: νομεύς, τίκτ-ω: τοκ-εύς κτλ.
-ός τρέ<ρ-ω: τροφ-ός, πέμπ-ω: πομπ-ός, αδ-ω (θ. άειδ-): άοιδ-ός
(βλ. § 62, 6), τασσ-ω (θ. ταγ-): ταγ-ός κτλ. -μών ήγέομαι -οΰμαι (θ. ήγε-): ήγε-μών, κήδ-ομαι (θ. κηδ-, κηδε-):
κηδε-μών κτλ.
-άς φεύγ-ω (θ. φευγ-, φυγ-): φυγ-άς, νέμ-ω: νομ-άς κτλ.
-της ποιέ-ω -ώ: ποιη-τής (θηλ. ποιή-τρια), αυλέ-oj -ώ: αύλη-τής
(θηλ. αύλη-τρίς), εργάζομαι: έργά-της (θ. έργά-τις) κτλ. -τήρ καλέ-oj -ώ (θ. καλε-, κλη-): κλη-τήρ, σώζω: σω-τήρ (θηλ. σώ-
τειρα) κτλ.
-τωρ λέγ-ω (θ. ρη-, ρη-θήσομαι): ρή-τωρ, συλ-λαμβάνω (θ. λαβ-): συλ-λήπ-τωρ (θηλ. συλ-λήπ-τρια\ πράττω (θ. πραγ-): πράκ-τωρ κτλ.
την ενέργεια, το πάθος ή την κατάσταση: παραγωγικές καταλή­ξεις:
-σις λΰ-ω: λό-σις, παύ-ω: παΰ-σις, γεύ-ομαι: γεΰ-σις, κρού-ω: κροΰ-
σις” στέφ-ω: (στέφ-σις =) στέψις, τρέφ-ω: (τρέφ-σις=) θρέψις (βλ. § 69, 1) λαμβάνω (θ. λαβ-, ληβ-): (λήβ-σις –) λήψις- μείγ-ννμι: (μεΓγ-σις ~) μείξις, ψύχ-ω: (ψΰχ-σις =) ψϋξις· αί’ρ-ω (θ. άρ-): άρ-σις, καθαιρώ (θ. καθαρ-): κάθαρ-σις, εγείρομαι (θ. έγερ-): έγερ-σις, κλίνω: κλί-σις, κρίνω; κρί-σις (πβ. § 309, α)· γεννά-ω -ώ: γέννη-σις, δρά-ω -ώ: δρά-οις, αίτιά-ομαι -ώμαι: αίτία-σις, όρά-ω ώ; ορα-σις” αίρέ-ω -ώ: αί’ρε-σις, ποιέ-ω -ώ: ποίη-σις” δηλό-ω -ώ: δήλω-σις, άρό-ω -ώ: άρο-σις (βλ. § 331, γ, 1)» άλίσκομαι (θ. άλω-): άλω-σις, χρή-ομαι -ώμαι (θ. χρη-): χρή-σις” Γ-στη-μι (θ. στη-, στα-): στά-σις, τί-ϋη-μι (θ. θη-, θε-): θέ-σις, άφ-ί-η-μι (θ. ή-, έ): άφ-ε-σις, έν-ί-η-μι: έν-ε-σις, δί-δω-μι (θ. Οω-, δο-): δό-σις κ.ά.
-σία δοκιμάζω: δοκιμα-σία, εργάζομαι: έργα-σία, θύ-ω: θυ-σία, ξη-
ραίνω; ξηρα-σία, σημαίνω: σημα-σία, υγραίνω: ύγρα-σία κ.ά.
ή γράφ-ω: γραψ-ή, άμείβ-ω: άμοιβ-ή, πέμπ-ω: πομπ-ή, θάπτ-ω:
ταφ-ή, στρέφ-ω: στροφ-ή, φυλάττω (θ. φυλακ-): φνλακ-ή, σφάτ-τω (θ. σφαγ-) αφαγ-ή, ταράττω (θ. ταραχ-): ταραχ-ή, άρήγ-ω βοηθώ): άρωγ-ή (βλ. § 62, 6) κ.ά.
-ά (όταν προηγείται ρ): άγείρω (θ. άγερ-): άγορ-ά, φθείρω (θ.
φθερ-): φθορ-ά, χαίρω (θ. χαρ-): χαρ-ά κ.ά.
-ία μαίνομαι (θ. μαν-): μαν-ία, άγγέλλω: άγγελ-ία, όμιλέ-ω: όμιλ-ία,
μαρτυρέ-ω -ώ: μαρτυρ-ία κ.ά.
-εία (ιδίως από ρήματα σε -εύω): αριστεύω: αριστεία, βασιλεύω:
βασιλεία, δουλεύω: δουλεία, θεραπεύω: θεραπεία, κολακεύω: κολακεία, λατρεύω: λατρεία, μαντεύω: μαντεία, παιδεύω: παι­δεία κ.ά.
Σε τέτοια παράγωγα η κύρια παραγωγική κατάληξη είναι -ία (όπως στα προηγούμε­να)· αλλά η κατάληξη αυτή μαζί με το προηγούμενο φωνήεν του θέματος παρουσιάζεται nu.v -εία: βασιλε-ia – βασιλεία.
-ος (άρσ. της β” κλίσης): τρέμω: τρόμ-ος, τρέπω: “τρόπ-ος, ψέγω:
ψόγ-ος” πλέυι: πλό-ος – πλους, ρέ-ω: βό-ος – ρους κ.ά.
-μός άγείρω (θ. άγερ-): άγερ-μός, δέω – δώ (= δένω), (θ. δεσ-): δεσ­μός, οδύρομαι: όδυρ-μός, σείω (θ. σεισ-): σεισ-μός
-(ε)τός τρυγά-ω -ώ: τρυγη-τός, κωκύω; κωκυ-τός, κόπτω: κοπ-ετός, νείφει (= χιονίζει· από θ. νιφ-): νιφ-ετός, πήγ-νυμι (θ. πηγ-, παγ-): παγ-ετός, τίκτω (θ. τεκ-, τοκ-): τοκ-ετός, υω (= ρίχνω βροχή, βρέχω): ύ-ετός κ.ά.
3) το αποτέλεσμα της ενέργειας: παραγωγικές καταλήξεις;
-μα βουλεύω: βούλευμα, ιδρύω: ΐδρυ-μα, μηνύω: μήνυμα- πταίω (θ.
πταισ-): πταίσ-μα, χρίω (θ. χρισ): χρίσ-μα” τιμάω -ώ: τίμημα, ποιεω ώ: ποίη-μα, ζημιόω -ώ: ζημίω-μα” βλέπω: βλέμμα, τρί­βω: τρΐμ-μα, γράφω: γράμ-μα” πλέκω: πλέγ-μα, πράττω (θ. πραγ-): πράγ-μα, όρύττω (θ. όρυχ-): όρυγ-μα· πλάττω (θ. πλαθ-)·, πλάσμα- άγγέλλω: άγγελ-μα, σφάλλω: σφάλμα, καθαιρώ: κάθαρμα, υφαίνω (θ. ύφαν-): ύφασμα, τέμνω (θ. τεμ-, τμη-) τμή-μα, βαίνω (θ. βα-, βη): βήμα κ.ά.
-μη γράφω: γραμ-μή, βήγνυ-μι (θ. βηγ-, βωγ-): βωγ-μή· φη-μί: φή-
μη, γι-γνώ-σκω: γνώ-μη κ.ά.
-ος (ουδ. γ” κλίσ.): λανθάνω (θ. λαθ-): λάθος, πάσχω (θ. παθ-):
πάθ-ος, ψεύδομαι: ψεϋδ-ος κ.ά.
4) το όργανο ή το μέσο μιας ενέργειας: παραγωγικές καταλήξεις:
-τρον άρόω ώ: άρο-τρον, πλήττω (θ. πληγ-): (πλήγ-τρον —) πλήκ-
τρον,
ή σείω (θ. σεισ-): σεΐσ-τρον, σημαίνω (θ. σημαν-): σήμαν-τρον,
-θρον σκήπτω (= στηρίζω): σκήπ-τρον, φοβέω ώ: φόβη-τρον κλείω: κλεΐ-θρον κ.ά.
Πολλά τέτοια παράγωγα στον πληθυντικό σημαίνουν αμοιβή για τη σχετική ενέρ­γεια: διδάσκω: δίδακ-τρα, λύω: λύ-τρα, τρέφω: θρέπ-τρα (= αμοιβή για την τροφή) κ.ά.
-τρα ή ξύω (θ. ξυσ-): ξύσ-τρα, χέω (θ. χυ-, πβ. έ-χύ-θην): χύ-τρα” άπο–θρα βαίνω (θ. βα): άπο-βά-θρα κ.ά.
-τήρ ζώννυμι (θ. ζωσ-): ζωσ-τήρ, καίω (καυ-): καυ-τήρ, λάμπω:
λαμπ-τήρ, λούω: λουτήρ, νίπτω: νιπ-τήρ κ.ά. -τηρία βαίνω (θ. βα-): βα-κ-τηρία κ.ά.
-τήριον πίνω (θ. πο): πο-τήριον, εγείρω (θ. έγερ-): έγερ-τήριον, αισθά­νομαι (θ. αίσθε): αίσθη-τήριον κ ά.
-ανον γλύφω (= σκαλίζω): γλύφ-ανον, δρέπω: δρέπ-ανον κ.ά.
-άνη σκάπτω: σκαπάνη, χέω (= χύνο»): χοάνη κ.ά.
-όνη άγχω (= σφίγγω το λαιμό, πνίγω): αγχόνη, πείρω (= τρυπώ) (θ. περ-Υ περ-όνη κ.ά.
-ί’ς (γεν. -ίδος) γράφω: γραφ-ίς, γλυφοί: γλυφ-ίς, προβόσκω:
προβοσκίς κ.ά.
-εύς σφάττω (θ. σφαγ): σφαγ-εύς (= ξίφος), τέμνω: τομ-εύς (= όρ­γανο με το οποίο κόβομε) κ.ά.
5) τον τόπο όπου γίνεται μια ενέργεια* παραγωγικές καταλήξεις:
-τήριον βουλεύω: βουλευ-τήριον, δικάζω: δικασ-τήριον, εργάζομαι: έργασ-τήριον, όρμάομαι -ώμαι: όρμη-τήριον κ.ά.
-τρα όρχέομαι -οΰμαι; όρχήο-τρα, παλαίω: παλαίστρα κ.ά.
-τρον θεάομαι -ώμαι: θέα-τρον, λέχ-ομαι (ποιητ. = κοιμούμαι): λέκ-τρον (—– κλίνη) κ.ά.
-θρον βαίνω (θ. βα-)\ βά-θρον, βέω (θ. βεε): (ρέε-θρον —) ρεϊθρον.
β) Ουσιαστικά παράγωγα από επίθετα
382. Τα ουσιαστικά που παράγονται από επίθετα είναι (θηλυκά ή ουδέτερα) αφηρημένα ουσιαστικά και σημαίνουν ιδιότητα. Συνηθισμένες παραγωγικές καταλήξεις σ1 αυτά είναι:
-ία (παροξύτονα) Ι) κυρίως από δευτερόκλιτα επίθ. σε -ος: άπι-
στος: απιστία, άπληστος: απληστία, κακός: κακία, μωρός: μω­ρία, σοφός: σοφία, φιλόπονος: φιλοπονία, φίλος: φιλία, υπερή­φανος: ύπερηφανία κ.ά.
2) από αναλογία προς αυτά παράγονται αφηρημένα ουσιαστι­κά και από μερικά τριτόκλιτα επίθετα: ευδαίμων: ευδαιμονία, αμαθής: άμαθία, άτυχης: ατυχία, δυστυχής: δυστυχία, ευτυχής: ευτυχία κ.ά.
-ειά (προπαροξύτονα) κυρίως από τριτόκλιτα σιγμόληκτα επίθ. σε
(-ε-ιά) -ης, -ες: αληθής (θ. άληθεσ-): άλήθεσ-ια – άλήθε-ια – αλήθεια-
έτσι και επιμελής: επιμέλεια, ευγενής: ευγένεια, ευσεβής: ευσέ-
βεια, υγιής: ύγίεια κ.ά.- από αναλογία προς αυτά και από δευ-
τερόκλιτα επίθ. σε -ός: βοηθός: βοήθεια, ενεργός: ενέργεια κ.ά.
-οιά (προπαροξύτονα) από συνηρημένα επίθ. της β” κλίσης σε -οος
= ους:
(-ο-ιά) εΰνοος = εΰνους: εΰνο-ιά = εδνοια· έτσι και εύρους: εϋροια,
ευπλους: εΰπλοια, άγχίνους: άγχίνοια κ.ά.
-ος (ουδέτ. της γ” κλίσης) από τριτόκλιτα επίθ. σε -ύς, -εία, -ύ:
βαθύς: βάθος, βαρύς: βάρος, ευρύς: εύρος, παχύς: πάχος, πλα­τύς: πλάτος, ταχύς: τάχος κ.ά. -σύνη από επίθ. δευτερόκλιτα και από επίθ. τριτόκλιτα σε -ων: δί-(οσύνη) καιος: δικαιοσύνη- ιερός: ίερωσύνη, αγαθός: άγαθωσύνη (-ωσύνη) (μτγν.). άγιος: άγιωσύνη (μτγν.)” σώφρων: σωφροσύνη, άφρων: αφροσύνη κ.ά. Έτσι και από το ουσ. κέρδος: κερδοσύνη. Ο φθόγγος ο πριν από το -σύνη εκτείνεται σε ω, αν η προηγού­μενη συλλαβή είναι βραχύχρονη (πβ. § 194).
-της (γεν. -τητος) από επίθ. τριτόκλιτα σε -ύς, -εΐα, -ύ:
(-υ-της) βαρύς: βαρύτης, βραδύς: βραδύτης (γεν. -ύτητος) ή βραδντής (γεν. -ντήτος). γλυκύς γλυκύτης, δριμύς: δριμύτης, ηδύς: ήδν-της, ταχύς: ταχύτης (γεν. -ύτητος) ή ταχυτής (γεν. -ντήτος) κ.ά.
(-ό-της) από δευτερόκλ. επίθ. σε -ος: αρχαίος: άρχαιότης, ίσος: ιπότης, κακός: κακότης” έτσι και από τις αόριστες αντο>νυμίες ποιος (-■– κάποιας λογής): ποιότης, ποσός (= κάμποσος): τιοσόχης
-άς (γεν. -άδος) από αριθμ. επίθετα: μόνος: μονάς, εις (γεν. r.v-ός):
ένας, δύο: δυάς, εικοσιν: εΐκάς κτλ. (βλ. § 210).

γ) Ουσιαστικά παράγωγα από άλλα ουσιαστικά
Τα ουσιαστικά που παράγονται από άλλα ουσιαστικά είναι: υποκοριστικά, μεγεθυντικά, τοπικά, περιεκτικά, πατρωνυμικά, γονεωνυ-μικά, εθνικά και παρώνυμα.
1. Υποκοριστικά
Υποκοριστικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που παριστά­νουν μικρό αυτό που σημαίνει το πρωτότυπο, είτε επειδή είναι αληθινά μικρό είτε επειδή λέγεται χαϊδευτικά ή για χλευασμό ή για καταφρόνη­ση (πβ. τα νεοελλ. παιδί – παιδάκι» πατέρας – πατερούλης· άνθρωπος -ανθρωπάκος κτλ.).
Οι πιο συνηθισμένες υποκοριστικές καταλήξεις είναι οι ακόλουθες: -άριον άνθρωπος: άνθρωπ-άριον · ίππος: ίππ-άριον · κύων (κνν-ός):
κυν-άριον παις (παιδ-ός): παιδ-άριον κ.ά.
-ιον άβαξ (άβακ-ος): άβάκ-ιον γέφυρα: γεφύρ-ιον θυγάτηρ (θυγατρ-
ός): θυγάτρ-ιον πίναξ (πι’νακ-ος): πινάκ-ιον ρύαξ (ρύακ-ος): ρυάκ-ιον σώμα (σώματ-ος): σωμάτ-ιον αλλά μερικά τρισύλλαβα που έχουν (φύσει ή θέσει) μακρό­χρονη τη συλλαβή πριν από το -ιον παροξύνονται: χώρ-ος: χωρ-ίον, ράβδος: ραβδ-ίον, σαρξ (σαρκ-ός): σαρκ-ίον, τέκν-ον: τεκν-ίον (από αναλογία προς αυτά και το νεοελλ. τοπίο(ν), που δεν το αισθανόμαστε πια ως υποκοριστικό).
Κάποτε σε ονόματα γυναικών προσθέτεται η υποκοριστική κατάλ. -ιον με θηλυκό άρθρο” Γλυκερία: ή Γλνκέρ-ιον Λεοντία: ή Λεόντ-ιον κ.ά.
-ίδιον ξίφος: ζιφ-ίδιον οικία: οίκ-ίδιον τείχος: τειχ-ίδιον βονς (βο­άς): (βο-ίδιον) βοΐδιον γή: (γη-ίδιον) γήδιον γραΰς (γρα-ός): (γρα-ίδιον) γράδιον λαγω(ός): (λαγω-ίδιον) λαγώδιον κ.ά.
-ίς (γεν. -ίδος) θύρα: θυρ-ίς- λαβή: λαβ-ίς- ζίναξ (πίνακ-ος):
πινακ-ίς· πύλη: πυλ-ΐς κ.ά.
(γεν. -Γδος) κρήνη: κρην-ίς· νήσος: νησ-ίς· ψήφος: ψηφ-ις
(= πετριιδάκι) κ.ά. -ίσκος νεανίας: νεαν-ίσκος- οίκος: οικίσκος- πύργος: πυργ-ίσκος- χι-
τών (χιτών-ος): χιτων-ίσκος κ.ά. -ίσκη κόρη: κορ-ίσκη” ή παΐς (της παιδ-ός): παιδ-ίσκη κ.ά. -ύδριον λόγος: λογ-ύδριον νέφος: νεφ-ύδριον νήσος: νησ-ύδριον κ.ά. -ύλλιον δάσος: δασ-ύλλιον” δένδρον: δενδρ-ύλλιον” είδος (= ποίημα):
είδ-ύλλιον κ.ά.
2. Μεγεθυντικά
Μεγεθυντικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που δηλώνουν εκείνον που έχει σε υπερβολικό μέγεθος αυτό που σημαίνει το πρωτότυπο. Τα μεγεθυντικά έχουν κυρίως σημασία περιγελαστική (πβ. τα νεοελλ. κεφάλας, κοιλαράς κτλ.).
Οι πιο συνηθισμένες μεγεθυντικές καταλήξεις είναι οι ακόλουθες:
-ων (γεν. -ωνος) γαστήρ (γαστρ-ός): γάστρ-ων (= κοιλαράς)- ή γνά-
θος (— σιαγόνι): γνάθ-ων (— αυτός που έχει μεγάλο σαγόνι ή
φουσκωμένα μάγουλα)» χείλος: χείλ-ων (= χειλαράς) κ.ά.
-ί’ας μέτωπο: μετωπ-ίας (= αυτός που έχει μεγάλο μέτωπο)»
3. Τοπικά
Τοπικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαίνουν τον τόπο όπου μένει ή δρα το πρόσωπο που δηλώνει το πρωτότυπο ή τον τόπο όπου γίνεται η ενέργεια.
Οι πιο συνηθισμένες παραγωγικές καταλήξεις των τοπικών είναι οι ακόλουθες:
-ιον (προπαροξύτονα) στρατηγός: στρατήγ-ιον ο τόπος όπου μέ-
νει ο στρατηγός- σήμερα: στρατηγείο)· έμπορος: έμπόρ-ιον (= εμπορικός λιμένας)· γυμνάσια (= γύμναση): γυμνάσ-ισν (= ο τόπος όπου γινόταν η γύμναση, γυμναστήριο)· ίπποφορ-βός (= ιπποτρόφος): ίπποφόρβ-ιον (= ιπποτροφείο) κ.ά.
-(ε)ίον γραφεύς: γραφείον (από το γραφέ-ιον)· κουρεύς: κουρεϊον (από το κουρέ-ιον)· χαλκεύς: χαλκεΐον (από το χαλκέ-ιον)- και με
-εΐον
παραγωγ. κατάλ. -εΐον: άρχαί: άρχεΐον (= ο τόπος όπου συ­γκεντρώνονταν οι αρχές)· διδάσκαλος: διδασκαλ-εΐον- ιατρός: ίατρ-εΐον κάπηλος: καπηλ-εΐον κ.ά.
4. Περιεκτικά
Περιεκτικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαίνουν το μέρος που περιέχει πολλά από εκείνα που φανερώνει η πρωτότυπη λέξη ή πολλά όμοια που βρίσκονται στο ίδιο μέρος. Οι πιο συνηθισμέ­νες καταλήξεις των περιεκτικών είναι οι ακόλουθες:
-ών (γεν. -ώνσς) άνθος: άνθ-ών έλαια: έλαι-ών κρίνον: κριν-ών
όρνις (δρνιθ-ος): όρνιθ-ών βόδον: βοδ-ών πεύκη: πευκ-ών πλάτανος: πλαταν-ών κ.ά.- έτσι και: άνήρ (άνδρ-ός): άνδρ-ών γυνή (γυναικ-ός): γυναικ-ών ξένος: ξεν-ών παρθένος: παρθέ­νων κ.ά.
-εών (γεν. -εώνος) περιστερά: περιστερ-εών πρόμαχος: προμαχ-εών (μεταγεν. προμαχών)· ρόδον: βοδ-εών (αλλά και ροδ-ών) κ.ά.
-ιά μόρμηξ (μύρμηκ-ος): μυρμηκ-ιά· νεοττός: νεοττ-ιά (— φωλιά μι-
κρών πουλιών)· σφήξ (σφηκ-ός): σφηκ-ιά (= φο)λιά σφηκών) κ.ά.· έτσι και στρατός: στρατ-ιά.
5. Πατρωνυμικά
Πατρωνυμικά λέγονται τα ουσιαστικά που παράγονται από κύ­ριο όνομα πατέρα ή μητέρας ή άλλου προγόνου και σημαίνουν το γιο, τη θυγατέρα ή γενικά τον απόγονο. Τα πατρωνυμικά έχουν συνήθως τις εξής καταλήξεις:
-δης Αινείας: Αίνειά-δης (θηλ. Αίνειάς -άδος)· Βορέας: Βορεά-δης (θηλ. Βορε-άς)· Βούτης (θ. Βουτά-): Βουτά-δης κ.ά.’
-άδης (από αναλογία προς τα παραπάνω που λήγουν σε -ά-δης σχη­ματίστηκαν πατρωνυμικά με την παραγωγ. κατάλ. -άδης): Ασκληπιός: Ασκληπι-άδης, Θέστιος: Θεστι-άδης (θηλ. Θε-στιάς) κ.ά.
-ίδης Δαναός: Δανα-ΐδης (θηλ. Δαναΐς)· Κρόνος: Kpov-ίδης1′ Πέλοψ I \f.v έχει θηλυκό.
-ιάδης (από αναλογία επίσης προς τα παραπάνω που λήγουν σε -ι-άδης σχηματίστηκαν πατρωνυμικά με την παραγωγ. κατάλ. -ιάδης): Λαέρτης: Λαερτ-ιάδης· Τελαμών: Τελαμων-ιάδης (θηλ. Τελαμωνιάς)· Φέρης (γεν. Φέρητ-ος): Φερητ-ιάδης (θηλ. Φερητιάς) κ.ά.
(είδης)
(“Οίδης) -ίων
(Πέλοπ-ος): Πελοπ-ίδης’- Πρίαμος: Πριαμ-ίδης (θηλ. ΠριαμίςΥ Τάνταλος: Τανταλ-ίδης (θηλ. Τανταλίς) κ.ά. Άτρεός: Άτρείδης (από το Άτρε-ίδης)· Ηρακλής (Ηρακλέ­ους): Ηρακλείδης (από το Ηρακλείδης)· Πηλεός: Πηλείδης (από το Πηλε-ίδης) κ.ά.
Λητώ (γεν. Λητό-ος = -ους): Λητοίδης (από το Λητο-ίδης, θηλ. ΛητωίςΥ
(ποιητ. κατάλ.) Κρόνος: Κρον-ίων (ο γιος του Κρόνου, ο Δίας)· Άτρεύς: Άτρείων (από το Άτρε-ίων) (—ο γιος του Ατρέα, ο Αγαμέμνονας)· ΙΊηλεύς: Πηλείων (από το Πηλε-ίων) (~ ο γιος του Πηλέα, ο Αχιλλέας) κ.ά.
6. Γονεωνυμικά
Γονεωνυμικά λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαί­νουν νεογνό ζώου ή μικρό κατά την ηλικία ζώο κάποιου είδους. Αυτά έχουν παραγωγική κατάληξη -ιδεύς:
αετός: άετ-ιδεύς” λαγώς: λαγ-ιδεΰςψ λέων (λέοντ-ος): λεοντ-ιδεός· λύκος: λυκ-ιδεύς κ.ά.
7. Εθνικά
Εθνικά λέγονται τα ουσιαστικά που παράγονται από κύρια ονό­ματα χωρών, πόλεων και γενικά τόπων και σημαίνουν εκείνον που κα­τάγεται από κάποιον τόπο ή που ανήκει σ” αυτόν. Αυτά παίρνουν συνή­θως τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:
-ιος (συνήθως θηλ. -ία): Ζάκυνθος: Ζακύνθ-ιος (θηλ. Ζακυνθ-ία)’
Κόρινθος: Κορίνθιος· Κλαζομεναί: Κλαζομέν-ιος” “Ρόδος: Ψό-δ-ιος” Σαλαμίς (-ΐνος): Σαλαμίν-ιος· Δήλος: Δήλ-ιος (θηλ. Δηλ-ιάς)· Πάρος: Πάριος· Μίλητος: Μιλήσ-ιος (από το Μιλή-τ-ιος, βλ. § 70, 4)- Συρία: Σύρ-ιος (θηλ. Σορ-ία) και Σϋρος (θηλ. Σόρα)” Σάρος (το νησί): Σύρ-ιος (θηλ. -ι’α)” Χίος (από το Χί-ιοςΥ Κίος: Κΐος (από το Κί-ιος) κ.ά.
Τα εθνικά ποο παράγονται από ονόματα σε -ους, γεν. -οϋντος λήγουν σε -οόντιος ή -ούοιος (ή -άσιος, αν εμπρός από το -ους υπάρχει φωνήεν ή ρΥ. Όποϋς (γεν. Όποΰντος: Όηούνχ-ιος· Σελινοΰς: Σελινοΰντ-ιος” Άμαθους: Άμαθούο-ιος” Δαψνοΰς: Ααφνούσ-ιος” αλ­λά Φλιοϋς: Φλι-άαιος- Ανάργυρους: Άναργυρ-άσιος κ.ά.
(-αϊος) Αθήναι: Αθηναίος (από το Άθηνά-ιος), θηλ. Αθηναί-α ή
Άτθι’ς- Κέρκυρα: Κερκυραίος (από το Κερκυρά-ιος)· Λάρισα:
Λαρισαίος (από το Λαρισά-ιος) κ.ά. (-εΐος) «Αργός (θ. Αργεσ): Αργεΐος (από το Άργέσ-ιος, Αργέ-ιος),
θηλ. Αργεία” Κέως (το νησί ΑΓε’α): ΛΓεΓος (από το ΑΓε-ζος),
θηλ. ΑΤεί’α κ.ά.
(-ώος) Κως: Κώος (από το Κώ-ιος)» έτσι και Γέλα (πόλη της Σικε­λίας): Γελ-ώος (πιθανώς από αναλογία) κ.ά.
-ει3ς (θηλ. -ίς -ίδος) Μέγαρα: Μεγαρ-εύς, θηλ. Μεγαρ-ίς· Ερέτρια:
Έρετρι-εύς, θηλ. Ερέτριας- Μαντινεία: Μαντιν-εύς, θηλ. Μαντινίς- Πλάταια: Πλαται-ευς, θηλ. Πλαταιίς” Φώκαια: Φωκα(ι)-εός, θηλ. Φωκα(ι)-ίς κ.ά.
-νός (θηλ. -νί/) Μ σία; Ασια-νός, θηλ. Άσια-νή κ.ά.
-ανός Πάρων (πόλη της Μυσίας, αποικία των Παριανών): 77αρι-ανος- Σάρδεις (Ίων. Σα^ι-ες): Σα/?<5′-ανός κ.ά.
-ί/νος Άβυδος: Άβυδ-ηνός· Κΰζικος: Κυζικ-ηνός- Πέργαμος: Περγα-μ-ηνός κ.ά.
-ΐνος Ακράγας (γεν. Άκράγαντ-ος): Ακραγαντ-ϊνος, θηλ. ^κραγαν-
τ-ίνη· Αμοργ-ϊνος, θηλ. Αμοργ-ίνη κ.ά. -Τί/ς (θηλ. -πς, γεν. -π<5ος) Τεγέα: Τεγεά-της, θηλ. Τεγεά-τις -
άτιδος κ.ά.
-απ/ς Γύθειον: Γυθε-άτης, θηλ. Γυθε-άτις -άτιδος κ.ά.
-ιατί/ς Κρότων: Κροτων-ιάτης- Σπάρτη: Σπαρτ-ιάτης, θηλ. Σπα/ϊ-
τ-ιατις -ιάτιδος κ.ά. -τ^ς Αίγινα: Αΐγιν-ήτης, θηλ. Αίγιν-ήτις -ήτιδος” 1ος: Ί-ήτης, θηλ.Υ-
ί/τ’ς κ.ά.
^/Γί/ς Αβδηρα: Αβδηρ-ίτης, θηλ. -ζτϊς” Στάγιρα: Σταγιρ-ίτης, θηλ. -Γπς κ.ά,
-ακης Λαύρειον: Λαυρε-ώτης, θηλ. -ώπς, -ώηδος- Ιταλία: Ίταλι-ώτης-■ Σικελία: Σικελιώτης· έτσι και: ήπειρος: ήπειρ-ώτης, νήσος: νησ-ιώτης (πβ. §- 391) κ.ά.
-ήσιος Ιθάκη: Ιθακήσιος, θήλ. Ιθακήσια» Φίλιπποι: Φιλιππ-ήσιος κ.ά.
8. Παρώνυμα
391. Παρώνυμα λέγονται τα παράγωγα ουσιαστικά που σημαίνουν πρόσωπο σχετικό μ” εκείνο που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή πρόσωπο που ανήκει σ” αυτό. Τα παρώνυμα έχουν συνήθης τις ακόλουθες παρα­γωγικές καταλήξεις:
-ειϊς ίππος: ΐππ-εύς” ιερόν (=ναός): ίερ-εύς (θηλ. ιέρεια)» άνθραξ
(άνθρακος): άνθρακ-εός- γράμμα (γράμματ-ος): γραμματ-εΰς-κέραμος: κεραμ-εΰς κ.ά.
-της (θηλ. -τις -τιδος) δήμος: δημότης (θηλ. δημό-τις)· κώμη: κο)μή-της (= αυτός που κατοικεί σε κωμόπολη» θηλ. κωμή-τις)· ναός: ναν-της· πόλις: πολί-της (θηλ. πολΐ-τις)” πρέσβυς: πρεσβύ-της (θηλ. πρεσβΰ-τιςΥ τόξον: τοξό-της κ.ά.
-έτης οίκος; οίκ-έτης (θηλ. οίκ-έτις)- φυλή: φυλ-έτης (— αυτός που ανήκει στην ίδια φυλή» θηλ. φυλ-έτις) κ.ά.
-ίτης ό’πλον: όπλ-ίτης- τέχνη: τεχν-ίτης κ.ά.
-ώτης δεσμός: δεσμ-ώτης (θηλ. δεσμ-ώτις)· ήπειρος: ήπειρ-ώτης (θηλ.
ήπειρ-ώτιςΥ θίασος: θιασ-ώτης (θηλ. θιασ-ώτις)” στρατιά:
στρατι-ώτης κ.ά. -ιώτης νήσος: νησ-ιώτης κ.ά.» πβ. § 390.

Β’. Παράγωγα επίθετα
Τα παράγωγα επίθετα σχηματίζονται α) από ρήματα: θαυμά­ζω: θαυμαστός, β) από ονόματα (από ουσιαστικά ή σπανιότερα από επίθετα): θάλασσα: θαλάσσιος, θήλυς: θηλυκός και γ) από επιρ­ρήματα: χθες: χθεσινός.
α) Επίθετα παράγωγα από ρήματα

1. Κυρίως ρηματικά επίθετα
Τα επίθετα που παράγονται από ρήματα με τις παραγωγικές κα­ταλήξεις -τος και -τέος λέγονται κυρίως ρηματικά επίθετα και είναι δευ­τερόκλιτα τρικατάληκτα, εκτός από τα σύνθετα σε -τος που κανονικά εί­ναι δικατάληκτα (προπαροξύτονα): λυ-τός, λυ-τή, λυ-τόν λυ-τέος, λυ-τέα, λυ-τέον αλλά ό, ή άλυτος, τό άλυτον (βλ. § 432, 4).
/. Ρηματικά επίθετα σε -τος
Τα ρηματικά επίθετα σε -τος σημαίνουν: α) ό,τι και η μετοχή του παθητ. παρακειμένου, β) εκείνον που μπορεί να πάθει ή γ) εκείνον που αξίζει να πάθει αυτό που δηλώνει το ρήμα» δ) κάποτε σημαίνουν ό,τι και η μετοχή του ενεστώτα ή αορίστου (μ” ενεργητ. ή παθητ. σημα­σία):
α) λύ-ω: λυ-τός (λελυμένος), γράφ-ω: γραπ-τός, γλύφ-ω: γλυπ-τός, στρέφ-ω: στρεπ-τός (έατραμμένος), πλέκ-ω: πλεκ-τός, ζεύγ-νυμι: ζευκ-τός, μείγ-νυμι: μεικ-τός, πήγ-νυμι: πηκ-τός, πλάττω (θ. πλαθ-): πλασ-τός, γιγνώ-σκω (θ. γνω-σ-): γνωσ-τός, καλέω -ώ (θ. κλη-): κλη-τός (κεκλημέ-νος = καλεσμένος) κ.ά.
β) άλίσκομαι (θ. άλω-): άλω-τός (= αυτός που μπορεί να κυριευτεί), βαίνω (θ. βα-): βα-τός, ίάομαι -ώμαι: ία-τός, όράω -ώ: όρα-τός, τι-τρώ-σκ-ω: τρω-τός, άπτομαι (θ. άφ-): απτός (= που μπορεί κανείς να τον αγγίξει), εϊμι (= θα έρθω- θ. ;-): ί-τός (= που μπορεί κανείς να τον διαβεί: πβ. προσ-ιτός, ά-πρόσ-ιτος, άμαξ-ιτός κτλ.) κ.ά.
γ) αγαπάω -ώ: άγαπη-τός (~ που αξίζει να τον αγαπούν, επιθυμη­τός), έπαινέαι -ώ: έπαινε-τός, σέβ-ομαι: (σεβ-τός) σεπ-τός, θαυμάζω: θαυμαστός, πείθ-ομαι (θ. πειθ-, πιθ-): (πιθ-τός) πισ-τός (^αξιόπιστος, γνήσιος) κ.ά.
δ) μέν-ω: μεν-ε-τός (ό μένων = αυτός που παραμένει ή περιμένει), θνήσκω (θ. θνη-): θνη-τός (ό θνήσκων), ρέω (θ. ρυ-): ρυτός (ό ρέων), πράττω (θ. πραγ-): ά-πρακ-τος (= αυτός που δεν έπραξε), στρατεύ-ομαι: ά-στράτευτος (= που δεν στρατεύτηκε) κ.ά.
//. Ρηματικά επίθετα σε -τέος
Τα ρηματικά επίθετα σε -τέος σημαίνουν εκείνον που πρέπει να πάθει ό,τι φανερώνει το ρήμα από το οποίο παράγονται:
λύ-uj: λυ-τέος (= που πρέπει να λυθεί)» γράφ-ω: γραπ-τέος (— που πρέπει να γραφεί)- έπαινέω -ώ: έπαινε-τέος που πρέπει να επαινεθεί)- έτσι και διδάσκω (θ. διδαχ-’): διδακ-τέος- λέγ-ω: λεκ-τέος· τιμά-ω -ώ: τιμη-τέος κ.ά. (Πβ. τα προακτέος, μετεξεταστέος της νέας ελληνικής).
2. Άλλα επίθετα παράγωγα από ρήματα
Άλλα επίθετα παράγωγα από ρήματα, εκτός από τα κυρίως ρη­ματικά επίθετα σε -τος και -τέος, είναι:
I) Μερικά που σημαίνουν ό,τι η μετοχή του ενεστώτα ή του παρα­κειμένου του ρήματος από το οποίο παράγονται* αυτά έχουν τις ακό­λουθες παραγωγικές καταλήξεις:
-άς (γεν. -άδος), τριτόκλιτα μονοκατάληκτα: φεύγω (θ. φυγ-):
φυγ-άς (ό φεύγωιΟ” μείγ-νυμαι (θ. μειγ-, μιγ): μιγ-άς (ό μεμειγ-
μένος)· νέμομαι; νομάς (νεμόμενος = αυτός που γυρίζει από
τόπο σε τόπο να βρεί βοσκή) κ.ά.
-ής (γεν. -ους), τριτόκλιτα δικατάληκτα (τα περισσότερα σύνθετα
ή παρασύνθετα):
ψεύδομαι: ψευδής (ό ψευδόμενος, ό μή ών αληθής)· τυγχάνω (θ. τυχ-): άτυχης, ευτυχής, επιτυχής κτλ. (ό άτυχων, ευτυχών, επιτυγχάνων κτλ.)” φαίνομαι: αφανής (ό μή φαινόμενος)· έτσι και εμφαίνω: εμφανής, έπιφαίνω: επιφανής κτλ.
-ός δευτερόκλιτα τρικατάληκτα: κύπτω (θ. κυφ): κυφ-ός (ό κύ-
πτων ~ καμπούρης)- λείπ-ω: λοιπός (ό υπολειπόμενος) κ.ά.
-νός σέβ-ομαι: (σεβ-νός) σεμ-νός (= αυτός που προκαλεί σεβασμό,
σεβαστός)· στίλβ-ω: (στιλβ-νός) στιλπ-νός (ό στίλβων)· στυγέ-ω -ώ (= μισώ): στυγ-νός (= μισητός)» τέρπ-ω: τερπ-νός (ό τέρ-πων) κ.ά.
-ανός στέγ-ω: στεγ-ανός (ό στέγων = αυτός που σκεπάζει)» πείθ-ω (θ. πειθ-, πιθ-Υ πιθ-ανός (ό πείθων = πειστικός) ίκ-νέ-ομαι -οΰμαι (άφικνοΰμαι = φτάνω): ίκ-ανός (= αυτός που μπορεί να φτάσει |σ” ένα σκοπό]) κ.ά. -ρός λάμπ-ω: λαμπ-ρός (ό λάμπων)- μιαίνω (θ. μιαν-): (μιαν-ρός)
μια-ρός· χαλά-ω -ώ (= χαλαρώνω): χαλαρός κ.ά. -ερός θάλλω: θαλ-ερός (ό θάλλων)· φαίνομαι (θ. φαν-): φαν-ερός (ό φαινόμενος)· στυγέ-ω -ώ: στυγ-ερός (= μισητός, βδελυρός). 2) Όσα σημαίνουν εκείνον που έχει ικανότητα, κλίση ή επιτηδειό-τητα σ αυτό που δηλώνει το ρήμα- αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγω­γικές καταλήξεις:
-ϊκός δευτερόκλιτα τρικατάληκτα: άρχ-ω: άρχ-ικός (= ικανός να άρ­χει) κ.ά.
-τικός άμύν-ομαι: άμυν-τικός (= επιτήδειος να αμύνεται)- αρπάζω (θ.
άρπαγ-): άρπακ-τικός (~ που έχει τάση να αρπάζει)- δηλό-ω -ώ: δηλω-τικός (= που έχει την ικανότητα να δηλίόνει, να φανερο’ίνει)» ερίζω (θ. έριδ-): έρισ-τικός (= που έχει κλίση στο να φιλονικεί) κ.ά.
-ίμος δευτερόκλιτα δικατάληκτα: μάχ-ομαι: μάχ-ιμος (=- ικανός να μάχεται)- φρονέ-ω -ώ: φρόν-ιμος (= ικανός να φρονεί, συνε­τός)- ώφελέ-ω -ώ: ώφέλ-ιμος κ.ά.
-μων (γεν. -μονός), τριτόκλιτα δικατάληκτα: αίδέομαι -οΰμαι: αίδή-μων (= που ντρέπεται, ντροπαλός)» έλεέ-ω -ώ: έλεή-μων (= που ελεεί)- μι-μνή-σκομαι (θ. μνη-): μνή-μων (= που έχει
την ικανότητα να θυμάται)* οικτίρω: οίκτίρ-μων (= που οικτί­ρει, σπλαχνίζεται, σπλαχνικός) κτλ. -τήριος δευτερόκλιτα δικατάληκτα ή τρικατάληκτα: δρά-ω -ώ (θ.
δρασ-)\ δρασ-τήριος, -ος, -ον (= ικανός, να δρά, ενεργητικός, αποτελεσματικός)* λύω: λυ-τήριος, -ος; -ον και -ία, -ον (= ικα­νός να λύνει, ν” ανακουφίζει)* σφζω (θ. -σω-): σωτήριος, -ος, -ον (= ικανός να σώζει) κ.ά.
β) Επίθετα παράγωγα από ονόματα
397. Επίθετα που παράγονται από ονόματα (ουσιαστικά ή κάποτε και από επίθετα) είναι:
1) Όσα σημαίνουν αυτόν που ανήκει σ” εκείνο που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη ή αυτόν που έχει σχέση με αυτό” τα επίθετα αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:
I. Κατάληξη -ιος, που (ανάλογα με τους προηγούμενους φθόγγους και τις φθογγικές παθήσεις που γίνονται) παρουσιάζεται και σαν -αιος, -ειος, -οιος, -φος. Π.χ.
α) -ιος θάλασσα: θαλάσσ-ιος- ουρανός: ούράν-ιος· πατήρ (γεν.
πατρός): πάτρ-ιος· τιμή: τίμ-ιος· ένιαντός: (ένιαύτ-ιος) ένιαύ-σ-ιος (βλ. § 70, 4)· πλούτος: (πλούτ-ιος) πλούσ-ιος- εκών (γεν. έκόντ-ος): (έκόντ-ιος) έκούσ-ιος (βλ. § 70, 4) κ.ά.
β) -αιος αγορά: (άγορά-ιος) αγοραίος· ανάγκη (θ. άναγκα-): (αναγκα­ίος) αναγκαίος· δίκη (θ. δικα-): (δίκα-ιος) δίκαιος» έτσι καί: άγέλη: άγελαϊος■ έδρα: εδραίος· κρήνη: κρηναΐος■ σπονδή: σπουδαίος· ώρα: ωραίος (= που γίνεται την ώρα που πρέπει, ώριμος) κ.ά.
Από αναλογία προς αυτά και: κήπος: κηπαΐος· χέρσος: χερ­σαίος κ.ά.
γ) -ειος βασιλεύς: (βασίλε-ιος) βασίλειος (= που ανήκει στο βασιλέα, βασιλικός)- τέλος (θ. τελεσ-): (τέλεσ-ιος, τέλε-ιος) τέλειος-θεός: (θέ-ιος) θειος- άστυ (αστε-ως): (άστέ-ιος) άστεϊος κ.ά. Από αναλογία προς αυτά και: δούλος: δούλ-ειος- οίκος: οί-κ-εϊος■ άνήρ (άνδρ-ός): ανδρ-είος· επίσης σε -ειος κανονικά λή­γουν τα επίθετα που παράγονται από ονόματα προσώπων ή ζώων: Ευκλείδης: Εύκλείδ-ειος- Κίμων: Κιμών-ειος- Πυθαγό­ρας: Πνθαγόρ-ειος- αίξ (αίγ-ός): αίγ-ειος· βοϋς (βο-ός): βό­ειος- ίππος: ΐππ-ειος- κύκνος: κύκν-ειος κ.ά.
δ) -οιος γέλως (θ. γελοσ-): (γελόσ-ιος, γελό-ιος) γελοίος· άλλος- (άλλό-ιος) άλλοΐος· όμός (= κοινός): (όμό-ιος) όμοιος και όμοιος^ ανάλογα και πας (παντ-ός): παντ-οΐος κ.ά.
ε) -ωος ή’ρω-ς: (ήρώ-ιος) ήρώος (= αυτός που ανήκει στον ήρωα)-ηώς (= πρωί): (ήώ-ιος) ήώος (= πρωινός) και αττ. ή έως: έώος- ανάλογα και: πατήρ (πατρός): πατρώος- μήτηρ (μη-τρ-ός): μητρώος· πάππος: παππ-ώος κ.ά.
II. Κατάληξη -κός, που (από αναλογία προς άλλα παράγωγα ή με ορισμένες φθογγικές παθήσεις) παρουσιάζεται και σαν -ακός, -ίκός, -ύκός, -εικός:
[κός καρδία: καρδιακός- οικία: οίκια-κός” παροιμία: παροιμια-κός α) J κ.ά.
[-ακός Από αναλογία προς αυτά και: ήλιος: ήλι-ακός- συμπόσιον: συμποσιακός· Κορίνθιος: Κορινθι-ακός· “Ρόδιος: “Ροδι-ακός κ.ά.
ρ\{-κός ιστορία: ίστορι-κός· μανία: μανικός- μάντις: μαντι-κός- πανή-\ι-κός γυρις: πανηγυρι-κός- φύσις: φυσι-κός κ.ά.
Από αναλογία προς αυτά και: πολίτης: πολιτ-ικός- ειρήνη: είρην-ικός- βάρβαρος: βαρβαρ-ικός- δούλος: δουλ-ικός· πόλε­μος: πολεμ-ικός- ε~θνος: έθν-ικός” ήθος: ήθ-ικός- βήτωρ (βήτο-ρ-ος): βητορ-ικός- ήγεμών (ήγεμόν-ος): ήγεμον-ικός- άστυ: ά-στ-ικός· Κερκυραίος: Κερκυραϊκός- Αχαιός: Άχα-ϊκός· τρο­χαίος: τροχαϊκός· βασιλεύς: βασιλ-ικός· Εύβοεύς: Εύβο-ϊκός κ.ά.
Λ-κός θήλυς: θηλυ-κός· Λίβυ-ς, γεν. Λίβυ-ος (= αυτός που είναι από \-υκός τη Λιβύη): Λιβυ-κός· από αναλογία και: ό άλς (= το αλάτι): άλ-υκός (~ αρμυρός) κ.ά. -κός Άκαδήμεια: Άκαδημει-κός- Δαρείος: δαρει-κός- Δεκέλεια: δ) Δεκελει-κός-
-εικός κεραμεύς: (κεραμε-ικός) κεραμεικός- όρεύς (— μουλάρι): (όρε-
ικός) όρεικός (όρεικόν ζεύγος = ένα ζευγάρι μουλάρια). 2) Όσα σημαίνουν ύλη ή χρώμα – αυτά έχουν τις παραγωγικές καταλήξεις:
(-εος) -ους άργυρος: (άργύρ-εος) αργυρούς- σίδηρος: (σιδήρ-εος) σιδη­ρούς- χαλκός: (χάλκ-εος) χαλκούς· χρυσός: (χρύσ-εος) χρυσούς- κύανος (= ύλη με γαλάζιο χρώμα): (κυάν-εος) κυανούς- πορφύρα (= χρωστική ουσία βαθιά κόκκινη): (πορφύρ-εος) πορφυρούς κ.ά. (βλ. § 162, α)-
-ινος κριθή: κρίθινος, -ίνη, -ινον λίθος: λίθινος, -ίνη, -ινον και -ος, -ον ξύλον: ξύλινος, ίνη, -ινον και -ος, -ον πώρος (= είδος πέ­τρας, πωρόλιθος): πώρινος, -ίνη, -ινον κ.ά.
Όσα σημαίνουν τον κατάλληλο για εκείνο που δηλώνει το πρωτότυπο- αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις: -μος (παράγωγα κυρίως από ουσιαστικά σε -σις που παράγονται
από ρήματα): άροσις (από το άρόω -ώ = καλλιεργώ): αρόσι­μος (= κατάλληλος για καλλιέργεια): καΰσις: καύσι-μος- οΐκη-σις: οίκήσι-μος· χρήσις: χρήσι-μος κ.ά. -ιμος Από αναλογία προς τα παραπάνω σχηματίζονται παράγωγα με την κατάληξη -ιμος και από άλλα ουσιαστικά: έδωδή: έδώδ-ιμος (~ φαγώσιμος)» μάχη: μάχ-ιμος· νόμος: νόμ-ιμος· πένθος: πένθ-ιμος κ.ά.
Όσα σημαίνουν πλησμονή, δηλ. αφθονία από εκείνο που δη­λώνει το πρωτότυπο όνομα* αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγωγικές κα­ταλήξεις:
-εις (γεν. -εντός) θηλ. -εσσα, ουδ. -εν: αίγλη: αίγλή-εις, -εσσα, -εν
(~ γεμάτος αίγλη)- τόλμη: τολμή-εις (= τολμηρός)» ύλη {= δά­σος): ύλή-εις (= δασωμένος)* χάρι-ς: χαρί-εις” άνεμος: άνεμό-εις και ήνεμό-εις” άμπελος: άμπελό-εις κ.ά.
-όεις Από αναλογία προς τα τελευταία σε -οεις σχηματίστηκαν πα­ράγωγα και απευθείας με την παραγωγική κατάλ. -όεις: αστήρ (άστέρ-ος): άστερ-όεις- ίλΰς (= λάσπη): ίλυ-όεις· ιχθύς: ίχθυ-όεις κ.ά.
Γ-νσς όρος (θ. όρεσ-νός, όρεν-νός) ορεινός- σκότος (θ. σκοτεσ-): \(-εινός) (σκοτεσ-νός, σκοτεν-νός) σκοτεινός· δέος (θ. δεεσ-): (δεεσ-νός, δεεν-ός) δεινός- υγιής (θ. ύγιεσ): (νγιεσ-νός, ΰγιεν-νός) υγιει­νός· άλγος: (θ. άλγεσ-): (άλγεσ-νός, άλγεν-νός) αλγεινός· κλέος: (θ. κλεεσ-): (κλεεσ-νός, κλεεν-νός) κλεινός (πβ. § 68, 2).
-εινός Από αναλογία προς τα παραπάνω σχηματίστηκαν παράγωγα απευθείας με την παραγωγική κατάλ. -εινός: πόθος: ποθ-εινός-φώς: φωτ-εινός κ.ά.
-λός παχύς: παχυ-λός” φειδώ: φειδω-λός” άπατη-λός· σιωπή: σιωπη­λός.
-ηλός Από αναλογία προς τα τελευταία σε -η-λός σχηματίστηκαν παράγωγα απευθείας με την παραγωγική κατάληξη -ηλός: βΐγος: ριγ-ηλός- σφρίγος: σφριγ-ηλός· ΰψος: ύψ-ηλός (έτσι και: χαμαί: χαμ-ηλός)·
Γ-λέος δίψα: διψα-λέος- λύσσα: λυσσαλέος· πείνα: πεινα-λέος” ψώρα:
< ψωρα-λέος κ.ά.
1-αλέος Από αναλογία προς τα παραπάνω που λήγουν σε -α-λέος
σχηματίστηκαν παράγωγα και απευθείας με την παραγωγ. κα-
τάλ. -αλέος: θάρρος: θαρραλέος- κέρδος: κερδ-αλέος- ρώμη:
ρωμ-αλέος· ύπνος: ύπν-αλέος” φρίξ, γεν. φρι-κός (= φρικίαση,
ανατριχίλα): φρικαλέος κ.ά.
j-ρος αίσχος: αίσχ-ρός” έχθος (= έχθρα): έχθ-ρός· ανία: άνια-ρός’
\-αρός έτσι και: λίπος: λιπ-αρός” βύπος (= ακαθαρσία): ρυπ-αρός” σθέ-
νος: σθεν-αρός κ.ά.
-ρός λύπη: λυπη-ρός· οδύνη: όδυνη-ρός” σιωπή: σιωπη-ρός· τόλμη:
■i τολμη-ρός· τύχη: τυχη-ρός κ.ά.
-ί//?ός Έτσι και: αίμα (αϊματ-ος): αίματ-ηρός- άνθος: άνθ-ηρός- μό­χθος: μοχθηρός· νόσος: νοσ-ηρός- οκνος: όκν-ηρός· όχλος (= ενόχληση): όχληρός κ.ά. j-ρός ισχύς: ισχυρός· έτσι και: \-υρός άλμη: άλμ-υρός-
(-ρός κράτος (θ. κρατεσ-): κρατε-ρός” έτσι και: γερός δρόσος: δροσ-ερός” φθόνος: φθον-ερός· σκιά: σκι-ερός- φλόξ (φλογός): φλογ-ερός κ.ά. -ώδης τριτόκλιτα δικατάληκτα: αφρός: ό, ή άφρ-ώδης, τό αφρώδες· αίμα (αΓματ-ος): αίματ-ώδης· άκανθα: άκανθ-ώδης· λύσσα: λυσσ-ώδης· μανία: μανι-ώδης κ.ά. 5) Όσα σημαίνουν χρ.3νο ή μέτρο” αυτά έχουν τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:
-αΐος πρότερος: προτερ-αίος- ύστερος: ύστερ-αϊος- δεύτερος: δευτε-ρ-αΐος· τρίτος: τριτ-αΐος κτλ. (πβ. § 206, γ)” πήχυ-ς: πηχυ-αΐος-στάδιον: σταδι-αΐος.
-ιαΐος Έτσι και: πλέθρον: πλεθρ-ιαΐος· μην: μηνιαίος κ.ά.
-ήσιος έτος: έτ-ήσιος· ήμερα: ημερήσιος-
-ινός έ’αρ: εαρινός· φθινόπωρον: φθινοπωρ-ινός· μεσημβρία: μεσημβρ-ινός· ήμερα: ήμερ-ινός- εσπέρα: έσπερ-ινός· θέρος: θερ-ινός.
γ) Επίθετα παράγωγα από επιρρήματα
398. Επίθετα παράγωγα από επιρρήματα (ιδίως τοπικά ή χρονικά) έ-
χουν τις ακόλουθες παραγωγικές καταλήξεις:
-ιος όπισθεν: όπίσθ-ιος· πρόσθεν: πρόσθ-ιος·
-ιμος όψέ: δψ-ιος και δψ-ιμος- πρώ και πρωί: πρώ-ιος και πρώος
και πρώ-ιμος» -νός πέρυσι; περυσινός· -ινός χθες: χθεσ-ινός-
-αΐος ράγδην (= βίαια, δυνατά): ραγδαίος- χύδην (= χυτά, ανάκα­τα): χυδ-αϊος (= ανάμειχτος, κοινός, πρόστυχος)–ικός καθόλου (= γενικά): καθολ-ικός.
Γ’. Παράγωγα ρήματα
399. Τα παράγωγα ρήματα σχηματίζονται α) από ονόματα
(ουσιαστικά ή επίθετα): βασιλεύς: βασιλεύ-ω- ήσυχος: ήσυχ-άζω· β) από
άλλα ρήματα: έρπ-ω: έρπ-ύζω· γ) από επιρρήματα ή επιφωνή-
ματα: εγγύς: έγγ-ίζω · οϊμοι: οιμ-ώζω.
α) Ρήματα παράγωγα από ονόματα
400. Τα ρήματα που παράγονται από ονόματα (ουσιαστικά ή επίθε-
τα) σημαίνουν συνήθως ότι το υποκείμενο είναι ή γίνεται ή έχει ή παρέ-
χει ή κάνει ό,τι φανερώνει η πρωτότυπη λέξη.
1) Τα ρήματα αυτά είχαν αρχικά την παραγωγική κατάληξη ~ja> (δηλ. παραγωγικό πρόσφυμα j και κατάλ. -ω- βλ. § 379, 2 και 3):
α’) βοή (θ. βοα-): (#οά-]ω) βοά-ω -ώ» τόλμη (θ. τολμά): (τολμά-)ω) τολμά-ω -ώ” έτσι και: ήττα: ήττά-ομαι -ώμαι- ανία: άνιά-ω -ώ κ.ά. (βλ. § 64, 2)’
β’) νόσος (θ. νοσε-): (νοσέ-joj) νοσέ-ω -ώ” ό’κνος: όκνέ-ω -ώ” πλούτος: πλουτέ-ω -ώ” πόνος: πονέ-ω -ώ” φίλος: φιλέ-ω -ώ κ.ά.
γ’) γυμνός: (γυμνό-ja)) γυμνό-ω -ώ” δήλος: δηλό-ω -ώ* δούλος: δουλό-ω -ώ” δίκαιος: δικαιό-ω -ώ” λύτρον; λυτρό-ω -ώ κ.ά.
δ’) βασιλεύς: (βασιλεύσω) βασιλεύ-ω” γραμματεύ-ς: γραμματεν-ω» ίππεύ-ς: ίππεύ-ω· φονεύ-ς: φονεύ-ω κ.ά.
ε) παις (παιδ-ός): (παίδ-]ω) παίζω» σκιάς (σκιάδ-ος): σκιάζω- ψεκάς (ψεκάδ-ος): ψεκάζω» έτσι και: άρπαξ (άρπαγ-ος): αρπάζω κ.ά. (βλ. § 67, 2)
ς) έλπίς (ελπίδος): (έλπίδ-)ω) ελπίζω- έρις (έριδ-ος): ερίζω· έτσι και: μάστιξ (μάστιγ-ος): μαστίζω κ.ά. βλ. § 67, 2)
ζ’) βάσκαν-ος: (βασκάν)ω) βασκαίνω· μέλας (μέλαν-ος): (μελάν-]ω) μελαίνω κ.ά (βλ. § 66)
η) καθαρός (καθάρ-]ω) καθαιρώ· τέκμαρ (= τεκμήριο- γεν. τέκμα-ρ-ος): (τεκμάρ-jopai) τεκμαίρομαι κ.ά. (βλ. § 66)
θ) μάρτυς (μάρτυρ-ος): (μαρτύρ-jopai, μαρτύρρομαι) μαρτύρομαι κ.ά. (βλ. § 68, 4, β)
ι’) άγγελος: (άγγέλ-)ω) άγγέλλω· ναυτίλος: (ναυτίλ-]ομαι) ναυτίλλομαν ποικίλος: (ποικίλλω) ποικίλλω κ.ά.
ια’) κήρυξ (κήρυκ-ος): (κηρύκ-)ω) κηρύττω ή κηρύσσω· φύλαζ (-ακος): (φυλάκ-]ω) φυλάττω ή φυλάσσω· αίμα (αιματ-ος): (αίμάτ-}ω) αί-μάτχω ή αίμάσσω κ.ά. (βλ. § 67, 2).
2) Από παραδείγματα όπως τα παραπάνω σχηματίστηκαν οι καταλή­ξεις: -άω (-ιάω), -έω, -όω, -εύω, -ζω, -άζω, -ίζω, -νω, -ύνω, -αίνω, -αίρω κτλ.
α’) -άω άριστον: άριστ-άω ώ” γόος: γο-άω -ώ” σφρίγος: σφριγ-άω -ώ” -ιάω ερυθρός: έρυθρ-ιάω -ώ κ.ά.
Μερικά ρήματα σε -άω και σε -ιάω, παράγο>γα από ονόματα, σημαίνουν έφεση (δηλ. μεγάλη επιθυμία) ή πάθηση: θάνατος, θανατ-άω -ώ (= επιθυμώ πολύ το θά­νατο), στρατηγός: στρατηγ-ιάω -ώ (= επιθυμώ πολύ να γίνω στρατηγός)- λίθος: λι-θ-άω και λιθ-ιάω -ώ (= πάσχω από λιθίαση), οφθαλμός: όφθαλμ-ιάω -ώ (= πάσχω από όφθαλμία) κ.ά.
β’) -έω απειλή: άπειλ-έω -ώ” μάρτυς (μάρτυρος): μαρτυρ-έω -ώ κ.ά.
Έτσι και πολλά παρασύνθετα: ευδαίμων (-ονος): εύδαιμον-έω -ώ” ευεργέτης: εύεργετ-έω -ώ” σώφρων (-ονος): σωφρον-έω -ώ κ.ά. Πβ. § 430, α.
γ’) -όω ρίζα: ριζ-όω -ώ” σκηνή: σκψ-όω -ώ” πλήρης: πληρ-όω -ώ” έλάττων: έλαττ-όω -ώ” μείων: μει-όω -ώ κ.ά.
δ’) -ειίω ταμίας: ταμι-εύω· ικέτης: ίκετ-εύω· αγορά: άγορ-εύω· δούλος: δουλ-εύω· κόλαξ (κόλακ-ος): κολακ-εύω- παις (παιδ-ός): παι­δεύω κ.ά.
{
-ζω αγορά: άγορά-ζω” δίκη (θ. δικά-): δικά-ζω· δόξα: δοξά-ζω (πβ. § 292, 3) -άζω άτιμος: άτιμ-άζω· ήσυχος: ήσυχ-άζω κ.ά. ς) -ίζω αγνός: άγν-ίζω· ό ορος: ορίζω- φενάκη: φενακ-ίζω” ύστερος: ύστερ-ίζω· αθρόος: (άθρο-ίζω) αθροίζω κ.ά.
Ρήματα σε -ιάζω ή -ίζω, παράγωγα από ονόματα εθνικά ή κύρια ή από ονόματα ζώων, σημαίνουν συνήθως ότι το υποκείμενο τους μιμείται τα ήθη, τη γλώσσα, κτλ. ή ακολουθεί τα φρονήματα εκείνου που δηλώνει το πρωτότυπο όνομα: Βοιωτός: βοιωτ-ιάζω (= μιμούμαι τα ήθη ή τη γλώσσα των Βοιωτών)- έτσι και: Έλλην: έλλην-ίζω” βάρβαρος: βαρβαρ-ίζω· Μήδος: μηδ-ίζω” Φίλιππος: φιλιππ-ίζω” πίθηκος: πιθηκ-ίζω κ.ά. (πβ. τα νεοελλ.: παπαγαλίζω = μιλώ σαν παπαγάλος κ.ά.).
) βαθύς: βαθύ-νω” βαρύς: βαρύ-vor ηδύς: ήδύ-νω· οξύς: όξύ-νω κ.ά. Από αναλογία προς αυτά σχηματίστηκαν με παραγωγ. καταλ.
ω -ύνω: αίσχος: αίσχ-ύνω · θάρρος; θαρρ-ύνω · λαμπρός: λα~ μπρ-ύνω· μήκος: μηκ-ύνά>· φαιδρός; φαιδρ-ύνω κ.ά. -αίνω θερμός: θερμαίνω- κοίλος: κοιλ-αίνω- χαλεπός: χαλεπ-αίνω· δυσχερής: δυσχερ-αίνω· υγιής: ύγι-αίνω κ.ά. η) -αίρω γέρας: γερ-aipor εχθρός: έχθ-αίρω- μέγας: μεγ-αίρω κ.ά.

β) Ρήματα παράγωγα από άλλα ρήματα
401. Τα ρήματα που παράγονται από άλλα ρήματα είναι:
1) εναρκτικά, δηλ. σημαίνουν ότι το υποκείμενο αρχίζει να κά-
νει ή να γίνεται ό,τι δηλώνει το πρωτότυπο ρήμα* αυτά έχουν παραγω-
γική κατάληξη -σκω:
-σκω γηράω ώ: γηρά-σκω (= αρχίζω να γεράζω)· ήβάω ώ: ήβά-σκω (= αρχίζω να γίνομαι έφηβος) κ.ά.
2) εφ ε τικ ά, δηλ. σημαίνουν ότι το υποκείμενο έχει έφεση
(μεγάλη επιθυμία) για εκείνο που δηλώνει το πρωτότυπο ρήμα* αυτά έ-
χουν τις παραγωγικές καταλήξεις -ιαω και -είω, που προσθέτονται στο
χρονικό θέμα του μέλλοντα:
-/άω (-ιώ)κλαίω (μέλλ. κλαύσομαι): κλαυσ-ιάω -ιώ (=θέλω να κλάψω) -είω πολεμ-έω -ώ (μέλλ. πολεμήσω): πολεμησ-είω (= θέλω να πολεμήσω)· τυρανν-έω -ώ (μέλλ. τυραννήσω): τυραννησ-είω (= θέλω να γίνω τύραννος)· δρά-ω -ώ (μέλλ. δράσω): δρασ-είω (— θέλω να δράσω).
3) θαμιστικά ή επιτατικά, δηλ. σημαίνουν ότι το υποκείμενο
εκτελεί θ α μ ά (= συχνά) ή σε μεγάλο βαθμό αυτό που φανερώνει το
πρωτότυπο ρήμα* αυτά έχουν τις παραγωγικές καταλήξεις:
-άζω, -ίζω, -ύζω:
-άζω στένω (= στενάζω): στεν-άζω (= στενάζω συχνά)- βίπτω: βι-
πτ-άζω (= ρίχνω εδώ κι εκεί) -ίζω – αίτέω -ώ: αίτ-ίζω (= ζητώ συχνά, επίμονα) -ύζω έρπω: έρπ-ύζω (= σέρνομαι διαρκώς).
γ) Ρήματα παράγωγα από επιρρήματα και επιφωνήματα
402. Τα ρήματα που παράγονται από επιρρήματα σημαίνουν ότι το
υποκείμενο είναι ή κάνει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη» αυτά έχουν τις παραγωγικές καταλήξεις -ζω ή ίζω:
-ζω δίχα: διχά-ζω (= διαιρώ σε δύο μέρη, ξεχωρίζω)· πέλας
(= κοντά): πελά-ζω (~ πλησιάζω) κ.ά. -ίζω εγγύς: έγγ-ίζω- χωρίς: χωρίζω κ.ά.
Τα ρήματα που παράγονται από επιφωνήματα σημαίνουν ότι το υποκείμενο λέει εκείνο που δηλώνει η πρωτότυπη λέξη· αυτά έχουν τις παραγωγικές καταλήξεις -ζω (-άζω, -ίζω, -ώζω):
-ζω άλαλαί: άλαλά-ζω (= λέω άλαλαί; φωνάζω)· γρΰ: γρύ-ζω
(= λέω γρύ, μουρμουρίζω) -άζω αίαΐ: αί-άζω {= λέω αίαΐ, θρηνώ) -ίζω έλελεΰ: έλελ-ίζω (= φωνάζω έλελεύ) -ώζω οΐμοι: οίμ-ώζω (= φωνάζω οΐμοι, θρηνώ) (πβ. § 440, γ).

Δ.” Παράγωγα επιρρήματα
Επιρρήματα παράγονται από κάθε κλιτό μέρος του λόγου και από προθέσεις ή άλλα επιρρήματα. Τα παράγωγα επιρρήματα είναι τοπι­κά, τροπικά, ποσοτικά και χρονικά.
α) Τοπικά
Τα τοπικά παράγωγα επιρρήματα σημαίνουν:

τη στάση σ” έναν τόπο, με τις παραγωγ. καταλήξεις -θι, -σι(ν), ~οι:
-θι άλλος: άλλο-θι (= σε άλλον τόπο, αλλού)» αυτός: αΰτό-θι
(= σ” αυτό τον τόπο, αυτού) -σι(ν) Αθήναι: Άθήνη-σι(ν)” Όλυμπία: Όλυμπία-σι(ν)” Πλαταιαί: Πλαταιά-σι(ν) κτλ.
θύρα: θύρα-σι (= στην πόρτα, έξω από το σπίτι)
-οι Ισθμός: Ίσθμοΐ” Μέγαρα: Μεγαροϊ” Πυθώ (= Δελφοί): Πυθοΐ
(= στους Δελφούς)· οίκος: οίκοι (= στο σπίτι, στην πατρίδα-πάντα για στάση, αντί για το εν τή πατρίδί).
την κίνηση προς έναν τόπο, με τις παραγωγικές καταλήξεις -ω, -σε, -δε (-ζε):
-ω ανά: άνω (= προς τα πάνω· και για στάση = πάνω) κατά:
κάτω- ες ή εις: έσω ή εϊσω (= μέσα σε, προς τα μέσα* και για στάση = μέσα)· πρός: πρόσ-ω, με μετάθεση: πόρσω και με αφομοίωση: πόρρω (= προς τα εμπρός, μακριά) κ.ά.
-σε άλλος: άλλο-σε (= προς άλλο μέρος)- αυτός: αύτό-σε (= προς
αυτό το μέρος)* έκεϊ: έκεϊ-σε (= προς τα εκεί) κ.ά.
-δε Μέγαρα: Μεγαρά-δε- Έλευσΐς (Έλευσϊν-ος): Έλευσινά-δε
κτλ.
(-ζε) (= προς τα Μέγαρα, προς την Ελευσίνα κτλ.)* οίκος: οίκόν-δε και οϊκα-δε (= προς το σπίτι, προς την πατρίδα)* Αθήναι: (Άθήνασ-δε) Άθήναζε· 3) την κίνηση από έναν τόπο, με τις παραγωγικές καταλήξεις -θεν
(-οθεν, -ωθεν):
-θεν έκεϊ: εκείθεν (= από εκείνον τον τόπο)» οίκος: οΐκο-θεν (= α­πό το σπίτι, από την πατρίδα)* άλλος: άλλο-θεν (= από άλλον τόπο) κ.ά.
-οθεν έτσι και: πάς (παντ-ός): πάντ-οθεν {= από παντού) κ.ά. -ωθεν άνω: άνωθεν (= από πάνω)* αμφότεροι: άμφοτέρ-ωθεν (— και από τα δύο μέρη)* έκάτερος: έκατέρ-ωθεν.
β) Τροπικά
406. Τα τροπικά παράγωγα επιρρήματα σχηματίζονται:
1) από επίθετα, αντωνυμίες και μετοχές με κατάληξη -ως (-ώς):
-ως δίκαιος: δικαίως· σπουδαίος: σπουδαίως· βαρύς: βαρέως· οΰ-
(-ώς) τος: ούτως· άλλος: άλλως· δέον (γεν. δέοντ-ος): δεόντως· θαρ-
ρών (γεν. θαρρούντ-ος): θαρρούντως· είκώς (γεν. είκότ-ος):
είκότως” λεληθώς (γεν. λεληθότ-ος): λεληθότως· όμολογούμε-
νος: ομολογουμένως» εσκεμμένος: έσκεμμένως” καλός: καλώς·
ικανός: ίκανώς· ευγενής: ευγενώς- σαφής: σαφώς κ.ά.- θορυ-
βώδης: θορυβωδώς κ.ά.
2) από οποιοδήποτε κλιτό μέρος του λόγου, με τις παραγωγικές κα-
ταλήξεις -δην (-άδην, -ίνδην), -δον (-ηδόν), -ί, (-τι), -εί, -ς:
J-δην αίρω (θ. dp-): αρ-δην κρύπτω (θ. κρυφ): (κρύφ-δην) κρύβ-δην \-άδην μείγνυ-μι: μείγ-δην φύρω (= ανακατώνω): φύρδην βαίνω (θ.
βα-): βά-δην έτσι και: τρέχ-ω: τροχάδην σπείρω: σπορ-άδην
κ.ά.
j-n>(Si/v άριστος: άριστ-ίνδην (μ” εκλογή του αρίστου)· πλούτος: πλου-
τ-ίνδην (κατά τον πλούτο). (-δον άναφαίνω (θ. άνα-φαν): άνα-φαν-δόν (= φανερά)» βότρυς: \-ηδόν βοτρυ-δόν (= σαν σταφύλια)- αγέλη: άγελη-δόν έτσι και: κύων
(κυν-ός): κυν-ηδόν (= σαν σκύλος)* ταύρος: ταυρ-ηδόν κ.ά.
j-ϊ άμισθος: άμισθ-ν αΰτόχεφ: αύτοχειρ-ΐ (= με τα ίδια του τα
χέρια)1 έθέλων (γεν. έθέλοντ-ος): έθελοντ-r αμάχητος: άμαχη-
τ-ί- αγέλαστος: άγελαστ-ί- άπνευστος: άπνευστ-i κ.ά.
-τί Από αναλογία προς τα τελευταία σχηματίζονται με παραγωγ.
κατάλ. -τί: μέγας (μεγάλ-ου): επίρρ. μεγάλως και απ” αυτό μεγαλωσ-τν νέος: επίρρ. νε’ως και απ” αυτό νεωσ-τί- έτσι και: ονομάζω: ονομασ-τν έλληνίζω: έλληνισ-τν βαρβαρίζω: βαρβαρισ-τί’
-ει άμαχος: άμαχ-εί” άσπονδος: άσπονδ-εί (= χωρίς σπονδές)· νή-
ποινος (= ατιμώρητος): νηποιν-εί (= χωρίς τιμωρία)- πάνδη­μος: πανδημ-εί’
-ς “άναμίσγω: (άναμιγ-ς) άναμίξ· εναλλάσσομαι: (έναλλάγ-ς) εναλ-
λάξ- από θέμα πυγ- (που απ” αυτό πογ-μή): (πύγ-ς) πύξ (= με γροθιές)* από θ. λαγ-: (λάγ-ς) λάξ (= με κλοτσιές, πβ. λακτί-ζω).
γ) Ποσοτικά
Τα ποσοτικά παράγωγα επιρρήματα σχηματίζονται από κλιτές λέξεις που φανερώνουν αριθμό ή ποσό. Αυτά έχουν παραγωγικές κατα­λήξεις -ς, -κις, -άκις:
-ς δύο (θ. (5ϊ-, πβ. δι-πλοϋς): δί-ς· τρεις, τρί-α: τρί-ς·
-κις έπτά: έπτά-κις” δέκα: δεκά-κις-
-άκις από αναλογία προς τα παραπάνω σχηματίζονται με παραγω­γική κατάληξη -άκις: πέντε: πεντάκις- εξ: έξ-άκις κτλ.” πό­σος: ποσ-άκις· όσος: όσ-άκις· πολύς (πολλού): πολλ-άκις κ.ά.-πβ. § 212.
δ) Χρονικά
Τα χρονικά παράγωγα επιρρήματα σχηματίζονται από αντωνυ­μίες και έχουν την παραγωγική κατάληξη -τε: άλλος: άλλοτε- έκαστος: έκάστο-τε” δς: δ-τε κ.ά.
34ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Προεισαγωγικές παρατηρήσεις για τη σύνθεση
409. Είδαμε (§ 374) ότι στη σύνθεση βασικό στοιχείο είναι το θέμα καθενός από τα συνθετικά μέρη από τα οποία σχηματίζονται οι σύνθετες λέξεις.
Ειδικότερα στη σύνθεση παρατηρούμε τα ακόλουθα:
Καθένα από τα δύο συνθετικά μέρη μπορεί να είναι κλιτό ή άκλιτο μέρος του λόγου. Π.χ.
Πρώτο συνθετικό κλιτό: (λόγος + γράφω) λογογράφος Πρώτο συνθετικό άκλιτο: (υπέρ + μέγεθος) υπερμεγέθης Δεύτερο συνθετικό κλιτό: (σύν + γράφω) συγγράφω Δεύτερο συνθετικό άκλιτο: (υπέρ + άνω) ΰπεράνοχ
Όταν το α” συνθετικό είναι όνομα πρωτόκλιτο ή δευτερόκλιτο, τότε ο χαρακτήρας του κανονικά αποβάλλεται εμπρός από το αρχικό φωνήεν του β” συνθετικού: (κιθάρα + άδω) κιθαρωδός- (στρατός, θ. στρατό- + άρχω) στρατάρχης.
Αν όμως το β” συνθετικό άρχιζε άλλοτε από F ή σ, τότε ή φυλάγο­νται τα δύο φωνήεντα ή συναιρούνται ή αποβάλλεται το τελικό φωνήεν του α” συνθετικού. Π.χ.
α) φυλάγονται τα δύο φωνήεντα: (άγαθό-ς + Fέργον, έργον) αγαθο­εργός-
β) συναιρούνται: (κακός +- νέργον, έργον) κακούργος· (ξίφος + Έέλ­κω) ξιφοολκός· (κλήρο-ς + σέχω) κληροΰχος:
γ) αποβάλλεται το τελικό φωνήεν του α” συνθ.: (αιχμή + Έαλωτός, Ψαλίσκομαι) αίχμ-άλωτος· (ηνία + σέχω) ηνίοχος.
Όταν το αρχικό φωνήεν του β” συνθετικού είναι βραχύχρονο (ά, ε, ο), τότε κανονικά εκτείνεται: (στρατός + άγω) στρατ-ηγός· (άρμα, γεν. άρματος + έλαύνω) άρματ-ηλάτης” (λόχος + άγω) λοχ-άγός· (στερητ. α +- ομαλός) ανώμαλος.
Δεν εκτείνεται όμως το αρχικό φωνήεν του β” συνθετικού, αν ε­μπρός απ” αυτό υπήρχε άλλοτε F ή σ: (αιχμή + Ραλωτός – Ψαλίσκομαι) αιχμάλωτος· (ηνία + σέχω) ηνίοχος. Επίσης δεν εκτείνεται, αν είναι θέ-σ&κμακρόχρονο: (ναυ-ς + άρχω) ναύ-αρχος” (αυτός + άρκέω) αύτ-άρκης.
Α” Πρώτο συνθετικό
1. Κλιτό ως πρώτο συνθετικό α) Ουσιαστικό
Όταν το πρώτο συνθετικό είναι ουσιαστικό, κανονικά μένει το θέμα του αμετάβλητο, ιδίως όταν το ουσιαστικό είναι δευτερόκλιτο: (αγγελία + φέρω) άγγελια-φόρος- (αγορά + νέμω) άγορα-νόμος- (νίκη + φέρω) νικη-φόρος- (λόγος + γράφω) λογο-γράφος- (ξύλον + κόπτω) ξυλο-κόπος” (λεώς + φέρω) λεω-φόρος- (ναός + μάχομαι) ναυ-μάχος· (άστυ + γείτων) άστυ-γείτων (παις, γεν. παιδ-ός + άγω) παιδ-αγωγός- (σέλας + φέρω) σελασ-φόρος· (τέλος, θ. τελεσ- + φέρω) τελεσφόρος κ.ά.
Πολλών όμως ουσιαστικών το θέμα μετασχηματίζεται:

Το θέμα πολλών πρωτόκλιτων και τριτόκλιτων ουσιαστικών με­τασχηματίζεται και λήγει σε -ο από αναλογία προς τα δευτερόκλιτα: (ά­μαξα + πήγνυ-μι) άμαξο-πηγός- (υλη + τέμνω) υλοτόμος- (άκτίς, γεν. άκτΐν-ος + βάλλω, θ. βαλ-, βολ-) άκτινο-βόλος- (άνδριάς, γεν. άνδριάντ-ος + ποιώ) άνδριαντο-ποιός· έτσι και: ίχθυο-τρόφος, κρεο-φάγος, παιδο­νόμος κ.ά.
Το θέμα μερικών δευτερόκλιτων και τριτόκλιτων ουσιαστικών με­τασχηματίζεται και λήγει σε -α ή -η από αναλογία προς τα πρωτόκλιτα: (βιβλίον + γράφοι) βιβλια-γράφος· (έλαφος + βάλλω) έλαφη-βόλος- (θά­νατος + φέρω) θανατη-φόρος- (λαμπάς, γεν. λαμπάδ-ος + φέρω) λαμπαδη-φόρος.

Όταν το α” συνθετικό είναι όνομα διπλόθεμο της γ” κλίσης σε -ίς (γεν. -εως), παίρνεται το θέμα που λήγει σε λεξι-θήρας- όφι-ό-δηκτος- πολι-οΰχος- ταξίαρχος· φυσι-ο-λόγος κ.ά.
Όταν το α” συνθετικό είναι ουδέτερο τριτόκλιτο σε -μα (γεν. -ματος), το θέμα ή μένει ολόκληρο ή αποβάλλει τους δύο τελευταίους φθόγγους -ατ-: (άρμα, άρματ-ος) άρματ-ηλάτης- αλλά: άρμ-άμαξα (αίμα, αίματος) αίματ-ο-σταγής” αλλά: αιμοβόρος
(σώμα, σώματ-ος) σωματ-ο-φύλαξ” αλλά: σωμ-ασκώ κ.ά.
Μερικά ουσιαστικά, όταν είναι πρώτα συνθετικά, παρουσιάζο­νται με διπλό ή τριπλό θέμα. Π.χ.
ΰ’δωρ α) ΰδατο-: ύδατο-ειδής, ύδατο-τρεφής β) ύδρ(ο)-: ύδρ-αγωγός, υδρο-πότης
φρέαρ α) φρεατ(ο)-: φρεατ-ορύκτης, φρεατο-τύμπανον (== μαγκανοπήγα­δο)
β) φρε-: φρε-άντλης, φρε-ωρύχος
μέλι α) μελιτο-: μελιτο-ειδής, μελιτο-πώλης
β) μελί-: μελί-γλωσσος, μελι-ηδής (= μέλι + ηδύς)
πύρ α) πυρ-: πυρ-φόρος
β) πυρο-: πυρο-ειδής, πυρό-μαντις
γ) πυρι-: πυρί-καυστος, πυρι-φλεγής (βλ. § 428)
γή α) γη-: γη-γενής, γή-λοφος, γή-πεδον
β) γεω-: γεω-γράψος, γεω-δαίτης (γή + δαίω), γεώ-λοφος (– γήλοφος), γεω-μέτρης, γεωργός (γή + ¥έργον, έργον).
β) Επίθετο
Όταν το α” συνθετικό είναι επίθετο, κανονικά το σύνθετο σχηματίζεται από το θέμα του αρσενικού, ακόμη και αν το β” συνθετικό ή η όλη σύνθετη λέξη είναι γένους θηλυκού ή ουδετέρου: (άκρα + πό-λις) άκρό-πολις- (θερμαί + πύλαι) Θερμο-πύλαν (χίλια + τάλαντα) χιλιο-τάλαντος.
Όταν το α” συνθετικό είναι επίθετο διπλόθεμο της γ” κλίσης σε -υς (γεν.’-εος), το σύνθετο σχηματίζεται από το θέμα που λήγει σε -υ: βαρυ-άλγητος, βαρύ-θυμος, βραδύ-πους, δασύ-μαλλος, εύθύ-γραμμος, οξύ­θυμος, ταχύ-πτερος κ.ά.
α) Από τα κλιτά απόλυτα αριθμητικά επίθετα τα τέσσερα πρώ­τα, δηλ. τα εις, δύο, τρεις, τέσσαρες, ως πρώτα συνθετικά, γίνονται μον(ο)-, δι-, τρι-, τετρα-, ενώ τα λοιπά κρατούν το θέμα τους: μονό-χειρ, μον-όφθαλμος, δι-ώβολον, τρί-μηνος, τετρά-πηχυς ■ διακοσιο-μέδιμνος, πεντακοσι-άρχης, χιλιο-τάλαντος κτλ.
β) Τα άκλιτα απόλυτα αριθμητικά επίθετα, ως πρώτα συνθετικά, ή μένουν αμετάβλητα (και παθαίνουν μόνο τις κανονικές φθογγικές παθή­σεις) ή μετασχηματίζονται και λήγουν σε -α (κατά το έπτά, εννέα, δέκα, τριάκοντα κτλ.): πεντε-τάλαντος, πεντ-ώβολον, πενθ-ήμερον, έξ-έτης, όκτώ-πους (= που έχει μήκος, πλάτος ή ύψος οχτώ πόδια), εικοσί-πηχυς, έκατόγ-χειρ, έκατόμ-πους” αλλά και: πεντά-δραχμον, εξάμηνος, όκτά-πους (= που έχει οχτώ πόδια), είκοσά-πηχυς, έκατοντα-ετής ή -ε’π/ς κτλ.
γ) Ρήμα
Όταν το α” συνθετικό είναι ρήμα, το σύνθετο σχηματίζεται από το ρηματικό θέμα ή από το χρονικό (κανονικά του ενεργητ. αορίστου ή του μέλλοντα). Το θέμα αυτό κατά τη σύνθεση:
α) μένει αμετάβλητο, αν το β” συνθετικό αρχίζει από φωνήεν: έ-χ-έγγυον, φθιν-όπωρον βίψ-ασπις, λειψ-ανδρία, σεισ-άχθεια, ραψωδός-
β) μετασχηματίζεται και παίρνει το φωνήεν ε ή ι ή ο στο τέλος, αν το β” συνθετικό αρχίζει από σύμφωνο: έχ-έ-ψρων, έχ-έ-μυθος, χαιρ-έ-κακος· άρχ-ι-τέκτων, άνεξ-ί-κακος, μνησ-ί-κακος, κρυψ-ι-νους- μειξ-ο-βάρβαρος, στρεψ-ό-δικος, φυγ-ό-πονος.
Όταν το α” συνθετικό είναι ρήμα συνηρημένο σε -έω, τότε ε­μπρός από φωνήεν ο χαρακτήρας του θέματος του αποβάλλεται, ενώ ε­μπρός από σύμφωνο, στη θέση του χαρακτήρα ε, το θέμα παίρνει το φωνήεν ο:
(φιλέω -ώ, θ. φιλε-): φιλ-άνθρωπος- αλλά: φιλό-τιμος
(μισέω -ώ, θ. μισε-): μισ-άνθρωπος- μισ-άνθρωπος· αλλά: μισο-τύραννος.

2. «Ακλιτο ως πρώτο συνθετικό

α) Επίρρημα
Τα επιρρήματα ως πρώτα συνθετικά:
α) μένουν αμετάβλητα (ή παθαίνουν μόνο τις κανονικές φθογγικές μεταβολές):
(αγχι = κοντά) άγχι’-αλος (= που είναι κοντά στη θάλασσα), άγχι-νους (= συνετός, μυαλωμένος)-
(άει = πάντοτε) αειθαλής, άει-κίνητος, άεί-μνηστος-
(άνω, κάτω, χαμαι κτλ.) άνω-φερής, κατω-φερής, χαμαι’-ζηλος, χα-
μ~ερπής·
(δις, τρις κτλ.) δισ-μΰριοι, τρισ-μύριοι κτλ. (ευ = καλά) εΰ-γενής, εΰ-ελπις, εΰ-τυχής κτλ.
(πάλιν) παλιν-ωδία, παλιγ-γενεσια, παλίρ-ροια (βλ. § 70, 5 και § 68, 5)* β) μετασχηματίζονται εμπρός από σύμφωνο και λήγουν σε ε ή ι ή ο (από αναλογία προς τα κλιτά):
(άγχι) άγχέ-μαχος·(όψέ) όψι-μαθής” (όπισθεν) όπισθό-δομος· (δίχα) διχό-βουλος- (όμοΰ) όμο-γάστριος, όμό-γλωττος, όμο-εθνής κτλ.
β) Πρόθβαη
Οι κύριες προθέσεις ως πρώτα συνθετικά ή μένουν αμετά βλητες ή παθαίνουν τις κανονικές φθογγικές παθήσεις (έκθλιψη, συναί ρεση, τροπή ή αποβολή συμφώνων κτλ.) και:
α) όταν το β” συνθετικό είναι ρήμα, έχουν κανονικά επιρρηματική σημασία: άν-άγω (= φέρνω επάνω), είσ-άγω (= φέρνω μέσα), έξ-άγω (— φέρνω έξω), κατέρχομαι (= έρχομαι κάτω, κατεβαίνω), καθ-ορώ (= βλέπω προς τα κάτω ή βλέπω καλά, καθαρά), συμ-μένω (=– μένω μαζί), συ-ζώ (= ζω μαζί)·
β) όταν το β” συνθετικό είναι όνομα, άλλοτε έχουν επιρρηματική σημασία, όπως άμφι-θάλασσος (= αυτός που έχει και από τα δύο μέρη θάλασσα), ύπό-στεγος (– αυτός που βρίσκεται κάτω από στέγη), σύν­τροφος (συν + τροφή) και άλλοτε έχουν απλή προθετική σημασία, όπως έν-δοξος (=«ό έν δόξη», φημισμένος), έ’λ-λογος (= «ό έν λόγω», λογι­κός), παρά-λογος (= «ό παρά λόγον», ο μη λογικός), υπόδικος (= «ό υπό δίκην»).
γ) Αχώριστο μόριο
422. Τα αχώριστα μόρια όπως είδαμε (§ 370, 7), δε λέγονται
ποτέ μόνα τους παρά συνηθίζονται μόνο στη σύνθεση ως πρώτα συνθε-
τικά και έχουν επιρρηματική σημασία (πβ. τα νεοελλ. ξε-: ξε-γράφω, ξε-
κουράζω κτλ.).
423. Συνηθισμένα αχώριστα μόρια της αρχαίας είναι τα ακόλουθα:
α’) Το στερητικό ά-, που σημαίνει στέρηση ή άρνηση εκείνου που
δηλώνει το β” συνθετικό (ά-καρπος, ά-υλος, άγνωστος, α-δηλος, ά-γραπτος).
Το στερητ. ά- εμπρός από φωνήεν συνήθως γίνεται άν- (άν-άξιος, άν-ανδρος, άν-ίκανος, ανώμαλος) ή μένει ά-, αν το β” συνθετικό άρχιζε άλλοτε από F ή σ (ά-¥οπλος – άοπλος- ά-Ρόρατος – ά-όρατος· ά-Ψήττητος – ά-ήττητος· ά-Ρωρος – α-ωρος” ά-συπνος – ά-υπνος” έτσι και με συναίρεση: άκων από το ά-Ρέκων, ά-έκων αργός από το ά-Ρεργός, ά­εργος).
β’) Το επιτατικό ά-, που επιτείνει την έννοια του β” συνθετικού: (ά + τείνω) ά-τενής (= πολύ τεντωμένος)- (ά + θ. χαν- του έ’-χαν-ον, αόρ. β” του χάσκω) ά-χαν-ής (= που χάσκει πολύ, πολύ ανοιχτός).
γ’) Το αθροιστικό ά-, που σημαίνει άθροιση ή έχει την έννοια του “μαζί’» αυτό αρχικά είχε δασεία: α-πας, ά-πλονς κτλ., αλλά η δασεία αποσιωπήθηκε πρώτα στις λέξεις που είχαν δασύπνοο σύμφωνο (α­δελφός, ά-κόλουθος, κτλ.), και αργότερα από αναλογία και σε άλλες λέ­ξεις.
δ’) Το στερητικό νη-, που σημαίνει ό,τι και το στερητικό ά-, αλλά εί­ναι πιο σπάνιο: (νη + ποινή) νήποινος, νηποινει (= ατιμώρητα), νηνεμία (με συναίρεση από το νη + άνεμος ~ έλλειψη ανέμων), νωδός (με συ­ναίρ. από το νη + οδούς = που δεν έχει δόντια)- νη-πενθής (= που δεν πενθεί).
ε) Τα έπιτατικά άρι-, έρι-, ζα-, που σημαίνουν ό,τι και το επιτατικό ά-: άρί-δηλος (— πολύ φανερός), άρι-ζήλοπος {= πολύ ζηλωτός, αξιοζή­λευτος), έρί-τιμος (= πολύτιμος), ζά-πλουτος (= πολύ πλούσιος).
ς) Το δυο-, που έχει την έννοια του κακός, ή του δύσκολος {αντίθε­το του ευ): δύσ-μορφος (= που έχει κακή μορφή, άσχημος), δυσ-τυχής (= κακότυχος), δύσ-βατος {= δυσκολοδιάβάτος), δύσ-λντος (= που λύνε­ται δύσκολα) κτλ.
ζ) Το ήμι- (από το οποίο το επίθετο ήμισυς = μισρς): ήμι-θανής, ημί­θεος κτλ.
Β” Δεύτερο συνθετικό 1. Κλιτό ως δεύτερο συνθετικό α) Ουσιαστικό
424. Όταν το β” συνθετικό είναι ουσιαστικό, η σύνθετη λέξη μπορεί να είναι ή ουσιαστικό και αυτή (π.χ. έλληνο-ταμίας) ή επίθετο (π.χ. πολυ-μήχανος).
Όταν το β” συνθετικό είναι ουσιαστικό και η σύνθετη λέξη είναι και αυτή ουσιαστικό, τότε το β” συνθετικό συνήθως μένει αμετάβλητο: έλληνο-ταμίας, πρωτ-αγωνιστής, άρμ-άμαξα, κατα-δίκη” ήμί-θεος, τραγ­έλαφος, άμφι-θέατρον ίερό-μαντις, χαμαι-λέων, άκρό-πολις.
Όταν το β” συνθετικό είναι ουσιαστικό και η σύνθετη λέξη είναι επίθετο, τότε το β” συνθετικό:
α) μένει αμετάβλητο, αν η σύνθετη λέξη παίρνει μορφή επιθέτου (δι-κατάληκτου ή μονοκατάληκτου): ά-θάνατος, α-καρπος, ά-χίτων, ευ­δαίμων, εΰ-θυμος, πάν-δημος, πολΰ-τροπος· βίψ-ασπις, α-παις, μακρό-χειρ κ.ά.
β) μετασχηματίζεται κατά τα δευτερόκλιτα επίθετα σε -ος ή -ιος ή κατά τα τριτόκλιτα σε -ης, -ων:
σε -ος, δικατάλ.: (ήμερα) εφήμερος, (άρχή) άν-αρχος, (νεφέλη) ά-νέφελος, (αίμα) δμ-αιμος, (σώμα) ά-σώματος κ.ά.
σε -ιος: (θάλαττα) έπι-θαλάττιος, (φυλή) έμ-φύλιος, (ουρα-
νός) έπ-ουράνιος, (χθων, γεν. χθον-ός) ΰπο-χθόνιος, (νΰξ) παν-νύχιος κ.ά.
σε -ης, γεν. -ους, (βάθος) άβαθης, (βάρος) ά-βαρής, ίσο-βαρής, (πλά-
δικατάλ.: τος) ά-πλατής, ίσο-πλατής, (τέλος) εΰ-τελής, πολυ-
τελής, (μέγεθος) εύ-μεγέθης κ.ά.
σε -ων, γεν. -ονος, (γνώμη) εό-γνώμων, (μνήμη) ά-μνήμων, (κτήμα)
δικατάλ.: άκτήμων, (πράγμα) ά-πράγμων, πολυ-πράγμων κ.ά.
Ρ) Εηίβετο
Τό επίθετο ως β” συνθετικό μένει αμετάβλητο (γιατί η σύν­θετη λέξη είναι και αυτή επίθετο με την ίδια κατάληξη): (βατός) ά­βατος, δύσ-βατος· (γνωστός) ά-γνωστος” (δήλος) άδηλος, εϋ-δηλος” (θαυ­μαστός) άξιο-θαύμαστος- (Ίσος) άνισος- (καλός) πάγ-καλος· (μέγας) πάμ-μεγας” (ομαλός) άν-ώμαλος” (ποικίλος) πολυ-ποίκιλος· (σοφός) πάν-σοφος” (συνήθης) ά-συνήθης κ.ά.
γ) Ρήμα
Όταν το β” συνθετικό είναι ρήμα, η σύνθετη λέξη μπορεί να είναι πάλι ρήμα, μπορεί όμως να είναι και όνομα ουσιαστικό ή επίθετο: (λέγω) προ-λέγω” (γράφω) λογο-γράφος- (σέβω) εύ-σεβής.
1) Όταν η σύνθετη λέξη είναι ρήμα:
α) Το ρήμα ως β” συνθετικό μένει αμετάβλητο, μόνο αν το α” συνθε­τικό είναι πρόθεση:
(γράφω) άντι-γράφω, δια-γράφω, περι-γράφω, συγ-γράφω κτλ. (τρέφω) άνα-τρέφω, δια-τρέφω, έκ-τρέφω, συν-τρέφω κτλ. (Ϊστημι) άν-ίστημι, άνθ-ίστημι, συν-ίστημι, ύφ-ίστημι κτλ.
β) Αν α” συνθετικό είναι άλλο μέρος του λόγου εκτός από πρόθεση, τότε συνήθως δεν σχηματίζεται σύνθετο ρήμα, αλλά παρασύνθετο σε -έω από συγγενικό σύνθετο όνομα που φανερώνει το πρόσωπο που ενεργεί:
Πρόσωπο που ενεργεί: σύνθ. όν. καλλιγράφος (από το καλός + γράφω) παρασύνθ. ρ. καλλιγρα­φώ»
σύνθ. όν. ζωγράφος (από το ζωός ή ζωή + γράφω) παρασύνθ. ρ. ζωγρα-φώ’
σύνθ. όν. ναυμάχος (από το ναϋς + μάχομαι) παρασύνθ. ρ. ναυμαχώ-σύνθ. όν. άσεβης (από το ά- στερ. + σέβω) παρασύνθ. ρ. ασεβώ κτλ. (πβ. § 430, α).
2) Όταν με, ρήμα ως β” συνθετικό σχηματίζεται όνομα (ουσιαστικό
ή επίθετο), η σύνθετη λέξη (για να έχει μορφή ονόματος) παίρνει τις κα-
ταλήξεις -ς, -ης (γεν. -ου), -ος, -ης (γεν. -ους), -της, -τωρ:
-ς (θηρά-ω -ώ) όρνιθο-θήρα-ς» (νικάω -ώ) όλυμπιο-νίκη-ς»
(μετρέ-ω -ώ) γεω-μέτρη-ς” (ώνέ-ομαι -οΰμαι) τελ-ώνη-ς· (γι-γνώ-σκ-ω) ά-γνώ-ς, γεν. αγνώτ-ος (= άγνωστος ή εκείνος που αγνοεί)- (θνήσκω, θ. θνη-) ήμι-θνή-ς, γεν. ήμι-θνήτ-ος (= μισο­πεθαμένος)» (φυλάττω, θ. φυλακ-, νυκτο-φύλακ-ς) νυκτοφΰλαξ κ.ά.
-ης α” κλίσ.: (αρχ-ω) κωμ-άρχ-ης, σχολ-άρχ-ης· (δέφ-ω = κατεργά-
ζομαι· μέλλ. δέψω) βυρσο-δέψ-ης· (πέτ-ομαι) ύψι-πέτ-ης κ.ά.
-ος β” κλίσ.: (γράφ-ω) καλλι-γράφ~ος, λογο-γράφ-ος, ζω-γράφ-ος
(από το ζωός ή ζωή + γράφω)» (άρχ-ω) γυμνασί-αρχ-ος, ταξί­αρχος» (πήγ-νυ-μι) ναυ-πηγ-ός κ.ά.
-ης γεν. -οΰς, επίθ. γ” κλίσ.: (μανθάνω, θ. μαθ-) ά-μαθ-ής, εύ-μα-
θ-ής, πολυ-μαθ-ής” (πείθ-ομαι) ά-πειθ-ής, εϋ-πειθ-ής” (πίπτω, θ. πετ-) γονυ-πετ-ής· (σέβ-ω) ά-σεβ-ής, εύ-σεβ-ής· (στάζω, θ. σταγ-) αίμο-σταγ-ής ή αίματο-σταγ-ής κ.ά.
-της α” κλίσ.: (δί-δωμι, θ. δο-) έργο-δό-της» (έλαύνω, θ. έλα-) άρματ-ηλά-της (βλ. § 409, 3), ίχν-ηλά-της, στρατ-ηλά-της” (ήγέ-ομαι -οΰμαι) άρχ-ηγέ-της» (τίθημι, θ. θε) νομο-θέτης κ.ά.
~(τ)ωρ γεν. -τορος: (δαμάζω) παν-δαμά-τωρ” (κρατέ-ω ώ) θαλαττο-κράτ-ωρ κ.ά.
2. Άκλιτο ως δεύτερο συνθετικό
Λέξη άκλιτη ως β” συνθετικό μένει αμετάβλητη:
(άμα) quv-apa» (άνω) ύπερ-άνω· (πάλαι) εκ-παλαι, πρό-παλαν (εΰγε) ύπέρ-ευγε” (δέκα) έ’ν-δεκα κ.ά.
Γ” Νόθα σύνθετα
Νόθα σύνθετα λέγονται οι λέξεις που έχουν ως α” συνθετικό ακέραιη πτώση ονόματος και όχι απλό θέμα (βλ. § 374). Σ” αυτά το β” συνθετικό ή μένει αμετάβλητο ή αλλάζει όπα>ς στα κανονικά σύνθετα. Π.χ. (νέα +- πόλις) Νεά-πολις- (ναΰς, γεν. νεώς + οίκος) νεώσ-οικος (= σπίτι του πλοίου, τόπος όπου φυλάγονται τα πλοία, νεώριο)» (“Έλλης + πόντος) Έλλήσ-ποντος” (δόρυ, δοτ. δορί + κτητός) δορί-κτητος” (γαστήρ, δοτ. γαατρί +-” μάργος = αχόρταγος, ορμητικός) γαστρί-μαργος- (πάσι + γνωστός) πασί-γνωστος» (πΰρ, δοτ. πυρί + φλέγω) πυρι-φλεγής· (πυρϊ + πνέω) πυρί-πνους· (πάσι.+ φαίνομαι, θ. φαν-) πασι-φανής· (νουν + έχω) νουν-εχής· (φως + φέρω, θ. φερ- = φορ-) φωσ-φόρος” (δόρυ + φέρω) δορυ-φόρος· (ή έως = πρωί + φέρω) έωσ-φόρος (= που φέρνει το πρωί, το άστρο Αυγερινός) κ.ά.
Δ” Παρασύνθετα
Παρασύνθετα, όπως είδαμε (§ 378), είναι οι λέξεις που παρά­γονται από άλλες σύνθετες λέξεις. Π.χ. από τη σύνθετη λέξη φιλό-νικος (φιλώ + νίκη) παράγεται η παρασύνθετη φιλονικέω -ώ- από τη σύνθετη λέξη εΰ-γενής παράγεται η παρασύνθετη ευγένεια κτλ. Από τις παρασύν-θετες λέξεις σχηματίζονται νέες παράγωγες λέξεις με τις γνωστές παρα­γωγικές καταλήξεις (πβ. § 379, 2 και 3):
(σΰκον + φαίνω, θ. φαν-, σύνθετο: συκο-φάν-της) παρασύνθετα: συκοφαν-τέω -ώ και συκοφαντία»
(ευ +■ δαίμων, σύνθ. εύ-δαίμων) παρασύνθ. εύδαιμονέω -ώ και ευδαιμονία κτλ.
Τα παρασύνθετα είναι συνήθίος:
α) Ρήματα σε -εω ή και άλλα: από το συνθ. ά-σθεν-ής (στερητ. ά- + σθένος) παρασύνθ. άσθενέω -ώ” έτσι και: (άτυχης) ατυχώ, (δυσ-τυχής) δυστυχώ, (ευτυχής) ευτυχώ» (δενδρο-τόμος) δενδροτομώ, (εύ-εργέτης) ευεργετώ, (ζω-γράφος) ζωγραφώ, (καλλι-γράφος) καλλιγραφώ, (ναυ-μάχος) ναυμαχώ, (νυκτο-φύλαξ) νυκτοφυλακώ, (οικοδόμος) οικοδομώ, (ξιφο-μάχος) ξιφομαχώ” (δυσ- + χειρ, θ. χερ- = δυσχερής) δυσχεραίνω, (ά-κόλαστος) άκολασταίνω, (ά-νόητος) άνοηταίνω κ.ά. Πβ. § 426, 1, β.
β) Ουσιαστικά αφηρημένα ή ουσιαστικά που δηλώνουν πρόσωπο: (ά-μελής) αμέλεια» (δυσ-χερής) δυσχέρεια» (εΰ-γενής) ευγένεια» (έφ-ίσταμαί) επιστάτης» (προ-ίσταμαι) προστάτης» (προ-δίδωμι) προδότης» (ά­τακτος) αταξία» (άντι-γράφω) αντιγραφή, αντιγραφέας» (αντιλαμβάνομαι) άντίληψις, άντιλήπτωρ κ.ά.
γ) Επίθετα ρηματικά σε -τος ή -τέος ή και άλλα: (διαβαίνω) διαβατός, διαβατέος” (άφ-αιρώ) αφαιρετέος- (προτιμώ) προτι­μητέος» (έκ-λέγω) έκλεκτέος» (αποδέχομαι) άποδεκτέος» (άπο-δείκνυμι) αποδεικτέος» (άπο-δίδωμι) αποδοτέος» (δια-φαίνομαι) διαφανής» (έπι-φαίνομαι) επιφανής- (προ-πίπτω) προπετής κ.ά.
Μερικά παρασύνθετα παράγονται από δύο ή περισσότερες λέ­ξεις που συνήθως λέγονται μαζί και αποτελούν μία έννοια, αλλά δεν ενώνονται σε σύνθετη λέξη. Π.χ.
(«Αρεως Πάγος) Αρεοπαγίτης (βλ. § 60, 2)- (παρά θάλασσαν) παρα-” θαλάσσιος· (παρά ποταμόν) παραποτάμιος· (Μεγάλη πόλις) Μεγαλοπολί-της· (άνήρ [θ. άνδρΛ αγαθός) άνδραγαθία” (καλός κάγαθός) καλοκαγα­θία- (έν χειρϊ [τίθημι]) εγχειρίζω, (κατά χώραν [τίθημι]) καταχωρίζω- (με­τά χείρας [έχω]) μεταχειρίζομαι- ([ό] άπό [των] χειρών [τον] βίοτον [έ­χων!) άποχειροβίοτος κ.ά. (πβ. τα νεοελλ.: Άγιος Τάφος – Λγιοταφίτης· Βόρεια Ήπειρος – Βορειοηπειρώτης- Ερυθρός Σταυρός – ερυθροσταυρίτης-δημόσιος υπάλληλος – δημοσιοϋπαλληλικός- έξω φρενών – εξωφρενικός κ.ά.).
Ε” Τονισμός των συνθέτων
432. Όπως είδαμε (§ 39, 5), στις σύνθετες λέξεις ο τόνος κανονικά ανεβαίνει ως την τελευταία συλλαβή του α” συνθετικού, αν το επιτρέπει η λήγουσα.
Αντίθετα με τον κανόνα:
Τα σύνθετα (και παρασύνθετα) ουσιαστικά σε -α, -η, -μος, “-ευς, -της, -τηρ τονίζονται στη λήγουσα όπως και τα αντίστοιχα απλά: (φορά) μισθοφόρο, εκδορά, προσλαλιά· (βολή) αποβολή, διακοπή, συγγραφή» (λο­γισμός) συλλογισμός, περισπασμός, συναγερμός- (βασιλεύς) άντιβασιλεύς, άρχιερεύς, διαβολεύς- (αγωνιστής) ανταγωνιστής, πρωταγωνιστής, συμμα­θητής κ.ά.
Τα σύνθετα (και παρασύνθετα) επίθετα σε -ης (-ες) της γ” κλίσης που έχουν δεύτερο συνθετικό ρηματικό θέμα ή θέμα ουδετέρου σε -ος συνήθως τονίζονται στη λήγουσα: αμελής (-ες), ελλιπής, ευπρεπής, θεο­φιλής, συμμιγής· ευγενής, εύειδής, άβαθης κ.ά.
Τονίζονται όμως στην παραλήγουσα όσα λήγουν σε -αντης, -αρκης, -ηθης, -ηρης, -μηκης, -ωδης, -μεγεθης: άν-άντης (~ ανηφορικός), ουδέτ. άν-αντες (το β” συνθετικό άντα, επίρρ. = απέναντι, από την πρόθ. άντί)” έτσι και: κατάντης (= κατηφορικός), προσάντης (= που υψώνεται απέ­ναντι)- αύτ-άρκης, ουδ. αϋτ-αρκες” εύ-ήθης (~ ανόητος), ουδ. εΰ-ηθες-συν-ήθης, ουδ. σύνηθες- ξιφ-ήρης, ουδ. -ήρες” ποδ-ήρης, ουδ. -ήρες· εύ-μήκης, ουδ. εύ-μηκες· ούρανο-μήκης, ουδ. οΰρανό-μηκες· δυσ-ώδης, ευ­ώδης, ουδ. -ώδες- εύ-μεγέθης, ουδ. εύ-μέγεθες. Επίσης τα επίθ. αν­αληθής, φιλαλήθης, ουδ. -άληθες κ.ά.
Τα παρασύνθετα επίθ. σε -ικος που παράγονται από σύνθετα ρή­ματα, τονίζονται στη λήγουσα, όπως και τα απλά, και είναι τρικατάλη-κτα:
(άπο-δείκνυμι) αποδεικτικός, (έπι-τίθεμαι) επιθετικός, (προ-τρέπω) προ­τρεπτικός, (συμβουλεύω) συμβουλευτικός κ.ά.
■ 4) Από τα παρασύνθετα ρηματ. επίθ. σε -τος που παράγονται από ρήματα με α” συνθετικό πρόθεση:
α) όσα σημαίνουν κάτι που μπορεί να γίνει τονίζονται στη λήγουσα και είναι τρικατάληκτα: (ανέχομαι) ανεκτός (= που μπορεί να τον ανεχτεί κανείς), (διαβαίνω) διαβατός, (διαλύω) διαλυτός, (εξαιρώ) εξαίρε­τος (= που μπορεί να εξαιρεθεί), (επαινώ) επαινετός κ.ά.
β) όσα έχουν τη σημασία του παθητ. παρακειμένου τονίζονται στην προπαραλήγουσα και είναι δικατάληκτα: (διαλύω) διαλυτός, -ος, -ον (= διαλυμένος), (διαχέω) διάχυτος, (εξαιρώ) εξαίρετος (= που έχει εξαι­ρεθεί, διαλεγμένος), (περιρρέω) περίρρυτος κ.ά.
Τα σύνθετα ρηματ. επίθ. σε -τος, με α” συνθετικό αχώριστο μόριο ή άλλο μέρος του λόγου εκτός από πρόθεση τονίζονται στην προπαρα­λήγουσα σύμφωνα με το γενικό κανόνα για τον τονισμό των συνθέτων και είναι δικατάληκτα: {ά- + βατός) άβατος, -ος, -ον, (δυσ- + βατός) δύσβατος, (ήμι- + βρωτός) ήμίβρωτος, (θεός + ελατός από το έλαύνω) θεήλατος, (αυτός + κινητός) αυτοκίνητος, (έτερος + κινητός) έτεροκίνη-τος κ.ά.
Τα παρασύνθετα ρηματικά επίθ. σε -τέος παράγονται από σύνθετα ρήματα με α” συνθετικό πρόθεση και φυλάγουν πάντα τον τόνο στην παραλήγουσα: (δια-βαίνω) διαβατέος, (άπο-δείκνυμι) αποδεικτέος, (άπο-δίδωμι) αποδοτέος, (έπι-τρέπω) έπιτρεπτέον, (κατα-βάλλω) καταβλητέον, (καθ-αιρώ) καθαιρετέον κτλ.
Από τα σύνθετα ονόμ. σε -ος της β” κλίσης, που το α” συνθετικό τους είναι θέμα ονόματος ή αντωνυμίας και το β” συνθετικό θέμα ρήμα­τος:
α) όσα έχουν παθητική ή αμετάβατη σημασία προπαροξύνονται: αύτό-γραφος (= που γράφτηκε απ” αυτόν τον ίδιο), πρωτότοκος (= που γεννήθηκε πρώτος), αυτόμολος (= που ήρθε ο ίδιος, μόνος του), ισόρρο­πος (= που ρέπει εξίσου και προς τα δύο μέρη) κ.ά.
β) όσα έχουν ενεργητ. μεταβατική σημασία παροξύνονται, αν η πα­ραλήγουσα είναι βραχύχρονη: λογο-γράφος (= που γράφει λόγους), λιθο-βόλος (= που ρίχνει πέτρες), οίνο-χόος (= που χύνει κρασί), πρωτό­τοκος (= που γέννησε πρώτη φορά), σιτο-φάγος (= που τρώει σιτάρι) κ.ά,” οξύνονται όμως, αν η παραλήγουσα είναι φύσει ή θέσει μακρόχρο­νη: κυν-ηγός, ναυ-πηγός, στρατ-ηγός, παιδ-αγωγός, άργυρ-αμοιβός, ίππο-βοσκός, ψυχο-πομπός κ.ά.
Στ” Σημασία των συνθέτων
Τα σύνθετα κατά τη σημασία τους χωρίζονται σε προσδιοριστι­κά, αντικειμενικά, κτητικά και συνδετικά ή παρατακτικά.
α) Προσδιοριστικά σύνθετα
Προσδιοριστικά λέγονται τα σύνθετα που το πρώτο συνθετικό τους προσδιορίζει το δεύτερο. Όταν δηλ. το σύνθετο αναλυθεί κατά τη σημασία του. το α” συνθετικό γίνεται προσδιορισμός του δεύτερου, ή επιρρηματικός (καθαρός επιρρηματικός ή εμπρόθετος) ή προσδιορισμός σε πτώση γενική:
επιθ. προσδιορισμός: ακρόπολις (= άκρα πόλις), πλαγίαυλος (= πλάγιος αυλός)
επιρρ. )> όψιμαθής (= ό όψέ μαθών), παλαιγενής (= ό πάλαι
γενόμενος)
εμπρόθ. » όρεοίτροφος (— ό έν ορεσι τρεφόμενος), χειροποίη-
τος (— ό δια χειρός πεποιημένος)
προσδ. με γενική: δημοκρατία (= δήμου κράτος) θεογονία (— θεών γένεσις) κ.ά.
(πβ. τα νεοελλ.: κοκκινόχωμα = κόκκινο χώμα” κρυφομιλώ = μιλώ
κρυφά” σιδερόφραχτος ~- φραγμένος με σίδερα* νεροπότηρο = ποτήρι
του νερού κτλ.).
β) Αντικειμενικά σύνθετα
Αντικειμενικά λέγονται τα σύνθετα που, όταν αναλυθούν κατά τη σημασία τους, το ένα συνθετικό μέρος γίνεται αντικείμενο του άλ­λου:
βίψασπις (= ό βίπτων τήν ασπίδα)· μισάνθρωπος (= ό μισών τούς ανθρώ­πους)· λογογράφος (=σ γράφων λόγους)» λιθοτόμος (~ ό τέμνων λίθους) κ.ά. (Πβ. τα νεοελλ.: ωροδείκτης = που δείχνει την ώρα* μελισσοφάγος = πουλί που τρώει τις μέλισσες κτλ.).
γ) Κτητικά σύνθετα
Κτητικά σύνθετα λέγονται όσα φανερώνουν κτήση. Αυτά μπορούν να αναλυθούν στη μετοχή έχων (ή άλλη κατάλληλη) με αντι­κείμενο το β” συνθετικό και επιθετικό προσδιορισμό του το α” συνθετι­κό: μακρόχειρ {= ό έχων μακράς χείρας)· κακοδαίμων (= ό έχων κακόν δαίμονα, κακήν τύχην)· λευκόθριξ (= ό έχων λεύκας τρίχας)- δίδραχμον, ενν. νόμισμα (= τό έχον τιμήν δυο δραχμών)» πολύκαρπος (= ό έχων, ό παράγων πολλούς καρπούς) κ.ά.
{Πβ. τα νεοελλ.: ξανθομάλλης = εκείνος που έχει ξανθά μαλλιά- γα­λανομάτης – εκείνος που έχει γαλανά μάτια κτλ.).
δ) Συνδετικά ή παραιακτικά σύνθετο
437. Συνδετικά ή παρατακτικά λέγονται τα σύνθετα που σημαίνουν ό,τι και τα συνθετικά τους μέρη ενωμένα με το σύνδεσμο και: τραγ-έλαφος (τράγος και έλαφος)- ίατρό-μαντις (ιατρός και μάντις)” γλυκύ-πικρος (γλυκύς και πικρός)· λευκο-μέλας (λευκός και μέλας) κ.ά.
35ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΛΛΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΛΕΞΕΩΝ
Είδαμε (§ 372) ότι οι περισσότερες λέξεις της ελληνικής σχη­ματίστηκαν από άλλες με παραγωγή ή με σύνθεση, κατά τους κανόνες που αναγράφονται στα δύο προηγούμενα κεφάλαια. Πολλές όμως λέξεις σχηματίστηκαν και με δύο άλλους τρόπους που είναι: α) η ονοματο­ποιία και β) η αλλαγή του γραμματικού είδους.
α) Ονοματοποιία
Ονοματοποιία λέγεται ο ιδιαίτερος τρόπος σχηματισμού λέξεων από μίμηση ορισμένων ήχων. Π.χ. η λ. δοΰπος δεν σχηματίστηκε με πα­ραγωγή ή με σύνθεση, παρά από μίμηση του υπόκωφου ήχου δουπ- με προσθήκη της κατάληξης -ος. Είναι δηλ., όπως λέγεται, λέξη πεποιημένη (φτιαγμένη). Η λέξη που σχηματίζεται με τέτοιον τρόπο λέγεται ονομα-τοποιημένη λέξη. Εννοείται ότι από μια ονοματοποιημενη λέξη μπο­ρούν να σχηματιστούν έπειτα νέες παράγωγες λέξεις με τις γνωστές πα­ραγωγικές καταλήξεις: δοΰπος: δουπ-έω -ώ (ομηρ.).
Οι ονοματοποιημένες λέξεις είναι ονόματα ή ρήματα που σχη­ματίστηκαν:
α) Από μίμηση φυσικών ήχων:
βόμβος (αρχικά για τον άνεμο = ήχος εξακολουθητικός και υπόκωφος):
βομβέω -ώ’
βλύζω (για υγρά = αναπηδώ, αναβλύζω): βλόσις, βλύσμα· βρέμω (αρχικά για το κύμα = ηχώ με πάταγο): βρόμος (= ήχος βροντε­ρός, πάταγος)-
καχλάζω (για υγρά που βρίσκονται σε κίνηση, αναταραχή = κοχλάζω): κάχλασμα’
παφλάζω (αρχικά για τα κύματα = ηχώ με θόρυβο): πάφλασμα-ρόθος (= ορμητικός ήχος, πάταγος κυμάτων): ροθέω -ώ (= βουίζω), ρό-
θιος (—- εκείνος που ορμά με θόρυβο· ρόχθος (για κύματα που βρίσκονται σε αναταραχή = πάταγος, βοή): ρο-
χθεω -ώ” (πβ. τα νεοελλ.: πλατσαρίζω, μπουμπουνίζω, μπουμποννητό
κτλ.).
β) Από μίμηση ήχου αντικειμένων που κάνουν κρότο ή ενεργειών που προκαλούν θόρυβο:
δοΰπος (= βαρύς υπόκωφος ήχος): δουπέο^ -ώ” απ” αυτό και γδούπος, κυρίως στα σύνθετα, όπως το ποιητ. σύνθ. έρί-γδουπος (= που ηχεί βροντερά)»
κλαγγή (= ήχος του τόξου, όταν εκτοξεύεται το βέλος): κλαγγάζω και
κλαγγάνω, κλαγγώδης, κλαγγηδόν (— με κλαγγή)-κτύπος (= δυνατός ήχος, κρότος): κτνπέω -ώ, κτύπημα κτλ.· σίζω (= βγάζω ήχο σαν σφύριγμα, όπως το καυτό μέταλλο όταν βυθίζε­ται σε κρύο νερό): σιγμός (= ήχος σαν σφύριγμα)· τρίζω (= παράγω ιδιαίτερο ήχο «σαν τρίξιμο): τριγμός» τρώγω (~- τρώγω κάτι σκληρό, κριτσανίζω): τρώκτης κτλ.
(Πβ. τα νεοελλ.: τραντάζω, τσακίζω, τσιτσιρίζω, κριτσανίζω κτλ.), γ) Από μίμηση φωνών ή επιφωνημάτων του ανθρώπου: αίάζω (= κράζω αίαϊ, θρηνώ)- αλαλάζω (= βγάζω την κραυγή άλαλαί που μ1 αυτήν άρχιζαν τη μάχη): άλαλητός” έλελίζω (= βγάζω την πολε­μική κραυγή έλελεύ)· κα(γ)χάζω (= χαχανίζω, γελώ ηχηρά): (κα(γ)χα-σμός” κιχλίζω (= γελώ προσποιητά): κιχλισμός· κραυγή (= δυνατή φω­νή): κραυγάζω- οίμώζω (—φωνάζω οϊμοι, θρηνώ): οιμωγή κ.ά. (Πβ. § 403).
δ) Από μίμηση της φωνής των ζώων:
βαΰζω (για σκύλους = γαβγίζω- αλλά και για ανθρώπους — ουρλιάζω)-βληχάομαι -ώμαι (γι” αρνιά και για γίδες = βελάζω), βληχή (= βέλα­σμα)· βρυχάομαι -ώμαι (κυρίως για λιοντάρια), βροχή, βρυχηθμός, βρύχη-μα (= άγρια φαίνή, μούγκρισμα)· κακάβη (= η πέρδικα, που ονομάστηκε έτσι από τη φωνή της), κακαβίζω ή κακάζω (για τη φωνή της πέρδικας = κακαρίζω)· κοκκύζω (για την κραυγή του κούκου- κόκκυξ = ο κού­κος)· κράζω (κυρίως για κοράκια, βατράχους κτλ. αλλά και για ανθρώ­πους)- κραυγάζω (για σκύλους, κοράκια κτλ. αλλά και γι” ανθρώπους = βγάζω δυνατή φωνή)» κρώζω (για το κοράκι, την κουρούνα και γι” άλλα πουλιά), κρωγμός (= κραυγή κορακιού ή κουρούνας)· πιπ(π)ίζω (για τα πουλιά)- τιτίζω (για τα πουλιά) κ.ά.
(Πβ. τα νεοελλ.: ζουζούνι, καρακάξα, κουκουβάγια κτλ., που ονομά­στηκαν έτσι από τον ήχο της φωνής τους).
β) Αλλαγή του γραμματικού είδους
441. Πολλές φορές μια λέξη όχι μόνο μεταβάλλει την αρχική σημα­σία της, αλλά και μεταπηδά από ένα μέρος του λόγου σε άλλο. Π.χ. στην αρχαία γλώσσα η λ. τριήρης αρχικά ήταν επίθετο και λεγόταν μαζί με το ουσιαστικό ναΰς: τριήρης ναΰς (= πλοίο με τρεις σειρές κουπιά)· έ­πειτα με παράλειψη του ουσ. ναΰς η λ. τριήρης πήρε τη σημασία του ου­σιαστικού. Έτσι και: ό έπιμελούμενος είναι μετοχή (με το άρθρο της), αλλά πολλές φορές στη φράση χρησιμοποιείται αντί για το επίθετο ό επιμελής κτλ. (Πβ. στα νεοελλ.: τα επίθ. μηχανικός, εκπαιδευτικός, νομι­κός κτλ. σε ορισμένες περιπτώσεις παίρνουν σημασία ουσιαστικών και σημαίνουν πρόσωπα που ασκούν τα σχετικά επαγγέλματα- αντίθετα κά­ποτε μερικά ουσιαστικά χρησιμοποιούνται σαν επίθετα- π.χ. λιοντάρι = γενναίος, λαγός = δειλός κτλ.).
Στις περιπτώσεις αυτές έχομε αλλαγή του γραμματικού είδους, που λέγεται και καταχρηστική παραγωγή.
Στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, η αλλαγή του γραμματι­κού είδους των λέξεων είναι πολύ συνηθισμένη:
α) Κύρια ονόματα προσώπων γίνονται από κοινά ουσιαστικά, επίθε­τα ή μετοχές: Γνάθων -ωνος (από το μεγεθυντικό γνάθων), Εύθύφρων -όνος (από το επίθ. εύθύφρων = αυτός που σκέφτεται σωστά), Θάλλων -ωνος (από τη μετοχή ενεστ. του ρ. θάλλω), Λύσων -ωνος (από τη μετο­χή μέλλ. του ρ. λύω), Πείσων -ωνος (από τη μετοχή μέλλ. του ρ. πείθω) κ.ά. (πβ. τα νεοελλ. Δοντάς, Μαγουλάς, Στρατηγός, Λιανός, Καλούμενος) κτλ. Και με ανέβασμα ή κατέβασμα του τόνου: (φαιδρός) Φαιδρός, (πυρ­ρός) Πύρρος, (σιμός) Σΐμος, (δημοσθενής) Δημοσθένης, (ίσοκρατής) Ισο­κράτης, (πολυκρατής) Πολυκράτης, (περικλεής) Περικλέης -ής, (σωζόμε­νος) Σωζόμενος, (άκούμενος) Άκουμενός κ.ά. (Πβ. τα νεοελλ.: σταυρός -Σταύρος» χοντρός – [Χόντρος] Χόνδρος κτλ.).
β) Τοπωνυμίες (γεωγραφικά ονόματα) γίνονται από κοινά ουσιαστι­κά ή επίθετα: Μαραθών (από το περιεκτικό μαραθών = τόπος που έχει πολλά μάραθα), Σικυών (από το περιεκτικό σικυών ~ τόπος όπου παρά­γονται πολλά αγγούρια· σικυός — αγγούρι), Κεραμεικός (από το επίθ. κεραμεικός). Έτσι και: Ελλάς, Κρόνιον, Άρτερίσιον, Θησεϊον, που αρχι­κώς ήταν επίθετα, έγιναν έπειτα ουσιαστικά από παράλειψη του αρχικού ουσιαστικού που συνόδευαν (Ελλάς γή ή χώρα, Κρόνιον ιερόν) κτλ.
γ) Κοινά ουσιαστικά (προσηγορικά) γίνονται από επίθετα: κεραμεική, μαντική, πολεμική κτλ. (ενν. τέχνη)· θεωρικά, στρατιωτικά κτλ. (ενν. χρήματα)· νικητήρια, σωτήρια κτλ. (ενν. ιερά).
Επίσης ως ουσιαστικά χρησιμοποιούνται επίθετα και μετοχές με το άρθρο τους, που αρχικά ήταν επιθετικοί προσδιορισμοί ουσιαστικών που παραλείπονται: ό αγαθός, ό σοφός, ό πλούσιος κτλ. (ενν. άνθρωπος ή άνήρΥ οί άριστοι, οι ολίγοι, οί πολλοί (ενν. πολίταί)· οί ζώντες, οί τεθνεώτες, οί προγεγενημένοι, οί παρόντες, οί απόντες (ενν. άνθρωποι)· ό λέγων (~ ο ρήτορας), ό διώκων (= ο κατήγορος), ό φεύγων (= ο κατηγο­ρούμενος), οί έχοντες (= οι πλούσιοι), ό νικών (= ο νικητής), ή ειμαρμέ­νη (= η μοίρα), ή έπιοϋσα (~ η επόμενη μέρα), τό παρελθόν, τό παρόν, τό μέλλον, τό δέον, τό προσήκον κ.ά.
Έτσι μερικά επίθετα και μερικές μετοχές έγιναν στο τέλος τέλεια ουσιαστικά: τριήρης, τετρήρης, πεντήρης (ενν. ναός), ό άρχων (= αρχη­γός, κυβερνήτης), ή αίθουσα (μετοχή του ρ. αίθω — λάμπω: αυτή που λάμπει, ενν. στοά) κ.ά.
δ) Ως επίθετα χρησιμοποιούνται πολλές επιθετικές μετοχές (επιθετι­κοί προσδιορισμοί): ό λάμπων ήλιος (~ό λαμπρός ήλιος), ή εύδαιμονοΰ-σα χώρα (= ή ευδαίμων χώρα), τό ζέον ύ’δωρ (= τό θερμόν ϋδωρ), ό ευδό­κιμων ποιητής (— ό ευδόκιμος ποιητής), οί εύποροΰντες πολΐται (~ οί εύ­ποροι πολΐται) κ.ά.
36ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 1. Κυριολεξία και μεταφορά
Οι λέξεις κάθε γλώσσας εκφράζουν γενικά ορισμένες έννοιες: άνθρωπος, γή, ουρανός, καλός, κακός, έρχομαι, λέγω κτλ. (βλ. § 6 και § 27).
Αλλά πολλές φορές στην αρχαία ελληνική (όπως και στη νέα και σε άλλες γλοόσσες) οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στη μία μόνο, την αρχι­κή (και βασική) σημασία τους με την οποία δηλώνεται ορισμένη έννοια-συχνά η βασική αυτή σημασία τους μεταφέρεται σε άλλες έννοιες. Έτσι π.χ. η αρχαία λέξη βεομα σήμαινε καθετί πού ρέει, τρέχει, ιδίως για τα υγρά” αργότερα όμως η σημασία της μεταφέρθηκε και σε έννοιες νοητών πραγμάτων, και είπαν: τό τ^ς τύχης βεομα μεταπίπτει τα­χύ, για να δείξουν πόσο μοιάζει η τύχη των ανθρώπων με ένα ποτάμι που ολοένα κυλά, άρα αλλάζει, μεταβάλλεται. Η χρήση μιας λέξης στην αρχική, την κύρια σημασία της, λέγεται κυριολεξία, στην παραλλαγμένη σημασία της λέγεται μεταφορά ή μεταφορική χρήση.
Η μεταφορική χρήση των λέξεων, που δίνει στο λόγο εκφρα­στικότητα και ζωηρότητα, είναι συχνή στην αρχαία ελληνική. Έτσι, μεταφορικά χρησιμοποιούνται:
α) Ουσιαστικά: η λ. βλαστός σημαίνει κυριολεκτικά το νέο κλαδί ενός φυτού (βλαστάρι, κλωνάρι)· η ίδια λέξη μεταφορικά σημαίνει το τέκνο- η λ. ερκος (= φραγμός) λέγεται κυριολεκτικά για τον περίβολο της αυλής, χρησιμοποιείται όμως μεταφορικά στις φράσεις έρκος οδόν­των (= περίφραγμα που σχηματίζουν τα δόντια), έρκος πολεμιστών (= α­μυντική παράταξη πολεμιστών).
Έτσι και: ποιμήν (μτφ. = ηγεμόνας, άρχοντας), ημέρας βλέφαρον (αντί: ημέρας οφθαλμός, μτφ. = ήλιος), λιμήν (μτφ. = καταφυγή, κατα­φύγιο), κυβερνήτης (κυριολ. = κυβερνήτης πλοίου, πηδαλιούχος* μτφ. = άρχοντας που κυβερνά την πόλη), οίστρος (κυριολ. = βοϊδόμυγα* μτφ. = καθετί που ερεθίζει, διέγερση), χειμών (κυριολ. = χειμώνας, κακοκαι­ρία- μτφ. = δυστυχία, συμφορά), έ’αρ (κυριολ. = άνοιξη» μτφ. — νεανική ηλικία), σκάφος (κυριολ. πλοίο» μτφ. «σκάφος της πόλεως» = πολιτεία) κ.ά.
β) Επίθετα: τείχη χαλκά και αδαμάντινα (= δυνατά), ύγίεια χρυσή
(= πολύτιμη), ήμερα χρυσή (= ηλιόλουστη), ανήρ σκληρός (= αυστηρός, πεισματάρης), μαλακός (= ήπιος, πράος ή άτολμος, δειλός), θυμός σίδη­ρους {= ψυχή σκληρή, αλύγιστη), γέροντες πρίνινοι (= δυνατοί και ακ­μαίοι), ψιλός (κυριολ. για το έδαφος = άδεντρος- για ζώα = άτριχος· μτφ. = στερημένος από κάτι, ακάλυπτος- πβ. στρατιώτης ψιλός = ελαφρά οπλισμένος· ή ψυχή ψιλή ούσα τού σώματος = στερημένη από το σώμα. χωρίς το σώμα· νεκρός ψιλός = που δεν σκεπάστηκε με χώμα κτλ.), πτερόεις (κυριολ. = φτεροπός- μτφ. = ελαφρός, φευγαλέος) κ.ά.
γ) Ρήματα: δάκνω (κυριολ. = δαγκάνω- μτφ. = λυπώ), υφαίνω (κυ­ριολ. υφαίνω ίστόν μτφ. υφαίνω δόλον = παρασκευάζω δόλο, δολοπλο-κώ), άνθώ (κυριολ. για φυτά- μτφ. = ακμάζω), αναχαιτίζω (κυριολ. = σταματώ το άλογο κρατώντας το από τη χαίτη- μτφ. = σταματώ κάτι με τη δύναμη μου, συγκρατώ), στέγω (κυριολ. = στεγάζω, σκεπάζω- μτφ. = προστατεύω, υπερασπίζυ)), ηγούμαι (κυριολ. = προπορεύομαι· μτφ. = άρχω), λάμπω (κυριολ. = παρέχω φως, λαμποκοπώ- μτφ. = διακρίνομαι, διαπρέπω, π.χ. λάμπει ή αρετή, ή φαίνομαι φαιδρός, χαρούμενος, π.χ. φαιδρός λάμποντι μετώπω), πίνω (κυριολ. = πίνω νερό κτλ.· μτφ. ή γή πίνει τον δμβρον, ό λύχνος πίνει τό έλαιον κτλ.), πίπτω (κυριολ. = ρίχνο­μαι κάτω· μτφ. πίπτω έν μάχη = φονεύομαι- για τον άνεμο = κοπάζω· για ενέργεια = αποτυχαίνω) κ.ά.
δ) Επιρρήματα, κυρίως τροπικά, παράγωγα από επίθετα: ασθενώς -βαρέως φέρω τι (= ελαφρά, λίγο – δύσκολα υποφέρω κάτι, δυσφορώ για κάτι), κούφως φέρω τι (= εύκολα υποφέρω κάτι, θεωρώ κάτι εύκολο), κα/νώς λαλώ (= μιλώ με νέο, παράδοξο τρόπο, παραδοξολογώ) κ.ά.
ε) Προθέσεις: άμφι (κυριολ. = και από τα δύο μέρη· μτφ. άμφΐ τά πεντήκοντα — περίπου, επάνω κάτω…), περί (κυριολ. = ολόγυρα- μτφ. περί μέσας νύκτας = περίπου, σχεδόν…), έπϊ (κυριολ. = επάνω- μτφ. ό έπϊ τών νεών = αυτός που έχει την επιστασία των πλοίων) κτλ.

2. Είδη μεταφοράς
444. Γενικά οι αλλαγές που παρουσιάζουν οι σημασίες των λέξεων, με τη μεταφορική χρήση τους μπορούν να διαιρεθούν σε δύο κατηγο ρίες:
α) Το πλάτεμα της σημασίας, όταν αυτή από την αρχική έννοια στην οποία είχε αποδοθεί μια λέξη επεκτείνεται και σε άλλες, εξαι­τίας κάποιας ομοιότητας με την πρώτη έννοια. Π.χ; η λ. κυβερνήτης, που λεγόταν αρχικά μόνο για τον κυβερνήτη του πλοίου, πήρε αργότε­ρα πλατύτερη σημασία και σημαίνει και αυτόν που διοικεί την πόλη, το κράτος κτλ. Έτσι και η λ. άγκών, που αρχικά σήμαινε την καμπή του βραχίονα, χρησιμοποιήθηκε έπειτα με γενικότερη σημασία και για κάθε καμπή: άγκών τείχους κτλ. (Πβ. τα νεοελλ.: φύλλο, αρχικά φύλλο δέντρου, έπειτα μ” επέκταση της σημασίας: φύλλο χαρτιού, τετραδίου, βιβλίου, παραθύρου κτλ.).
β) Το στένεμα της σημασίας, όταν αυτή περιορίζεται· ενώ δηλα­δή αρχικά η λέξη χρησιμοποιείται για πολλά όμοια πράγματα, συνηθίζε­ται έπειτα για ένα από τα όμοια πράγματα. Π.χ. ή λ. άστυ με την αρχική της σημασία λέγεται για κάθε πόλη: τό άστυ Κορίνθου, Θήβης, Σούσων κτλ.» αργότερα όμως από τους Αττικούς χρησιμοποιείται ειδικά για την πόλη της Αθήνας (συχνά χωρίς άρθρο): εξ άστεως νυν εις άγρόν χωρώ-μεν. Έτσι και η λ. ισθμός αρχικά λέγεται για κάθε ισθμό: ό ισθμός της Παλλήνης, ό τών Λευκαδίων ισθμός κτλ.· αργότερα όμως χρησιμοποιεί­ται η λέξη μόνη της (χωρίς προσδιορισμό) και σημαίνει ειδικά τον ισθ­μό της Κορίνθου: (Ευρυβιάδης έβοόλετο) πλεΐν επί τον ίσθμόν κτλ. (Πβ. τα νεοελλ.: η πόλη — κάθε πόλη· έπειτα, ειδικά = η Κωνσταντινούπολη —και τότε γράφεται η Πόλη—, μοναχός = μόνος, απομονωμένος- έπειτα, ειδικά = καλόγερος κτλ.).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΝΩΜΑΛΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ
Α
Άγομαι. Βλ. § 347, 4 (σ. 231) άγνυμι. Βλ. κατάγννμι.
αγορεύω (θέματα βλ. § 358, σ. 240), πρτ. ήγόρευον, μέλλ. -αγορεύσω και συνήθ. -ερώ, αόρ. -ηγόρευσα και β” -εΐπον, πρκμ. -είρηκα, υπερσ. -ειρήκειν. Παθ. άγορεόομαι, πρτ. -ηγορευόμην, μέσ. μέλλ. ως παθ. -αγορεύσομαι, παθ. μέλλ. -ρηθήσομαι, παθ. αόρ. -ηγορεόθην και συ­νήθ. -ερρήθην, πρκμ. -ειρημαι, υπερσ. -ειρήμην. Παράγ. άγόρευσις, άγορητής, προσρητέος, προσ-αγορευτέος, απόρρητον κτλ.
δγω (= οδηγώ, φέρνω” θ. άγ-), πρτ. ήγον, μέλλ. άξω, αόρ. β” ήγαγον (βλ. § 314, 1, 5), πρκμ. ήχα και (μτγν.) άγήοχα (βλ. § 69, 2, α), υπερσ. (μτγν.) ήγηχόειν. Μέσ. και παθ. άγομαι, πρτ. ήγόμην, μέσ. μέλλ. άξο-μαι, μέσ. αόρ. β” ήγαγόμην, παθ. μέλλ. άχθήσομαι, παθ. αόρ. ήχθην, πρκμ. τ/γμα-, υπερσ. ήγμην. Παράγ. αγωγή, αγωγός, άγωγεός, έπ-ακτός, έπείσακτος, άκτέον κτλ.
άδικέω -ώ. Βλ. § 359, 4 (σ. 241).
δδω (= ψάλλω, τραγουδώ* θ. άειδ-, ά<5-), πρτ. ήδον, μέσ. μέλλ. ώς ενεργ. ασομαι (βλ. § 359, 3), αόρ. ήσα. Παθ. αδομαι, παθ. αόρ. ήσθην. Πα­ράγ. άσμα, φδή (από το άοιδή), άστέον.
αΐδέομαι -οΰμαι. Βλ. § 331, πίν. β, 2 (σ. 214).
αίνέω -ώ. Βλ. § 331, πίν. β, 1 (σ. 213).
αίρέω -ώ. Βλ. § 331, πίν. β, 1 (σ. 214) και § 358 (σ. 240).
αίρω (= σηκώνω- θ. άρ- και απ” αυτό apj- = αίρ-, § 301, 2), πρτ. ήρον, μέλλ. άρω, αόρ. ήρα (υποτ. άρω, προστ. άρον κτλ.), πρκμ. ήρκα, ύ-περσ. -ήρκειν. Μέσ. και παθ. αίρομαι, πρτ. ήρόμην, μέσ. μέλλ. άροΰ-μαι, μέσ. αόρ. ήράμην, παθ. αόρ. ήρθην (και ως μέσ.), πρκμ. ήρμαι, υπερσ. ήρμην. Παράγ. άρσις, άρμα (= το βάρος που σηκώνει κα­νείς), άρδην κτλ.
αισθάνομαι (αποθ. μέσ.- θ. αίσθ-” απ” αυτό αίσθ-αν- § 357, β” και αίσθε-= αίσθη- § 353, γ), πρτ. ήσθανόμην, μέσ. μέλλ. αίσθήσομαι, μέσ. αόρ. β” ήσθόμην (βλ. § 314, 1, α), πρκμ. ήσθημαι, υπερσ. ήσθήμην. Παράγ. αίσθημα, αίσθησις, αισθητός (ευαίσθητος, αναίσθητος).
αίτιάομαι -ώμαι (αποθ. μεικτό). Βλ. § 331, πίν. α, 1 (σ. 212).
άκέομαι -οΰμαι (αποθ. ενεργ.). Βλ. § 331, πίν. β, 2 (σ. 215). ακούω. Βλ. § 291 (σ. 179) και § 359, 3 (σ. 241). άλέω -ώ. Βλ. § 331, πίν. β, 2 (σ. 215).
άλίσκομαι (= πιάνομαι, κυριεύομαι» αποθ., παθ. του αΐρέω -ώ” θ. Fal- = άλ-, απ” αυτό άλ-ισκ- § 354 και ¥αλω- = άλω-, άλο-\ πρτ. ήλισκό-μην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. άλώσομαι (§ 359, 4), ενεργ. αόρ. β” με παθ. σημασ. έάλων και σπάν. με συναίρεση ήλων (§ 269, 1, δ» ύ-ποτ. άλω, -ως, -φ κτλ., ευκτ. άλοίην, απαρ. άλώναι, μετ. άλούς), πρ­κμ. έάλωκα και σπάν. με συναίρ. ήλωκα (β. § 272, 4), υπερσ. ήλώ-κειν. Παράγ. άλωσις, άλωτός, ευάλωτος κτλ.
άμαρτάνω (— αποτυχαίνω, λαθεύω», θ. άμαρτ-” απ” αυτό άμαρτ-αν- § 357, β” και άμαρτε- = άμαρτη- § 353, γ) πρτ. ήμάρτανον, μέσ. μέλλ. μ” ε­νεργ. σημασ. άμαρτήσομαι (§ 359, 3), αόρ. β” ήμαρτον, (βλ. § 314, I, α) πρκμ. ήμάρτηκα, υπερσ. ήμαρτήκειν. Παθ. άμαρτάνομαι και συ-νήθ. ως απρόσ. άμαρτάνεται, πρτ. ήμαρτάνετο, παθ. αόρ. ήμαρτήθη, πρκμ. ήμάρτηται, υπερσ. ήμάρτητο. Παράγ. αμαρτία, αμάρτημα, αμαρτωλός, άναμάρτητος, έπεξαμαρτητέον κτλ.
άμφιέννυμι (άμφι + έ’ν-νο-μι = ντύνω» θ. ¥εσ- = έσ-” απ αυτό έσνυ- = έννυ- § 333, δ), πρτ. ήμφιέννυν (§ 269, 2, α), μέλλ. συνηρ. άμφιώ, -εΐς, -εί κτλ., αόρ. ήμφίεσα. Μέσ. άμφιέννυμαι, (πρτ. ήμφιεννόμην), μέσ. μέλλ. άμφιέσομαι, πρκμ. ήμφίεομαι. Παράγ. άμφίεσις, άμφίεσμα, είμα (από το ¥εσ-μα), έσθής (από το θ. ¥εσ-, έσ-, έσ-), ίμάτιον (υπο-κορ. από το ¥έσ-μα, είμα, ίμά).
αναλίσκω και άναλόω -ώ (= ξοδεύω- θ. άν-αΛ– απ” αυτό άν-αλ-ισκ- § 354 και άν-αλο-), πρτ. άνήλισκον και άνήλουν, μέλλ. άναλώοω, αόρ. άνήλωσα, πρκμ. άνήλωκα. Μέσ. και παθ. αναλίσκομαι και σπάν. αναλύομαι -οΰμαι, πρτ. άνηλισκόμην και άνηλούμην, παθ. μέλλ. άνα-λωθήσομαι, παθ. αόρ. άνηλώθην, πρκμ. άνήλωμαι, υπερσ. άνηλώμην. Παράγ. άνάλωμα, άνάλωσις, άναλωτής, άναλωτέος κτλ.
άνιάω -ώ (= λυπώ, στενοχωρώ- θ. άνιά), πρτ. ήνίαον -ων, μέλλ. ανιά’σω, αόρ. ήνίάσα (§ 331, 1). Μέσ. άνιώμαι, πρτ. ήνιώμην, μέσ. μέλλ. άνιάσομαι, παθ. αόρ. ως μέσ. ήνιά’θην § 359, 5). Παράγ. ανίάρός κτλ.
ανοίγω και άνοίγνυμι (άνά + οίγω” θ. Fo/y- = οίγ-” απ” αυτό oiy-vo- § 333, α), πρτ. άνέωγον (§ 269, 1, δ), μέλλ. ανοίξω, αόρ. άνέωξα, πρ­κμ. άνέφχα (§ 272, 2). Παθ. ανοίγομαι, πρτ. άνεωγόμην, παθ. αόρ. άνεφχθην, πρκμ. άνέωγμαι, υπερσ. άνεωγμην, συντελ. μέλλ. άνεώςΌ-μα* (= θά είμαι ανοιχτός). Παράγ. άνοιγμα, άνοιξις, ανοικτός, άνοι-κτέον.
άνύω και άνύτω (ή άνύτω). Βλ. § 291 (σ. 179).
απεχθάνομαι (αποθ. = γίνομαι μισητός- θ. έχθ-” απ” αυτό έχθ-αν- § 357, β” και έχθε- = έχθη- § 353, γ), πρτ. άπηχθανόμην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. άπεχθήσομαι, μέσ. αόρ. β” με παθ. σημασ. άπηχθόμην, πρκμ. άπήχθημαι, υπερσ. άπηχθήμην.
(άπο)δειλιάω -ώ. Βλ. § 331, πίν. α, 1 (σ. 212).
(άπο)διδράσκω (-= δραπετεύω· θ. δρα- και απ” αυτό δι-δρα-σκ- § 356), πρτ. άπεδίδρασκον, μέσ. μέλλ. μ” ενεργ. σημασ. άποδράσομαι (§ 359. 3). αόρ. β” άπέδραν (§§ 349-350), πρκμ. άποδέδρακα, υπερσ. άπεδεδράκειν. Παράγ. άπόδρασις, άδραστος (= εκείνος που δεν μπο­ρεί να ξεφύγει).
(άπο)θντ)σκω (θ. θαν-, θνα-, θνη- και απ” αυτό θνη-ισκ- = θνησκ- § 354), πρτ. άπέθνησκον, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) άποθανοΰμαι, αόρ. β” άπέθα-νον, πρκμ. τέθνηκα (§ 351, 9), υπερσ. έτεθνήκειν, συντελ. μέλλ. τεθνήξω. Παράγ. θνητός.
άπόλλυμι και άπολλύω (= καταστρέφω, χάνω· θ. όλ-· απ” αυτό όλ-νυ- = όλλυ- και όλε-), πρτ. άπώλλυν και άπώλλυον; μέλλ. (συνηρ.) άπολώ, αόρ. απώλεσα, πρκμ. άπολώλεκα (§ 273), υπερσ. άπωλωλέκειν, συντελ. μέλλ. άπολωλεκώς έ’σομαι. Παθ. άπόλλυμαι, πρτ. άπωλλύ-μην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) άπολοΰμαι, μέσ. αόρ. β” με παθ. σημασ. άπωλόμην, ενεργ. πρκμ. β” με παθ. σημασ. άπόλωλα (§ 273), υπερσ. άπωλώλειν. Παράγ. όλετήρ, όλεθρος, απώλεια, πανώλης, εξώλης (= ολότελα χαμένος), προώλης (= χαμένος από πριν, άξιος να χαθεί πρόωρα).
αρέσκω (θ. άρ-, άρε- και απ” αυτό άρε-σκ- § 354), πρτ. ήρεσκον, μέλλ. αρέσω, αόρ. ήρεσα. Μέσ. αρέσκομαι, πρτ. ήρεσκόμην, μέσ. αόρ. ήρε-σάμην. Παράγ. αρεστός (εύάρεστος, δυσάρεστος) κτλ.
άρκέω -ω. Βλ. § 331, πίν. β, 2 (σ. 215).
άρόω -ώ. Βλ. § 331, πίν. γ, 1 (σ. 216).
αΰξω και αυξάνω (θ. αογ- + σ = αύξ- § 357, ς” και απ” αυτό αόξ-αν- § 357, β” και αύξε- = αύξη- § 353, γ), πρτ. ηύ’ξανον και ηΰξον, μέλλ. αυξήσω, αόρ. ηό’ξησα, πρκμ. ηύ’ξηκα. Μέσ. και παθ. αΰξομαι και αυ­ξάνομαι, πρτ. ηϋξόμην και ηΰξανόμην, μέσ. μέλλ. αύξήσομαι, παθ. μέλλ. αύξηθήσομαι, παθ. αόρ. ηόξήθην, πρκμ. ηϋξημαι, υπερσ. ηύξή-μην. Παράγ. αυξησις, αϋξητός, αύξητέον κτλ.
άφικνέομαι -οΰμαι (αποθ. = φθάνω- θ. ικ- και απ” αυτό ίκ-νε- § 357, δ’), πρτ. άφικνούμην, μέσ. μέλλ. άφίξομαι, μέσ. αόρ. β” άφικόμην, πρκμ. άφΓγμαι, υπερσ. άφίγμην. Παράγ. άφιξις, εφικτός (ανέφικτος) κτλ.
άχθομαι (αποθ. = στενοχωριέμαι, αγανακτώ» θ. άχθ- και άχθεσ), πρτ. ήχθόμην, μέσ. μέλλ. άχθέοομαι, παθ. αόρ. με μέσ. σημασ. ήχθέσθην.
Β
Βαίνω (™ βαδίζω» θ. βη- και βα-” απ” αυτό βα-νι- = βαιν- § 357, ε’), πρτ. -εβαινον, μέσ. μέλλ. μ* ενεργ. σημασ. -βήσομαι (§ 359, 3), αόρ. β” -εβην (§§ 349 – 350), πρκμ. βέβηκα (§ 351. 10), υπερσ. έβεβήκειν. Παθ. -βαίνομω, παθ. αόρ. -εβάθψ, πρκμ. -βέβαμαι. Παράγ. βάσις, βάδην, -βατός (άβατος κτλ.).
βάλλω 0= ρίχνω, χτυπώ» θ. βαλ-” απ” αυτό βαλ/- = βαλλ- § 301, I και βλη- § 309, δ), πρτ. έβαλλον, μέλλ. (συνηρ.) βαλώ, αόρ. β” έβαλον (§§ 310-311). πρκμ. βέβληκα, υπερσ. έβεβλήκειν. Παθ. βάλλομαι, πρτ. έβαλλόμην, μέσ. μέλλ. -βαλοΰμαι, μέσ. αόρ. β” έβαλόμην, παθ. μέλλ. βληθήσομαι, παθ. αόρ. έβλήθην, πρκμ. -βέβλημαι, υπερσ. -εβεβλήμην. Παράγ. βλήμα, βλητός (απόβλητος κτλ.), βλητέον κτλ.
βιβάζω (^ βάζω- θ. βα-· απ” αυτό βι-βα- § 355 και από αναλογία προς τα σε -άζω θ. βιβαζ-). πρτ. -εβίβαζον, μέλλ. (συνηρ.) /ϊι/?ώ, -<ϊς, -α κτλ. αόρ. -εβίβαοα. Παθ. βιβάζομαι, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) βιβώμαι, -ά, άται κτλ., μέσ. αόρ. -εβιβαοάμην. Παράγ. -βιβαστέον κτλ.
βιβρώσκω (~ τρώγω- θ. βρω- καν απ” αυτό βι-βρω-σκ- § 356), εύχρ. μό­νο ο ενεργ. πρκμ. βέβρωκα, το απαρ. παθ. πρκμ. -βεβρώσθαι και η μετ. -βεβρωμένος. Παράγ. βρωτός (ήμίβρωτος). Τα λοιπά αναπληρώ­νονται από το έσθίω.
βλαστάνω (θ. βλαοτ-· απ” αυτό βλαστ-αν- § 357, β” και βλαστέ- = βλάστη- § 353. β), πρτ. έβλάστανον, αόρ. β” εβλαστον, υπερσ. ε/ϊλα-στ/ίΛτε/ν.
βλώσκω (ποιητ. ~ έρχομαι» θ. μολ- και με μετάθεση μλο- = μβλο- ~ βλω-” απ” αυτό βλω-σκ- § 354), αόρ. β” εμολον.
βούλομαι (αποθ. παθ. = θέλω» θ. βουλ- και βουλε- = βουλή- § 353, γ), πρτ. έβουλόμην και ήβουλόμην (§ 269, 1, α), μέσ. μέλλ. βουλήσομαι, παθ. αόρ. έβουλήθην και ήβουλήθην, πρκμ. βεβοϋλημαι. Παράγ. /ϊου’-Λ^σίς, βούλημα, βουλητός (άβούλητος).
Γ
Γελάω -ώ. Βλ. § 331, πίν. α, 2 (σ. 213). γεύω. Βλ. § 291 (σ. 179).
γηράσκω και (σπάν.) γηράω-ώ (θ. γηρα- και απ” αυτό γηρα-σκ- § 354), πρτ. έγήρασκον, μέλλ. γηράσω και μέσ. ως ενεργ. -γηράσομαι, αόρ. α” έγήρασα, αόρ. β” έγήραν (§§ 349 – 350), πρκμ. γεγήρακα. Παράγ. άγήρατος.
γίγνομαι (αποθ., θ. γεν-, γενε- = γενη- και γι-γν- § 355), πρτ. έγιγνόμην, μέσ. μέλλ. γενήσομαι, μέσ. αόρ. β” έγενόμην (βλ. § 314, 1, γ), πρκμ. γεγένημαι και ενεργ. πρκμ. β” (με την ίδια σημασ.) γέγονα, υπερσ. έγεγενήμην και ενεργ. υπερσ. β” (με την ίδια σημασ.) έγεγόνειν. Πα­ράγ. γένος, γενεά, γένεσις, γενετής ή γενετήρ (θηλ. γενέτειρα), γονεϋς, γόνος κτλ.
γιγνώσκω (= ξέρω, φρονώ, αποφασίζω- θ. γνω- και απ” αυτό γι-γνω-σκ-§ 356), πρτ. έγίγνωσκον, μέσ. μέλλ. γνώσομαι (§ 359, 3), αόρ. β” έ’-γνων (§§ 349 – 350), πρκμ. έγνωκα (§ 272, 1), υπερσ. έγνώκειν. Παθ. γιγνώσκομαι, πρτ. έγιγνωοκόμην, παθ. μέλλ. γνω-σ-θήσομαι (πβ. § 291), παθ. αόρ. έγνώ-σ-θην, πρκμ. έγνω-σ-μαι, υπερσ. έγνώ-σ-μην. Παράγ. γνώσις, γνώστης, γνώμη, γνωστός (άγνωστος), γνωστέος κτλ.

Δ
Δάκνω (= δαγκώνω· θ. δηκ-, δακ- και απ” αυτό δακ-ν- § 357, α’), πρτ. ε-δακνον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) δήξομαι, αόρ. β” έδακον. Μέσ. και παθ. δάκνομαι, παθ. αόρ. έδήχθην, πρκμ. δέδηγμαι. Παράγ. δήξις, δήγμα κτλ.
δέδοικα και δέδια. Βλ. § 351, 8 (σ. 236).
δείκνυμι (= δείχνω). Βλ. § 336 (σ. 219).
δέω – δω (=δένω). Βλ. § 331, πίν. β, 1 (σ. 214).
δέω, δεΐς, δει κτλ. Βλ. § 327 (= έχω ανάγκη· θ. δε- και απ” αυτό δεε- = δεη- § 353, γ), πρτ. ε<5εον, έ’δεις κτλ. (§ 327), μέλλ. δεήσω, αόρ. εδέησα. (Συνηθ. ως απρόσ. δει, έδει, δεήσει, εδέησε, δεδέηκε). Μέσ. δέομαι, δέη ή δέει, δεΐται κτλ. (§ 327), πρτ. έδεόμην, μέσ. μέλλ. δεή-σομαι, παθ. αόρ. ως μέσ. έδεήθην, πρκμ. δεδέημαι.
διαλέγομαι (αποθ. μέσ. = συνομιλώ, συζητώ* θ. λεγ-), πρτ. διελεγόμην, μέσ. μέλλ. διαλέξομαι και σπάν. παθ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) διαλε-χθήσομαι, παθ, αόρ. (μ” ενεργ. σημασ.) διελέχθην, πρκμ. διείλεγμαι (§ 272, 6), υπερσ. διειλέγμην. Παράγ. διάλεξις, διάλογος, διάλεκτος, δια-λεκτέον. Βλ. και ρ. λέγω (= μιλώ)..
δίδωμι (= δίνω). Βλ. § 346, δ (σ. 299).
διψώ. Βλ. § 325 (σ. 209), πρτ. έδίψων, -ης, -η κτλ., αόρ. έδίψησα.
δοκέω -ώ (—φαίνομαι, μου φαίνεται, νομίζω- θ. δοκ- και δοκε- § 353, α), πρτ. έδόκουν, μέλλ. δόξω, αόρ. έδοξα. Και ως απρόσωπο: δοκεΐ, πρτ. έδόκει, μέλλ. δόξει, αόρ. έδοξε, πρκμ. δέδοκται και ά’εοογμε’νον εστι’, υπερσ. έδέδοκτο. Παράγ. δόξα, δόκησις, δόγμα, αδόκητος (απροσδόκητος) κτλ.
δράω -δρω. Βλ. § 331, πίν. α, 3 (σ. 213).
δύνομαι. Βλ. § 347, 5.
Ε
“Εάω -ω. Βλ. § 331, πίν. α, 1 (σ. 212).
εγείρω (= σηκώνω* θ. έγερ-” απ” αυτό έγειρ- § .301, 3, έγρ- § 62, 1 και έγορ- § 62, 6), πρτ. ήγειρον, μέλλ. (συνηρ.) έγερώ (§ 302), αόρ. ήγει­ρα, πρκμ. β» (με ουδ. διάθ.) έγρήγορα (= αγρυπνώ, είμαι άγρυπνος), § 273), υπερσ. έγρηγόρειν. Μέσ. και παθ. εγείρομαι, πρτ. ήγειρόμην, μέσ. αόρ. β” ήγρόμην (υποτ. έγρ-ωμαι κτλ.), παθ. αόρ. και ως μέσ. ήγέρθην, πρκμ. έγήγερμαι (§ 273). Παράγ. έγερσις, έγερτός, έγερτέον.
έθέλω και (σπάν.) Θέλω (θ. έθελ- και έθελε- = έθελη- § 353, γ), πρτ. ήθε­λαν, μέλλ. (έ)θελήσω, αόρ. ηθέλησα, πρκμ. ήθέληκα, ύπερο, ήθελή-κειν. Παράγ. εθελοντής (μτγν. θέλησις, θέλημα) κτλ.
ειμαρται. Βλ. § 353, 13 (σ. 237).
ειμί Βλ. § 351, 2 (σ. 234). Βλ. και έρχομαι.
ειμί. Βλ. § 275 (σ. 162). Πβ. και § 358.
εΐωθα, πρκμ. με σημασ. ενεστ. § 359, 2 (= συνηθίζω* θ. σΐεθ- = σ¥ηθ-= σ¥θ)θ- § 272, 6), υπερσ. με σημασ. πρτ. είώθειν ή είωθώς ήν. Πα­ράγ. εία)θότως (= κατά συνήθεια).
έκ-πλήττω (= προκαλώ έκπληξη- θ. πληγ-” απ” αυτό πληγ-j- ~ πληττ- § 292, 2 και πλαγ- § 317, 2), πρτ. έξ-έπληττον, μέλλ. εκπλήξω, αόρ. έξ-έπληξα. Μέσ. και παθ. έκ-πλήττομαι, πρτ. έξ-επληττόμην, παθ. μέλλ. β” (ως μέσος) έκ-πλαγήσομαι, παθ. αόρ. β” (και ως μέσος) έξ-επλάγην, πρκμ. έκ-πέπληγμαι, υπερσ. έξ-επεπλήγμην. Παράγ. έκπληξις, έκπλη­κτος κτλ. Όμοια σχηματίζονται οι χρόνοι του κατα-πλήττω. Βλ. και πλήττω.
έλαύνω (= θέτω σε κίνηση, προχωρώ έφιππος ή πάνω σε άμαξα- θ. έλα-και απ” αυτό έλα-νυ- = έλαυν- § 357, ε’), πρτ. ήλαυνον, μέλλ. (συ­νηρ.) έλώ, -ας, -α κτλ. (από το έλά-σω), αόρ. ή’λασα, πρκμ. έλήλακα (§ 273). Μέσ. και παθ. έλαύνομαι, πρτ. ήλαυνόμην, μέσ. αόρ. ήλασά-μην, παθ. αόρ. -ηλάθην, πρκμ. έλήλαμαι (§ 273). Παράγ. έ’λασις, ελα­τός (θεήλατος, σφυρήλατος κτλ.), έλατέον κτλ.
Ελκω (— σέρνω, τραβώ- θ. ¥ελκ- = έλκ- και Ρελκν- = έλκυ) πρτ. ειλκον, μέλλ. ελξω, αόρ. είλκυσα, πρκμ. -ειλκυκα, μεσ. και παθ. έλκομαι, πρτ. είλκόμην, μέσ. αορ. -ειλκύσάμην, παθ. αόρ. -ειλκύοθην, πρκμ. -είλκυσμαι. Παράγ. έ’Λφς, έλκτος, εΤ-κτεον.
έμέω -ώ (= κάνω εμετό). Βλ. § 331, πίν. β, 1 (σ. 214).
έοικα. βλ. § 351, 11.
έπαινέω -ώ. Βλ. αίνέω -ώ.
έπιλανθάνομαι (αποθ. μέσ. = λησμονώ- θ. ληθ-, λαθ-, και λα-ν-θ-αν- § 357. γ’), πρτ. έπ-ελανθανόμην, μέσ. μέλλ. έπι-λήσομαι, μέσ. αόρ. β” έπ-ελαθόμην, πρκμ. έπι-λέλησμαι, υπερσ. έπ-ελελήσμην. Παράγ. έπι-λήσμων κ.ά.
έπιμελέομαι -οΰμαι και έπιμέλομαι (αποθ. παθ. = φροντίζω* θ. έπι-μελ-kui έπι-μελε- = έπι-μελη- § 353, γ), πρτ. έπεμελούμην και έπεμελόμην, μέσ. μέλλ. έπιμελήσομαι, παθ. μέλλ. (ο>ς μέσ.) έπιμεληθήσομαι, παθ. αόρ. (ως μέσος) έπεμελήθην, πρκμ. έπιμεμέλημαι. Παράγ. επιμελητής, έπιμέλημα, έπιμελητέον κ.ά.
έπίσταμαι. Βλ. § 347, 6 (σ. 230).
έπομαι (αποθ. μέσ. = ακολουθώ» θ. σεπ-, έπ- § 64, 1 και σπ- § 62, 1), πρτ. είπόμην (§ 269, 1, β), μέσ. μέλλ. έ’ψομαι, μέσ. αόρ. β” έσπόμην (υποτ. έπίσποψαι κτλ., βλ. § 313, 2 και 314, β). Τα λοιπά από το συνών. ακολουθώ.
έρχομαι (αποθ., θέματα: α) έρχ-, β) ισχυρό ει- και αδύνατο ι-, γ) ισχυρό έλευθ- και αδύν. έλυθ- και με συγκοπή έλθ- § 62, 1), πρτ. ήειν και ί/α, μέλλ. εϊμι (=θα έρθω ή θα πάω, § 351, 2), αόρ. β” ήλθον (§ 312, 2). πρκμ. έλήλυθα (§ 273), υπερσ. έληλόθην. Παράγ. έπ-ηλυς, γεν. έπ-ήλυδος (= αυτός που ήρθε τελευταία), νέ-ηλυς, γεν. νε-ήλυόος (= νεο­φερμένος) κ.ά.
ερωτάω -ώ (θ. έρωτα- και έρ-, έρε- = έρη-), πρτ. ήρώτων, μέλλ. ερωτήσω και μέσ. μέλλ. (μ1 ενεργ. σημασ.) έρήσομαι, αόρ. ήρώτησα και μέσ. αόρ. β” (μ” ενεργ. σημασ.) ήρόμην (υπ. έρωμαι κτλ.), πρκμ. ήρώτηκα. Παθ. έρωτώμαι, πρτ. ήρωτώμην, παθ. αόρ. ήρωτήθην, πρκμ. ήρώτη-μαι. Παράγ. έρώτησις, ερώτημα, έρωτητέον.
έσθίω (=τρώγον θέματα: α) έδ-, έδε- = έδη- § 353, β και έδεσ-, έδο-, έδω-” β) έσθι-, που έγινε μ” επέκταση από το αρχ. θ. έδ-” γ) φαγ-), πρτ. ήσθιον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) έδ-ομαι, αόρ. β” έφαγον, πρκμ. έδήδοκα (§ 273), παθ. πρκμ. -εδήδεσμαι. Παράγ. έδεσμα, έδω-δή, έδεστός, έδεστέον.
ευρίσκω (θ. εΰρ-” απ” αυτό εύρ-ισκ- § 354 και εύρε- = εΰρη- § 353, β), πρτ. ηΰρισκον και εύ’ρισκον, μέλλ. εύρήσω, αόρ. β” ηυρον και εύρον, πρκμ. ηΰρηκα και εύρηκα. Μέσ. και παθ. ευρίσκομαι, πρτ. ηύρισκό-μην και εύρισκόμην, μέσ. μέλλ. εύρήσομαι, μέσ. αόρ. β” ηύρόμην και εύρόμψ, παθ. μέλλ. εύρεθήσομαι, παθ. αόρ. ηύρέθην και εύρέθψ, πρ­κμ. εύ’ρημαι, υπερσ. ηύρήμην και εύρήμην. Παράγ. εύρεσις, εύρημα, εύρετός (ανεύρετος, δυσεύρετος κτλ.).
έχω (θ. σεχ-” απ” αυτό εχ- § 64, !. έχ-, σχ- § 62, 1, σχε-, σχη-, § 353, β), πρτ.,. είχον (§ 269, 1, β), μέλλ. έξω και αχήσω, αόρ. β” εσχον (υποτ. σχώ, σχής, σχη κτλ., ευκτ. σχοίην, σχοίης, σχοίη κτλ., αλλά σύνθ. πα-ράσχοιμι, παράσχοις, παράσχοι κτλ., προστ., σχές, απαρ. σχειν, μετ. σχών, αχούσα, σχόν, βλ. § 314, 1. Β), πρκμ. εσχηκα. Μέσ. και παθ. έ-χομαι, πρτ. είχόμην, μέσ. μέλλ. έξομαι και» -σχήσομαι, μέσ. αόρ. β” (και ως παθ.) έσχόμην (υποτ. σχώμαι, σχη, σχήται κτλ.), πρκμ. -έσχημαι. Παράγ. ές»ίς, εςΤ/ς, -οχος (ένοχος, ένοχος κτλ.), -οχί/ (εσοχή, εξοχή κτλ.), σχήμα, σχέσις, -εκτός (ανεκτός κτλ.), εκτεος, εκτεΌρ κ.ά.
έψω (= βράζω” θ. έπ-” απ” αυτό έπ-σ- έψ- § 357, ς” και έψε- = έψη- § 353, β), πρτ. ήψον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) έψήσομαι, αόρ. */-ψησα. Παθ. έψομαι. Παράγ. έ’ψησις, έψημα (μτγν. αφέψημα), έψητός ή έφθός (= βραστός) και όπτός (— ψητός), όπου δεν κρατήθηκε η δα­σεία του θέματος.
Ζ
Ζεύγνυμι (= ζεύω” θ. 1) ισχυρό ζευγ- και απ” αυτό ζευγ-νυ- § 333, α- 2) αδύνατο ζΰγ-\ πρτ. -εζεύγνυν, αόρ. έ’ζευξα. Μέσ. και παθ. ςευννΰμαζ, μέσ. αόρ. έζευξάμην, παθ. αόρ. α” έζεύχθην, παθ. αόρ. β” έζύγην, πρ­κμ. έ’ζευγμαι. Παραγ. ζεύγος, ζεΰξις, ζευκτός κ.ά.
ζώ (θ. ζη- § 325 και βιω-, βιο- § 358), πρτ. έζων, μέλλ. ς^σω και συνήθ. μέσ. μέλλ. (με την ίδια σημασ.) βιώσομαι, αόρ. β” έβίων (§ 349), πρ­κμ. βεβίωκα. Παθ. πρκμ. βεβίωται, μτχ. ο βεβιωμένος (βίος) και τα βεβιωμένα. Παράγ. βιωτός (αβίωτος), βιωτέος, -τέον.
ζώννυμι (= ζώνω» θ. ζωσ- και απ” αυτό ζωσ-νυ- — ζωννυ- § 333, δ), αόρ. -έζωσα. Παθ. πρκμ. έ’ζωσμαι ή εζωμαι. Παράγ. ζώμα (διάζωμα), ζω-στήρ, άζωστος κ.ά.
Η
«Ηδομαι (αποθ. = ευχαριστιέμαι, ευφραίνομαι- θ. ήδ-), πρτ. ήδόμην, παθ. μέλλ. (ως μέσος) ήσθήσομαι, παθ. αόρ. (ως μέσος) ήσθην.
ήμί. Βλ. § 351, 4 (σ. 235). ήκω. Βλ. § 359, 1 (σ. 241).
Θ
Θέω, θεΐς, θεϊκτλ. § 327 (= τρέχω- θ. I) ισχυρό θεΈ- = θεν-· 2) αδύνα­το θε-\ πρτ. έ’θεον, -εις, -ει κτλ., μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) -θεύαομαι (§ 359, 3). Τα λοιπά από το ρ. τρέχω. Παθ. μόνο μεταθέο-μαι (= καταδιώκομαι, με κυνηγούν). Παράγ. θοός (ποιητ. = γρήγο­ρος).
θηράω -ώ (= κυνηγώ). Βλ. § 331, πίν. α, 1 (σ. 212).
θιγγάνω (εγγίζω, ψαύω· θ. θιγ- και απ” αυτό θι-ν-γ-αν- = θιγγαν- § 357, γ’), αόρ. β” έθιγον. Τα λοιπά από το άπτομαι. Παράγ. άθικτος, εύθι­κτος.
θνήσκω. Βλ. άποθνήσκο). θραύω. Βλ. § 291 (σ. 179).
I
Ίάομαι -ώμαι (άποθ.). Βλ. § 331, πίν. α, 1 (σ. 212).
ίζω. Βλ. καθίζω.
ϊημι. Βλ. § 346, γ (σ. 206).
ΐκνέομαι -οΰμαι. Βλ. άφικνοΰμαι.
ϊλάσκομαι (αποθ. μεικτό = εξιλεώνω- θ. ίλα- και απ” αυτό ίλα-σκ- § 354), πρτ. ιλασκόμην, μέσ. μέλλ. ίλάσομαι, μέσ. αόρ. -ιλααάμψ, παθ. αόρ. ίλάσθην. Παράγ. ίλασμός, ίλαστής κ.ά.
ϊστημι. Βλ. § 346, α (σ. 206).
Κ
Καθέζομαι Κατά + έζομαι, αποθ. = κάθομαι- θ. σε<5- = .έδ- § 64, 1 και από αυτό έδ-j- = έζ- § 292, 3 και έδε- = έδη- § 353, β), πρτ. (με ση-μασ. αορ.) έκαθεζόμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) καθεδοΰμαι.
καθεύδω (κατά + ευδω = κοιμούμαι» θ. σευδ- = εύδ- § 64, 1 και εύδε-= εύδη- § 353, β), πρτ. έκάθευδον ή καθηΰδον (§ 269, 2, β), μέλλ. καθεοδήσω. Παράγ. καθευδητέον.
κάθημαι. Βλ. § 351, 6.
καθίζω (κατά + ίζω = βάζω κάποιον να καθίσει· θ. σιδη- = σιδ- — ίδ- §
64, 1 και απ” αυτό ίδ-j- — ίζ- § 292, 3), πρτ. έκάθιζον, μέλλ. (συ­νηρ.), καθιώ, -εις, -ει κτλ. (§ 295), αόρ. έκάθισα και κάθισα (§ 269, 2, β). Μέσ. καθίζομαι (= καθίζω τον εαυτό μου, βυθίζομαι), πρτ. έκαθιζόμην, μέσ. μέλλ. καθιζήσομαι, μέσ. αόρ. -έκαθισάμην.
καίω και κάω. Βλ. § 291 (σ. 179).
καλέω -ώ. Βλ. § 331, πίν. β, 1 (σ. 214).
κάμνω (= κοπιάζω, κουράζομαι» θ. Ψκαμν- § 357, α” και κμη- § 309, δ), πρτ. £καμνον, μέσ. μέλλ. καμοΰμαι (§ 302), αόρ. β” έ’καμον, πρκμ. κέκμηκα, υπερσ. έκεκμήκειν. Παράγ. κάματος, άποκμητέον.
κατάγνυμι (κατά + άγνυμι = σπάζω, τσακίζω» θ. Fay- = άγ- και απ” αυ­τό άγ-νυ- § 333, α), μέλλ. κατάξω, αόρ. κατέαξα (υποτ. κατ-άξω κτλ. § 269, 1, γ). Παθ. κατάγνομαι, παθ. αόρ. κατεάγην (υποτ. κατάγω, ευκτ. καταγείψ κτλ.), ενεργ. πρκμ. β” με παθ. σημασ. κατέαγα (= εί­μαι τσακισμένος). Παράγ. κάταξις, κάταγμα, κατακτάς (= που μπορεί κανείς να τον σπάσει).
καταδαρθάνω (κατά + δαρθάνω = κοιμούμαι- θ. δαρθ- και δαρθ-αν- § 357, β’), αόρ. β” κατέδαρθον, πρκμ. καταδεδάρθηκα.
(κατα)λεύω. Βλ. § 291 (σ. 180).
κεΐμαι. Βλ. § 351, 5 (σ. 235).
κελεύω. Βλ. § 291 (σ. Ϊ79).
κεράννυμι και (σπάν.) κεραννύω (λέγεται για τα υγρά = κάνω μείγμα, ανακατεύω* θ. κερασ-” απ” αυτό κερασ-νυ- = κεραννυ- § 333, δ και κρα-\ αόρ. έκέρασα. Μέσ. και παθ. κεράννυμαι, παθ. μέλλ. κραθήσο-μαι, παθ. αόρ. έκράθην και έκεράσθην, μέσ. αόρ. -εκερασάμην, πρκμ. κέκραμαι, υπερσ. έκεκράμην. Παράγ. κράσις, κράμα, κρατήρ, άκρα­τος, εύκρατος, άκέραστος, συγκρατέον κ.ά.
κλαίω και κλάω. Βλ. § 291 (σ. 179).
κλείω (κλτ)ω). Βλ. § 291 (σ. 179).
κλέπτω (θ. κλεπ-” απ” αυτό κλεπτ- § 292, 1, κλοφ- § 296, 2 και 3, κλαπ-§ 317, 1) πρτ. έκλεπτον, μέλλ. κλέψω και μέσ. μέλλ. (με την ΐδια ση-μασ.) κλέψομαι, αόρ. έκλεψα, πρκμ. κέκλοφα. Παθ. κλέπτομαι, παθ. αόρ. έκλάπην, πρκμ. -κέκλεμμαι. Παράγ. κλέμμα, κλέπτης, κλοπή.
κλτιω. Βλ. § 291 (σ. 179).
κράζω (αρχικό θ. κρα- § 439 και 440, δ* έπειτα μ” επέκταση: 1) ισχυρό κραΡγ- = κραογ- 2) αδύνατο κραγ- και απ” αυτό κραγ-j- = κραζ-) αόρ. β” -έκραγον, πρκμ. β” (με σημασ. ενεστ.) κέκραγα (= φωνάζω δυνατά), υπερσ. β” έκεκράγειν (§ 319). Παράγ. κραυγή· από το θ. του πρκμ. κεκρο/γμός, κεκράκτης (ποητικά).
κρεμάννυμι (—κρεμώ- θ. κρέμα- και κρεμασ-” απ” αυτό κρεμασ-νυ- = κρεμαννυ- § 333, δ), αόρ. έκρέμασα. Μεσ. και παθ. κρεμάννυμαι, παθ. αόρ. έκρεμάσθην, πρκμ. κρέμαμαι (βλ. § 348, 1, σ. 231).
κρούω. Βλ. § 291 (σ. 179).
κτάομαι -ώμαι (αποθ. μεικτό- θ. κτα-, κτη-), πρτ. έκτώμην, μέσ. μέλλ. κτήοομαι, μέσ. αόρ. έκτησάμην, παθ. αόρ. έκτήθην, πρκμ. κέκτημαι και εκτημαι (υποτ. (κ)έκτημένος ώ κτλ. και μονολ. κέκτωμαι, γ” έν. κέκτηται, β” πλ. κεκτήσθε- εύκτ. (κ)έκτημένος εΐην κτλ. και μονολ. κεκτήμην, κεκτήο, κεκτήτο κτλ.” προστ. κέκτησο” απαρ. κεκτήσθαι, μετ. (κ)έκτημένος), υπερσ. έκεκτήμην, συντελ. μέλλ. κεκτήσομαι και έκτήσομαι. Παράγ. κτήμα, κτήτωρ, κτητός (άκτητος κτλ.), κτητέον κ.ά.
Λ
Λαγχάνω (= παίρνω κάτι με κλήρο, παίρνο) μέρος σε κάτι- θ. 1) ισχυρό ληχ- 2) αδύνατο λάχ- και απ” αυτό λα-ν-χ-αν- = λαγχαν- § 357, γ’), πρτ. έλάγχανον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) λήξομαι, αόρ. β” έλα-χον, πρκμ. εϊληχα (§ 272, 6), υπερσ. ειλήχειν. Παθ. λα^χάΐΌμαι, παθ. αόρ. έλήχθην, πρκμ. είληγμαι. Παράγ. λήξις (= κλήρωση- διαφορετι­κό από το λήξις = τέλος, παράγ. του λήγο)), λάχος (= κλήρος, μερί­διο), ληκτέος κ.ά.
λαμβάνω (θ. 1) ισχυρό ληβ-” 2) αδύνατο λαβ- και απ” αυτό λα-ν-β-αν- = λαμβαν- § 357, γ’), πρτ. ελάμβαναν, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) λ»?-ψομαι, αόρ. β” έλαβον, πρκμ. εϊληφα (§ 272, 6), υπερσ. είλήφειν. Μέσ. και παθ. λαμβάνομαι, πρτ. έλαμβανόμην, παθ. μέλλ. ληφθήοομαι, παθ. αόρ. έλήφθην, μέσ. αόρ. β” έλαβόμην, πρκμ. είλημμαι, ύπερσ. -ειλήμμην. Παράγ. λήψις, λήμμα (δίλημμα κτλ.), λήπτης, ληπτός, λη­πτέος κ.ά.
λανθάνω (= μένω κρυμμένος ή απαρατήρητος, ξεφεύγω την προσοχή κάποιου- θ. 1) ισχυρό ληθ-” 2) αδύνατο λά#- και απ” αυτό λα-ν-θ-αν-§ 357, γ’), πρτ. έλάνθανον, μέλλ. λήσω, αόρ. β” έλαθον, πρκμ. ΑεΑ^-#α, υπερσ. έλελήθειν. Παράγ. Αα(9ος, λήθη. Βλ. και έπιλανθάνομαι.
λέγω (= μιλώ* θέματα βλ. § 358), πρτ. έλεγον, μέλλ. Λεςω ή (συνηρ.) έρώ, -εις, -εΐ κτλ., αόρ. α” έλεξα ή ε/πα, αόρ. β” είπον, πρκμ. εΐρηκα (§ 272, 6), υπερσ. είρήκειν. Παθ. λέγομαι, πρτ. έλεγόμην, παθ. μέλλ. λεχθήσομαι και συνήθ. ρηθήσομαι, παθ. αόρ. έλέχθην και συνήθ. ερ-ρήθην, πρκμ. Αελενμα/ και συνήθ. ρηθήσομαι, παθ. α^ρ. ίλεχθην και συνήθ. έρρήθην, πρκμ. λέλεγμαι και συνήθ. εϊρημαι, υπερσ. είρήμην, συντελ. μέλλ. είρήσομαι. Παράγ. λέξις, λόγος, ρήμα, ρήτωρ, λεκτός, λεκτέος. Βλ. και ρ. διαλέγομαι. -λέγω (= μαζεύω). Βλ. ρ. συλλέγω.
λείπω (= άφήνω” θ. 1) ισχυρό λειπ- και με τροπή λοιπ- § 62,6- 2) αδύ­νατο λιπ-)), πρτ. έ’λειπον, μέλλ. αόρ. β” έλιπον, πρκμ. β” λέλοιπα, υ-περσ. έλελοίπειν, Μέσ. και παθ. λείπομαι, πρτ. έλειπόμην, μέσ. μέλλ. -λείψομαι, μέσ. αόρ. β” -ελιπόμην, παθ. μέλλ. -λειφθήσομαι, παθ. αόρ. έλείφθην, πρκμ. λέλειμμαι, υπερσ. έλελείμμην, συντελ. μέλλ. λελείψο-μαι. Παράγ. λεΐψις (έκλειψις, ελλειψις κτλ.), λεϊμμα (διάλειμμα κτλ.), λειπτός (αδιάλειπτος κτλ.), λειπτέον, λοιπός κ.ά.
λεύω. Βλ. (κατα)λεύω § 291 (σ. 180).
λούω. Βλ. § 291 (σ. 180).
Μ
Μανθάνω (θ. μαθ- και απ” αυτό μα-ν-θ-αν- § 357, γ” και μαθε- = μάθη-), πρτ. έμάνθανον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) μαθήσομαι, αόρ. β” έ»-μαθον, πρκμ. μεμάθηκα, υπερσ. έμεμαθήκειν. Παθ. μόνο ενεστ. μαν-θάνομαι. Παράγ. μάθησις, μάθημα, μαθητής, μαθητός, μαθητέον κ.ά.
μάχομαι (αποθ. μέσ.- θ. μαχ-, μαχε- = μαχη- § 353, γ), πρτ. έμαχόμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) μαχοϋμαι, -εϊ, -εΐται κτλ., μέσ. αόρ. έμαχεσάμην, πρκμ. μεμάχημαι. Παράγ. μαχητής, μαχητός (αμάχητος κτλ.), μαχη-τέον και μαχετέον κ.ά.
μείγνυμι και μειγνύω (= σμίγω- θ. 1) ισχυρό μειγ- και απ” αυτό μειγ-νυ-§ 333, α- 2) αδύνατο μιγ-\ πρτ. -εμείγνυν, μέλλ. μείξω, αόρ. έμειξα. Μέσ. και παθ. μείγνυμαι, πρτ. -εμειγνύμην, παθ. μέλλ. -μειχθήσομαι, μέσ. αόρ. έμειξάμην, παθ. αόρ. α” (και ως μέσ.) έμείχθην και παθ. αόρ. β” (και ως μέσ.) έμίγην, πρκμ. μέμειγμαι, υπερσ. έμεμείγμην. Παράγ. μεΐξις, μείγμα, μιγάς, μεικτός, μεικτέον κ.ά.
μέλει (απρόσ. = υπάρχει φροντίδα» θ. μελ- και απ” αυτό μελε- = μελη- § 353, γ), πρτ. έμελε, μέλλ. μελήσει, αόρ. έμέλησε, πρκμ. μεμέληκε, υ-περσ. έμεμελήκει. Παράγ. μέλημα (= φροντίδα), μελητέον κ.ά.
μέλλω (= έχω σκοπό, αναβάλλω- αρχικό θ. μελ-· απ” αυτό μελ-j- = μελλ- § 301, 1 και μέλλε- = μελλη- § 353, γ), πρτ. έ’μελλον και ή’μελ-λον (§ 269, 1, α), μέλλ. μελλήσω, αόρ. έμέλλησα. Παθ. γ” εν. μέλλε­ται. Παράγ. μέλλησις, μέλλημα (= αργοπορία), μελλητής (= αυτός που αργοπορεί, που διστάζει), μελλητέον κ.ά.
μένω (θ. μεν-, μενε- – μενη- § 353. β), πρτ. έμενον, μέλλ. (συνηρ.) μενώ, -εΐς, -εΐ κτλ., αόρ. έμεινα, πρκμ. μεμένηκα. Παράγ. μενετός, μενετέον, μόνος, μονάς, μονή κ.ά.
μιμνήσκω (= θυμίζω· θ. μνη- και απ” αυτό με-μνη-σκ- = μι-μνή-σκ- § 356), εύχρ. τα συνθ. ανα(ΰπο)μιμνήσκω κτλ., πρτ. -εμίμνησκον, μέλλ. -μνήσω, αόρ. -έμνησα. Μέσ. μιμνήσκομαι (συνήθ. σύνθ.) πρτ. -εμιμνηοκόμην, μέσ. μέλλ. -μνήσομαι, παθ. μέλλ. (ώς μέσος) μνησθή-σομαι. παθ. αόρ. (ως μέσος) έμνήοθην, πρκμ. (με σημασ. ενεστ.) μέ-μνημαι (= θυμούμαι* υποτ. μεμνώμαι, ή, ήται, κτλ., ευκτ; μεμνήμην, -rjo, ήτο κτλ.), υπερσ. (με σημασ. πρτ.) έμεμνήμην, συντελ. μέλλ. με-μνήσομαι. Παράγ. μνήμη, μνήμων, μνήμα, ύπό(άνά)μνησις, -μνηστός (ά-ναμνηστός, αείμνηστος κτλ.), -μνηστέον κ.ά.
Ν
Νέμω (= μοιράζω, βόσκω* θ. νεμ- και νεμε- = νεμη- § 353, β), πρτ. ένε-μον, μέλλ. (συνηρ.) νεμώ, -εις, -εΐ κτλ., αόρ. ένειμα, πρκμ. νενέμηκα. Μέσ, και παθ. νέμομαι, πρτ. ένεμόμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) νεμοΰμαι, -εΐ, -εΐται κτλ., μέσ. αόρ. ένειμάμην, παθ. αόρ. ένεμήθην, πρκμ. νενέμη-μαι, υπερσ. ένενεμήμην. Παράγ. νομεύς, νομή, νόμος, νομός, -νεμητός (άνέμητος κτλ.), -νεμητέον κ.ά.
νέω, νεΐς, νεΓ κτλ. § 327 (= πλέω. κολυμπώ- θ. veF- = νεο- = νε- § 64,3), πρτ. ένεον, -ένεις, -ένει κτλ., μέσ. μέλλ. (μ” ενεργητ. σημασ.) νεύσομαι, αόρ. έ\ ·>σα, πρκμ. νένευκα. Παράγ. νεΰσις (= κολύμπημα), νευστέον κ.ά.
Ξέω, ξεΐς, ξεΐ κτλ. § 327 (= ξύνω- θ. ξε- και £εσ-), αόρ. έξεσα. Παράγ.
ξέσις, ξέσμα, ξεστήρ, ξέστρον, ζεστός (άξεστος) κ.ά. (Βλ. § 331, πιν.
β, 2, σ. 215). ξύω. Βλ. § 291 (σ. 180).
Ο
Οϊδα. Βλ. § 351, 7 (σ. 236).
οΐομαι και οιμαι (αποθ. παθ. = νομίζω, φρονώ- θ. οί- και οίε- — οίη- § 353, γ), πρτ. ώόμην και ωμην, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) οιησο-μαι, παθ. αόρ. (μ” ενεργ. σημασ.) φήθην. Παράγ. οΐησις, οίητέον.
οιχομαι (αποθ. ενεστ. με σημασ. πρκμ. § 359, 1 = έχω φύγει* θ. οίχ- και οίχε- = οίχη- § 353, γ), πρτ. (με σημασ. υπερσ.) φχόμψ, μέσ. μέλλ. οίχήσομαι. Παράγ. οίχητέον.
ολλυμι. Βλ. άπόλλυμι.
δμνυμι (= ορκίζομαι* θ., όμ- και απ” αυτό όμνν- § 333, β και όμο(σ)-), πρτ. ώμνυν, μέσ. μέλλ. (συνηρ., μ” ενεργ. σημασ.) όμοΰμαι, -ει, -εΐται κτλ., αόρ. ώμοσα, πρκμ. όμώμοκα (§ 273), υπερσ. ώμωμόκειν. Μέσ. και παθ. -όμνυμαι, πρτ. -ωμνήμην, μέσ. αόρ. -ωμοσάμην, παθ. μέλλ. -ομοοθήαομαι, παθ. αόρ. ώμό(σ)θην, πρκμ. όμώμο(σ)ται (πβ. όμώμο-οται Ζεύς = έχει γίνει όρκος στ” όνομα του Δία), υπερσ. ώμώ-μο(σ)το. Παράγ. άνώμοτος, άπώμοτος, συνώμοτον (= σύνδεσμος που έγινε με όρκο, ομοσπονδία), συνωμότης κ.ά.
όνίνημι. Βλ. § 347, 3 (σ. 230).
όράω -ώ (= βλέπω* θέματα βλ. § 358), πρτ. έώρων (§ 269, 1, δ), μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) δψομαι, αόρ. β” είδον, (υποτ. ϊδω, ευκτ. ϊδοι-μι, προστ. ίδέ, βλ. § 312, 2, απαρ. ίδεϊν, μετ. ίδών), πρκμ. έόρακα ή έώρακα και ποιητ. δπωπα (§ 273), υπερσ. έωράκειν. Μεσ. και παθ. όρώμαι, πρτ. έωρώμην, μέσ. αόρ. β” -ειδόμην (υποτ. ϊδωμαι κτλ.), παθ. μέλλ. όφθήσομαι, παθ. αόρ. ώφθην, πρκμ. έόραμαι ή έώραμαι και ώμμαι (ώψαι, ώπται κτλ.). Παράγ. δρασις, όψις, όμμα, οπή, ορα­τός (αόρατος κτλ.), άοπτος (ύποπτος, ανύποπτος κτλ.).
οφείλω (= χρωστώ* θ. όφελ-, όφελν- = όφελλ- = όφειλ- και όφειλε- = όφειλη-), πρτ. ώφειλον, μέλλ. όφειλήσω, αόρ. ώφείλησα και αόρ. β» ώφελον (υποτ. όφέλω κτλ.), πρκμ. ώφείληκα, υπερσ. ώφειλήκειν. Παθ. οφείλομαι, πρτ. ώφειλόμην, παθ. αόρ. ώφειλήθην. Παράγ. οφει­λή, όφείλημα, οφειλέτης (θηλ. όφειλέτις -ιδος) κ.ά.
όφλισκάνω (= καταδικάζομαι να πληρώσω πρόστιμο* θ. όφελ- και με συγκοπή όφλ-” απ” αυτό όφλ-ισκ-αν- και όφλε- = όφλη-), πρτ. ώφλί-σκανον, μέλλ. όφλήσω, αόρ. β” ώφλον (υποτ. δφλω κτλ.), πρκμ. ώ-φληκα, υπερσ. ώφλήκειν. Παθ. πρκμ. μετ. ώφλημένος. Παράγ. ό’φλη-σις, δφλημά, όφλητής κ.ά.
Π
Παίζω (θ. παιδ-” απ” αυτό παιδ-j- = παιζ- και παιγ-), πρτ. έ’παιζον, μέσ. μέλλ. (δωρικός, μ” ενεργ. σημασ.) παιξοΰμαι, -ει, -εΐται κτλ., αόρ. έ’-παισα. Παθ. πρκμ. πέπαισμαι. Παράγ. παιδιά (ή), παίκτης, παικτός, παικτέον και παιστέον κ.ά.
παίω. Βλ. § 291 (σ. 180).
πάσχω (θ. πενθ-,- παθ- και απ” αυτό παθ-σκ- = πασχ- § 354), πρτ. έ’-πασχον, μέσ. μέλλ. (με παθ. σημασ.) πείσομαι (από το πενθ-σομαι, § 64, 6 και § 359,4), αόρ. β” έπαθον, πρκμ. πέπονθα (§ 62, 6), υπερσ. έπεπόνθειν. Παράγ. πάθος, πάθη ή (= παθητική κατάσταση, πάθημα), πάθημα, πάθησις, πένθος κ.ά.
πατάσσω (= χτυπώ» θ. παταγ- και απ” αυτό παταγ-j- ~ πατασο- § 292, 2), εύχρ. ο αόρ. έπάταξα. Τα λοιπά από τα συνώνυμα παίω, πλήττω, τύπτω.
παύω. Βλ. § 291 (σ. 180).
πείθω (θ. 1) ισχυρό πειθ-, 2) αδύνατο πιθ-), πρτ. επειθον, μέλλ. πείσω, αόρ. έπεισα, πρκμ. πέπεικα, υπερσ. έπεπείκειν. Μέσ. και παθ. πείθο­μαι, πρτ. έπειθόμην, μέσ. μέλλ. πείσομαι, μέσ. αόρ. β” έπιθόμην, παθ. μέλλ. πεισθήσομαι, παθ. αόρ. (και ως μέσ.) έπείσθην, πρκμ. πέπει-σμαι, υπερσ. έπεπείσμην και ενεργ. πρκμ. β” (ως μέσ.) πέποιθα (= έ­χω πεποίθηση, έχω θάρρος), ενεργ. υπερσ. β” (ως μέσ.) έπεποίθειν. Παράγ. πειθώ, πιθανός, πίστις, πιστός, πειστέον κ.ά.
πεινώ. Βλ. § 325 (σ. 186), πρτ. έπείνων, -ης, -η κτλ., μέλλ. πεινήσω, αόρ. έπείνησα, πρκμ. πεπείνηκα.
πέπρωται. Βλ. § 351, 14 (σ. 237).
πετάννυμι {= ανοίγω» θ. πετα(σ)-· απ” αυτό πετασ-νυ- = πεταννυ- § 333, δ και με συγκοπή πτα- § 62, 1), εύχρ. τα συνθ. άνα-πετάννομι κτλ., πρτ. -επετάννυν, αόρ. -επέτασα. Παθ. -πετάννυμαι, πρτ. -επεταννΰμην, πρκμ.. -πέπταμαι. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν. Παράγ. πέτασμα, πέτα­σος κ.ά.
πέτομαι (αποθ. μέσ. = πετώ» θ. πετ-, με συγκοπή πτ- § 62, 1 και πτε-, πτη- § 353, β), μέσ. μέλλ. -πτήσομαι, μέσ. αόρ. β” -επτόμην. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν. Παράγ. πτήσις, πτήμα κ.ά.
πήγνυμι και πηγνύω (= μπήγω” θ. 1) ισχυρό πηγ- και απ” αυτό πηγ-νυ- § 333, α» 2) αδύνατο παγ-, αόρ. έπηξα. Μέσ. και παθ. πήγνυμαι, πρτ. έπηγνΰμην, μέσ. αόρ. -επηξάμην, παθ. μέλλ. β” παγήσομαι, παθ. αόρ. β” έπάγην (πβ. § 317, 2), ενεργ. πρκμ. β” (ως μέσος) πέπηγα, υπερσ. έπεπήγειν. Παράγ. πηκτός, πήξις, πήγμα, πάγος, παγίς, πάγη (= παγί­δα) κ.ά.
πίμπλημι. Βλ. § 347, 1 (σ. 230). πίμπρημι. Βλ. § 347, 2 (σ. 230).
πίνω (θ. πι-· απ” αυτό πιν- § 357, α” και πο- ή μ” έκταση πω), πρτ. έπι-νον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) πίομαι, αόρ. β” έπιον, πρκμ. πέπω-κα. Παθ. πίνομαι, πρτ. έπινόμην, παθ. αόρ. -επόθην, πρκμ. πέπομαι. Παράγ. πόαις, πότης, ποτός (ως ουσ. ποτόν), άποτος, ποτέος κ.ά. Τα συνθ. παράγ. αττ. αίματοπώτης, οίνοπώτης, ΰδροπώτης κτλ. (από θ. πω-) στους μτγν. με ο (από θ. πο). Επίσης συνθ. αττ. φιλοπότης, φι-λοποσία (από θ. πο-). πιπράσκω (= πουλώ» θ. πρα- και απ” αυτό-πι-πρα-σκ:- § 356), εύχρ. μόνο ο πρκμ. πέπρακα και ο υπερσ. επεπράκειν. Παθ. πιπράοκομαι, παθ. αόρ. έπράθην, πρκμ. πέπραμαι, υπερσ. έπεπράμην, συντελ. μέλλ. πεπράσομαι. Οι χρόνοι που λείπουν αναπληρώνονται από το ρ. πω­λώ και αποδίδομαι. Παράγ. πράσις, πρατήρ, άπρατος, πρατέος κ.ά. Βλ. και ρ. πωλώ.
πίπτω (θ. 1) πετ-, με συγκοπή πτ- και μ” ενεστ. αναδιπλ. πι-πτ- § 355″ 2) από το θ. πετ- με μετάθ. πτε-, μ” έκταση πτη- και με τροπή του η σε ω: πτω-), πρτ. έ’πιπτον, μέσ. μέλλ. (δωρικός) πεσοΰμαι, -εΐ, εΐται κτλ., αόρ. β” έ’πεσον, πρκμ. πέπτωκα, υπερσ. έπεπτώκειν. Παράγ. πτά>-σις, πτώμα κ.ά.
πλέκω (θ. πλεκ-, πλοκ-, πλακ § 317, 1), αόρ. έπλεξα. Μέσ. και παθ. πλέ­κομαι, πρτ. έπλεκόμην, παθ. αόρ. α” έπλέχθην, παθ. αόρ. β” (και ως μέσος) -επλάκην, πρκμ. πέπλεγμαι. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν. Παράγ. πλέξις, πλέγμα, πλοκή κ.ά.
πλέω, πλεΐς, πλεΐ κτλ. § 327 (θ. πΛεΕ- = πλευ-, πλε-), πρτ. έπλεον, S-πλεις, έπλει κτλ., μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) πλεόσομαι και δωρι­κός πλευσοΰμαι, -εΐ, -εΐται κτλ., αόρ. έπλευσα, πρκμ. πέπλεοκα, υ-περσ. -επεπλεύκειν. Παθ. πρκμ. πέπλευσμαι (πβ. § 291). Παράγ. πλευσις, άπλευστος, πλευστέον, (πλόος) πλους, (πλο-ιον) πλοΐον κ.ά. (Βλ. § 331, πίν. β, 2, σ. 215).
πλήττω (= χτυπώ» θ. 1) ισχυρό πληγ- και απ” αυτό πληγ-j- = πληττ- § 292, 2″ 2) αδύνατο πλαγ-), συνήθ. σύνθ. εκπλήττω, έπιπλήττω κτλ.» το απλό ρ. πλήττω με τη σημασία του «χτυπώ» έχει εκτός από τον ε­νεστ. εύχρηστους χρόνους μόνο: ενεργ. πρκμ. β” πέπληγα, παθ. μέλλ. β” πληγήσομαι, παθ. αόρ. β” έπλήγην (βλ. § 317, 2), πρκμ. πε’-πληγμαι, συντελ. μέλλ. πεπλήξομαι. Τα λοιπά αναπληρώνονται από τα ρ. παίω, πατάσσω και τύπτω. Παράγ. πληγή, πλήγμα, πλήκτης, πλήκτρον κ.ά.
πνέω, πνεΐς, πνεΐκτλ. § 327 (θ. πνεΕ- = πνευ-, πνε-), πρτ. έπνεον, έ’πνεις, επνει κτλ., μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) πνεύσομαι και δωρικός πνευ-σοϋμαι, -εΐ, -εΐται κτλ., αόρ. έπνευσα, πρκμ. -πέπνευκα. Παθ. σύνθ. διαπνέομαι. Τα λοιπά ποιητ. και μτγν. (Βλ. § 331, πίν. β, 2, σ. 215).
πρίω. Βλ. § 291 (σ. 180).
πταίω. Βλ. § 291 (σ. 180).
πτάρνυμαι (αποθ. = φτερνίζομαι- θ. πταρ- και απ1 αυτό πταρ-νυ- § 333, γ), εύχρ. ο ενεστ. και ο ενεργ. αόρ. β” έπταρον. Παράγ. πταρμός. πτύω. Βλ. § 291 (σ. 180).
πυνθάνομαι (αποθ. μέσ. = ρωτώ, μαθαίνω1 θ. 1) ισχυρό πευθ-” 2) αδύνα­το πνθ- και απ” αυτό πο-ν-θ-αν- § 357, γ’), πρτ. έπονθανόμην, μέσ. μέλλ. πεύσομαι, μέσ. αόρ. β” έπυθόμην, πρκμ. πέπυσμαι, υπερσ. έπε-πύσμην. Παράγ. πεοστέον, πνστις (= ερώτηση, πληροφορία, φήμη), πύσμα (■— ερώτηση).
πωλέω -ώ (θ. πωλε-\ πρτ. έπώλουν, μέλλ. πωλήσω. Παθ. πωλούμαι, πρτ. έπωλούμην, παθ. αόρ. έπωλήθην. Τα λοιπά αναπληρώνονται από τα ρ. πιπράσκω και αποδίδομαι. Παράγ. πώλησις, πωλητής. Βλ. και ρ. πιπράσκω.
Ρ
“Ϋέω,-φείς, ρεί κτλ. § 327 (θ. βε¥- = βευ-, ρε-, ρυε- = ρνη-), πρτ. έρρεον, έρρεις κτλ., μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) ρυήσομαι, αόρ. έρρύην (§§ 349 – 350), πρκμ. έρρύηκα, υπερσ. -ερρυήκειν. Παράγ. βεϋμα, ρευ­στός, ρυτός (περίρρυτος κτλ.), ρύμη, ρόαξ, ροή, (ρό-ος) βονς κ.ά.
ρήγνυμι (= σκίζω- θ. 1) ισχυρό ρηγ- και απ” αυτό ρηγ-vu- § 333, α και με τροπή βωγ-” 2) αδύνατο βάγ), πρτ. -ερρήγννν, μέλλ. -ρήξω, αόρ. έρρηξα. Μέσ. και παθ. βήγννρα· πρτ. έρρηγννμην, μέσ. αόρ. -ερρηξάμην, παθ. αόρ. β” έρράγην, νεργ. πρκμ. ως μέσ. και παθ. -έρρωγα, υπερσ. -ερρώγειν. Παράγ. ρήξις, ρήγμα, βήκτης, βηκτός {άρ­ρηκτος κτλ.), βωγμή κ.ά.
ριγόω -ώ. Βλ. § 329 (σ. 188).
ρώννυμι (= δυναμώνω- θ. βω(σ)- και απ” αυτό βωσ-νν- = βωννυ- § 333, ό), αόρ. έρρωσα. Παθ. αόρ. (και ως μέσος) έρρώσθην, πρκμ. έρρωμαι, υπερσ. έρρώμην. Παράγ. βώμη, ρώσις (ανάρρωσις). άρρωστος, εύρω­στος κ.ά.
Σ
Σβέννυμι (= σβήνω- θ. 1) σβε(σ)- και απ” αυτό σβεσ-νυ- = σβεννυ- § 333, δ- 2) σβη), αόρ. έσβεσα. Παθ. -σβέννυμαι, πρτ. -εσβεννύμην, μέσ. μέλλ. (ως παθ.) -σβήσομαι, παθ. αόρ. -εσβέσθην, ενεργ. αόρ. β” (ως παθ.) έσβην, ενεργ. πρκμ. (ως παθ.) -έσβηκα, ενεργ. υπερσ. (ως παθ.) -εσβήκειν. Παράγ. σβέσις, σβεστός (άσβεστος) κ.ά.
σείω. Βλ. § 291 (σ. 180).
σήπω (= σαπίζω” θ. Ι) ισχυρό σηπ-” 2) αδύνατο σάπ-). Παθ. σήπομαι, παθ. μέλλ. β” -σαπήσομαι, παθ. αόρ. β” έσάπην (§ 317, 2), ενεργ. πρ­κμ. β” (με παθ. σημασ.) σέσηπα. Παράγ. οήψις, σαπρός, άσηπτος κ.ά.
σκοπέω -ώ και σκοπέομαι -οϋμαι (= παρατηρώ, εξετάζω, σκέφτομαι- θ. σκεπ-, σκοπέ-), πρτ. έσκόπουν και έσκοποόμην, μέσ. μέλλ. σκέψομαι, μέσ. αόρ. έσκεψάμην, πρκμ. (μ” ενεργ. και παθ. σημασ.) έσκεμμαι, Ό­περα, (με παθ. σημασ.) έσκέμμην, συντελ. μέλλ. (με παθ. σημασ.) έσκέψομαι. Παράγ. σκέψις, σκέμμα, σκοπός, σκοπιά, άσκεπτος (απε­ρίσκεπτος κτλ.), σκεπτέος, σκεπτέον.
σπάω -ώ. Βλ. § 331, πίν. α, 2 (σ. 213).
σπένδω (= κάνω σπονδή, δηλ. χύνω από το ποτήρι μου λίγο κρασί προς τιμή των θεών και απλώς: χύνω* θ. σπενδ-, σπονδ-), πρτ. έ-σπενδον, μέλλ. σπείσω (από το σπένδ-σω § 64, 6), αόρ. έ’σπεισα. Μεσ. σπένδομαι (= κάνω συνθήκη με σπονδές, ειρηνεύω), πρτ. έσπενδόμην, μέσ. μέλλ. σπείσομαι, μέσ. αόρ. έσπεισάμην, πρκμ. (μέσ. και παθ.) έσπεισμαι, υπερσ. έσπείσμην. Παράγ. σπονδή (= το χύσιμο του κρασιού κατα τη θυσία, προσφορά ποτού κτλ.)- πληθ. σπονδαΐ (= επίσημη συνθήκη, ανακωχή κτλ.).
στρέφω (θ. στρεφ-, στροφ-, § 62, 6 και στράφ- § 317, 1), πρτ. έ’στρεφον, μέλλ. στρέψω, αόρ. έστρεψα. Μέσ. και παθ. στρέφομαι, πρτ. έστρεφό-μην, μέσ. μέλλ. -στρέφομαι, μέσ. αόρ. -εστρεψάμην, παθ. μέλλ. β” -στραψήσομαι, παθ. αόρ. β” (και ως μέσ.) έστράφην, παθ. αόρ. α” (σπάν.) έστρέφθην, πρκμ. έστραμμαι § 300, υπερσ. -εστράμμην. Πα­ράγ. στρέψις, στρέμμα, στροφή, στρεπτός, άναστρεπτέον κ.ά.
στρώννυμι και ποιητ. στόρνυμι (= στρώνω* θ. 1) στρω- και απ” αυτό στρω-σ-νο- = στρωννυ-” 2) στορ- και απ” αυτό στορ-νυ- και στορ-εσ-), πρτ. έστρώννυν, αόρ. έστόρεσα. Παθ. -στόρνυμαι, πρκμ. έστρωμαι. Παράγ. στρωτός, άστρωτος κ.ά.
συλλέγω (συν + λέγω = μαζεύω- θ. λεγ-, λογ- § 62, 6), πρτ. συν-έλεγον, μέλλ. συλ-λέξω, αόρ. συν-έλεξα, πρκμ. συν-είλοχα (§ 272, 6). Μέσ. και παθ. συλ-λέγομαι, πρτ. συν-ελεγόμην, μέσ. μέλλ. συλ-λέξομαι, μέσ. αόρ. συν-ελεξάμην, παθ. μέλλ. β” συλ-λεγήσομαι, παθ. αόρ. β” συν-ελέγην και (σπάν.) παθ. αόρ. α” συν-ελέχθην, πρκμ. συν-είλεγμαι, Ό­περα, σονειλέγμην. Παράγ. σύλλογος, συλλογή κ.ά.
Τ
Τείνω (= τεντώνω- θ. τεν-* απ” αυτό τεν-j- = τειν- § 301, 3 και τα), πρτ. ετεινον, μέλλ. τενώ, αόρ. έτεινα, πρκμ. -τέτακα (§ 309, γ). Μέσ. και παθ. τείνομαι, πρτ. έτεινόμην, μέσ. μέλλ. -τενοΰμαι, -εΐ, -εΐται κτλ., μέσ. αόρ. -ετεινάμην, παθ. μέλλ. -ταθήσομαι, παθ. αόρ. -ετάθην, πρκμ. τέταμαι, υπερσ. -ετετάμην. Παράγ. τάσις, έκτατος, συντατέον κ.ά. τελέω -ώ. Βλ. § 331, πίν. β, 2 (σ. 193).
τέμνω (= κόβω» θ. τεμ-· απ” αυτό τεμ-ν- § 357, α” και τμε- = τμη- § 309, 5), πρτ. έτεμνον, μέλλ. (συνηρ.) τεμώ, αόρ. β” έτεμον, πρκμ. τέτμηκα, Μέσ. και παθ. τέμνομαι, πρτ. έτεμνόμην, μέσ. μέλλ. -τεμοΰμαι, μέσ. αόρ. β” έτεμόμην, παθ. μέλλ. τμηθήοομαι, παθ. αόρ. έτμήθην, πρκμ. τέτμημαι, υπερσ. έτετμήμην, συντελ. μέλλ. -τετμήσομαι. Παράγ. ζμτ/-σις, τμήμα, τόμος (άτομον), τομή, τμητός (άτμητος), τμητέος (άπο-τμητέον) κ.ά.
τήκω (= λιώνω» θ. τηκ-, τακ-), πρτ. -έτηκον, αόρ. έτηξα. Μέσ. και παθ.
τήκομαι, παθ. αόρ. α” έτήχθην, παθ. αόρ. β” έτάκην (§ 317, 2), πρκμ.
ενεργ. (ως μέσ. ή παθ.) τέτηκα, υπερσ. έτετήκειν. Παράγ. τήξις, τη-
κτός (άτηκτος κτλ.), τίθημι. Βλ. § 346, β (σ. 229).
τίκτω (= γεννώ» τεκ- και απ” αυτό τκ-, τι-τκ- = τι-κτ § 355 και τοκ- § 62, 6), πρτ. έτικτον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) τέξομαι, αόρ. β” έ-τεκον, πρκμ. τέτοκα. Παράγ. τέκος (ποιητ.), τέκνον, τοκεύς, τόκος κ.ά.
τίνω (= πληρώνω- θ. 1) ίσχυρό τει- και τι– 2) αδύνατο τί- και τϊν- § 357, α’), πρτ. έτινον, μέλλ. τισω (και τεισω), αόρ. έτ’ισα (και έτεισα), πρκμ. -τέτικα (και τέτεικα). Μέσ. αόρ. έτισάμην, παθ. αόρ. -ετίσθην (και -ετεισθην), πρκμ. -τέτισμαι, υπερσ. -ετετι’σμην. Παράγ. π σι ς (ε-κτισις) κ.ά.
τιτρώσκω (= πληγώνω» θ. τρω¥-, τραυ-, τρω- και απ” αυτό τι-τρω-σκ- § 356), πρτ. έτίτρωσκον, μέλλ. τρώσω, αόρ. έτρωσα. Παθ. τιτρώσκομαι, πρτ. έτιτρωσκόμην, παθ. μέλλ. τρωθήσομαι, παθ. αόρ. έτρώθην, πρκμ. τέτρωμαι, υπερσ. έτετρώμην. Παράγ. τρωτός (άτρωτος κτλ.) κ.ά.
τρέπω (θ. τρεπ-, r/ϊοπ-, τρακ-), πρτ. έτρεπον, μέλλ. τρέψω, αόρ. έτρεψα, ποιητ. αόρ. β” έτραπον (βλ. § 314, 1, ε), πρκμ. τέτροφα. Μεσ. και παθ. τρέπομαι, πρτ. έτρεπόμην, μέσ. μέλλ. τρέψομαι, μέσ. αόρ. α” έτρεψάμην, μέσ. αόρ. β” έτραπόμην (§ 321), παθ. αόρ. α” έτρέφθην, παθ. αόρ. β” έτράπην (§.317, 1), πρκμ. τέτραμμαι, υπερσ. έτετράμμην. Παράγ. τρεπτός, τρεπτέον, τρέψις, τρόπος, τροπή κ.ά.
τρέφω (θ. θρεφ-, θροφ-, θραφ- — τρεφ-, τροψ-, τραψ- § 69, 1), πρτ. έτρε-ρον, μέλλ. θρέψω, αόρ. έθρεψα, πρκμ. (ποιητ.) τέτροφα. Μέσ. και παθ. τρέφομαι, πρτ. έτρεφόμην, μέσ. μέλλ. (και ως παθ.) θρέψομαι, μέσ. αόρ. έθρεψάμην, παθ. μέλλ. β” τραφήσομαι, παθ. αόρ. β” έτράφην και (σπάν.) παθ. αόρ. α” έθρέφθην, πρκμ. τέθραμμαι, υπερσ. έτεθράμ-μην. Παράγ. θρέμμα, θρέψις, τροφή, τροφεός, τροφός, θρεπτέον κ.ά.
τρέχω (θ. τρεχ- = τρεχ- § 69, ·1 και δραμ-, δραμε- = δραμη- § 358), πρτ. έτρεχον, μέσ. μέλλ. (συνηρ., μ” ενεργ. σημασ.) δραμούμαι, -εΐ, -εΐται κτλ., αόρ. β” έδραμον, πρκμ. δεδράμηκα, υπερσ. έδεδραμήκειν. Πα­ράγ. τρόχος (= το τρέξιμο ή ο τόπος για το τρέξιμο), τροχός κ.ά.
τυγχάνω (= πετυχαίνω, βρίσκω, τυχαίνω” θ. Ι) ισχυρό τευχ-” 2) αδύνατο τυχ- και απ” αυτό τυ-ν-χ-αν- = τυγχαν- § 357, γ” και τυχε- = τύχη- § 353, β), πρτ έτύγχανον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) τεύζομαι, αόρ. β” έτυχον, πρκμ. τετύχηκα, υπερσ. έτετυχήκειν και συνήθ. περιφρ. τε-τυχηκώς ήν.
τύπτω (= χτυπώ” θ. τυπ-” απ” αυτό τυπ-τ- § 292, 1 και τυπτε- = τυπτη- § 353, β), πρτ. έτοπτον, μέλλ. τνπτήσω- τα λοιπά από τα ρ. παίω, πα­τάσσω, πλήττω, πληγάς δίδωμι κτλ. Παθ. τύπτομαν τα λοιπά από το πλήττομαι ή πληγάς λαμβάνω. Παράγ. τύπος, τύψις, τυπτητέος κ.ά.
Υ
Ύπισχνέομαι -οΰμαι (αποθ. μέσ. = υπόσχομαι- θ. σεχ- με μετάθ. σχε-(σχη) ή με συγκοπή σχ-” απ” αυτό μ” ενεστ. αναδιπλ. και με το πρό­σφυμα νε; σι-σχ-νε- = ίσχνε- § 357, δ’), πρτ. ύπισχνούμην, μέσ. μέλλ. ύποσχήσομαι, μέσ. αόρ. β” ΰπεσχόμην, πρκμ. ύπέσχημαι, υπερσ. ύπεσχήμην. Παράγ. ύπόσχεσις.
Φ
Φαίνω (= φανερώνω* θ. φα-, φαν- και απ* αυτό φαν-j- = φαιν- § 301, 2), πρτ. έ’φαινον, μέλλ. φανώ, αόρ. έφηνα, πρκμ. -πέφαγκα. Μέσ. και παθ. φαίνομαι, πρτ. έφαινόμην, μέσ. μέλλ. φανοΰμαι, μέσ. αόρ. -εφηνάμην, παθ. μέλλ. β” (ως μέσ.) φανήσομαι, παθ. αόρ. β” (ως μέσ.) έφάνην (§ 359, 6), παθ. αόρ. α” (με παθ. διάθ.) έφάνθην, ενεργ. πρκμ. (ως μέσ.) πέφηνα, παθ. πρκμ. (με παθ. διάθ.) πέφασμαι (-νσαι, -νται κ­τλ. §§ 307-308).
φέρω (θέματα βλ. § 358), πρτ. έφερον, μέλλ. οΐσω, αόρ. α” ήνεγκα, αόρ. β” ήνεγκον (υποτ. ένέγκω κτλ.), πρκμ. ένήνοχα, υπερσ. -ενηνόχειν (§ 296, 3). Μέσ. και παθ. φέρομαι, πρτ. έφερόμην, μέσ. μέλλ. οΐσομαι, μέσ. αόρ. α” ήνεγκάμην, παθ. μέλλ. οίσθήσομαι και ένεχθήσομαι, παθ. αόρ. (και ως μεσ.) ήνέχθην, πρκμ. ένήνεγμαι, υπερσ. -ενηνέγμην. Πα­ράγ. φόρος, φορά, φορεύς, οίστός, οίστέον κ.ά.
φεύγω (= φεύγω, τρέπομαι σε φυγή, καταδιώκομαι, είμαι εξόριστος1 U. I) ισχυρό φευγ- 2) αδύνατο φυγ-), πρτ. έφευγον, μέλλ. φεϋξομαι και (δωρικός) φευξουμαι, -εΐ, -εΐται κτλ., αόρ. β” έφυγον, πρκμ. πέφευγα, υπερσ. έπεφεύγειν. Παράγ. φυγή, φυγάς, φευκτός (άφευκτος και συ­νήθ. άφυκτος), φευκτέος, -τέον κ.ά.
φημί. Βλ. § 351, 3 (σ. 234).
φθάνω (θ. 1) «ισχυρό φθη-” 2) αδύνατο φθα- και απ” αυτό φθαν- § 357, α’), πρτ. εφθανον, μέσ. μέλλ. (μ” ενεργ. σημασ.) φθήοομαι, αόρ. α” ε-φθασα, αόρ. β” έφθην (§ 349).
φθείρω (= καταστρέφω» θ. φθερ- και απ” αυτό φθερ-j- = φθειρ- § 301, 3), πρτ. έφθειρον, μέλλ. (συνηρ.) φθερώ, -έΐς, -εΐ κτλ., αόρ. έφθειρα, πρ­κμ. έφθαρκα, υπερσ. έφθάρκειν (§ 309, β). Παθ. φθείρομαι, πρτ. έφθειρόμην, μέσ. μέλλ. (ως παθ.) φθεροΰμαι, παθ. μέλλ. β” -φθαρήσομαι, παθ. αόρ. β” έφθάρην (§ 317, 1), πρκμ. έφθαρμαι, υπερσ. έφθάρμην. Παράγ, φθορά, φθορεύς, φθαρτός (άφθαρτος κτλ.).
φύω (= γεννώ, παράγω, φυτρώνω» θ. φυ-, πρτ. έφυον, μέλλ. (ποιητ.) φυ­σώ, αόρ. έφΰσα. Μέσ. και παθ. φύομαι, πρτ. έφυόμην, μέσ. μέλλ. (ως παθ.) φύσομαι, ενεργ. αόρ. β” (ως μέσ. και παθ.) έφυν (§ 349, 5), ε­νεργ. πρκμ. (ως μέσ. και παθ.) πέφυκα, ενεργ. υπερσ. (ως μέσ. και παθ.) έπεφύκειν. Παράγ. φύσις, φυή, φΰμα, φυτός (ούσ. τό φυτόν) κ.ά.
Χ
Χαίρω (= χαίρομαι- θ. χαρ-· απ” αυτό χαρ-j- = χαιρ- § 301, 2 και χαρε-~ χάρη- § 353, γ), πρτ. έχαιρον, μέλλ. χαιρήσω, παθ. αόρ. β” (ως ε­νεργ.) έχάρην, πρκμ. (με σημασ. ενεστ.) γέγηθα (του ποιητ. γήθω). Παράγ. χαρά, χάρμα, χαρτός (έπίχαρτος).
χαλάω -ώ. Βλ. § 331, πίν. α, 2 (σ. 213).
χέω. Βλ. § 331, πίν. β, 1 (σ. 214).
χόω -χώ ή χώννυμι. Βλ. § 331, πίν. γ, 2 (σ. 2J6).
χράω – χρω, χρής, χρή κτλ., πβ. § 325 (=δΐνω χρησμό, προφητεύω- θ. χρη-, χρα), αόρ. έχρησα. Μέσ. χρώμαι (= ζητώ χρησμό, ρωτώ το μαντείο), μέσ. αόρ. έχρησάμην, παθ. αόρ. έχρήσθην. Παράγ. χρησμός, χρήστης (= αυτός που δίνει χρησμούς, προφήτης).
χρή. Βλ. § 351, 12 (σ. 237).
χρίω. Βλ. § 291 (σ. 180).
χρώμαι, χρή, χρήται κτλ. § 325 (αποθ. μεικτό- θ. χρη-, χρα), πρτ. έχρώ-μην, έχρώ, έχρήτο κτλ., μέσ. μέλλ. χρήσομαι, μέσ. αόρ. έχρησάμην, παθ. αόρ. έχρήσθην, πρκμ. (ως ενεργ.) κέχρημαι, υπερσ. έκεχρήμην. Παράγ. χρηστός (άχρηστος, εύχρηστος κτλ.), χρηστέον, χρήσις, χρήμα κ.ά.
Ψ
Ψαύω. Βλ. § 291 (σ. 180).
Ω
Ώθέω -ώ (= σπρώχνω* θ. ¥ώθ-, ώθ-, ώθε), πρτ. έώθουν (§ 269, 1, γ), μέλλ. ώσω, αόρ. έ’ωσα. Μέσ. και παθ. ωθούμαι, πρτ. έωθούμην, μέσ. μέλλ. -ώσομαι, μέσ. αόρ. έωσάμην, παθ. μέλλ. -ωσθήσομαι, παθ. αόρ. έώσθην, πρκμ. -έωσμαι § 272, 4. Παράγ. ώθησις, ώσις (άνωσις, άπω-σις)· ώστης κ.ά.
ώνέομαι -οΰμαι (αποθ. μεικτό = αγοράζω- θ. 1) Ψων-, ¥ωνε- = ώνε-, ώνη-· 2) πρια-), πρτ. έωνούμην § 269, 1, γ, μέσ. μέλλ. ώνήσομαι, μέσ. αόρ. α” έπριάμην § 348, 2, παθ. αόρ. έωνήθην, πρκμ. έώνημαι § 272, 4, ύπερσ. έωνήμην. Παράγ. ώνητής, ώνητός, ώνητέος κ.ά.
ΤΕΛΟΣ
α- αθροιστικό, επιτατικό, στερητικό 423.
-α καθαρό, μη καθαρό 90.
αδύνατο θέμα, βλ. θέμα.
αήρ 127, β.
αθροιστικό ά- 423, γ.
αιθήρ Ί27, β.
-αίτερος, -αίτατος, καταλήξεις παραθετι-
κών 195, 5. αιτιατική 75. αιτιολογικά μόρια 370, 5. αιτιολογικοί σύνδεσμοι 367, 6. ακατάληκτα γ” κλίσης 104, !. άκλιτα μέρη του λόγου 72, β.
με πολλαπλή σημασία 371. άκλιτα ουσιαστ. 152.
άκλιτο ως α” συνθετικό 420-422.
ως β” συνθετικό 427. αλλαγή γραμματικού είδους 441. αλλαγή σημασίας τών λέξεων 442. αλληλοπαθητική αντωνυμία 232.
η κλίση της 233. αλφάβητο 16.
άν, η πολλαπλή σημασία του 371. αναδιπλααιασμός, ομαλός στα απλά ρή­ματα 270. -α” είδους 270, 1.
β” είδους 270, 2.
γ” είδους 270, 3.
στα σύνθετα ρήματα 271.
ανώμαλος 272.
αττικός 273.
ενεστωτικός 337.
αναλογικά αριθμητικά 206, ε και 208. αναλογικός σχηματισμός παραθετικών 195.
αναπληρωματική έκταση 62, 7, β.
ανάπτυξη φωνήεντος 62, 2.
συμφώνου 65. αναφορικά επιρρήματα 363. αναφορικές αντωνυμίες 240.
η κλίση τους 241. ανομοίωση συμφώνων 69.
με τροπή 69, 1, α.
με αποβολή 69, 2. αντέκταση 62, 7, β. αντιθετικοί σύνδεσμοι 367, 3. αντικειμενικά σύνθετα 435. αντιμεταχώρηση 62, 5. αντωνυμίες 219, τα είδη τους 220.
προσωπικές 221.
δεικτικές 223.
οριστική ή επαναληπτική 225.
κτητικές 228.
αυτοπαθητικές 230.
αλληλοπαθητική 232.
ερωτηματικές 234.
αόριστες 236.
επιμεριστικές 238.
αναφορικές 240.
συσχετικές 243. ανώμαλα ουσιαστικά 146-153.
επίθετα 184.
παραθετικά 196.
— ρήματα 352-359· κατάλογος ανώμα­λων ρημάτων (στο τέλος, Παράρτη­μα).
ανώμαλη αύξηση 269. ανώμαλος αναδιπλασιασμός 272. άνω στιγμή 50, 2. αόριστα επιρρήματα 363. αόριστες αντωνυμίες 236.
η κλίση τους 237.
αοριστολογικό μόριο αν 370, 4. αόριστος 253, δ.
παθητικός α” 286.
ενεργητ. και μέσος β” 310.
παθητικός β” 315.
δεύτερος βαρύτονων ρημάτων κατά τα ρ. σε -μι 349.
απαρέμφατο 25!, α.
απλή λέξη 376, 2.
απλολογία 69. 2. β.
αποβολή φωνηέντων (συγκοπή) 62, I.
συμφώνων 64, στην ανομοίωση: συμ­φώνων 69,2, α, συλλαβής (συλλαβι­κή ανομοίωση) 69, 2, β.
αποθετικά ρήματα 360.
μέσα, παθητικά, μεικτά 360, α. απόλυτα αριθμητικά 206, α. αποσιωπητικά 50, 6. απόστροφος 49, 3.
απρόσωπα ρήματα .361. φφο 78.
α/)/-, επιτατικό μόριο 423, ε’. αριθμητικά 205.
επίθετα: απόλυτα, τακτικά, χρονικά, πολλαπλασιαστικά, αναλογικά 206.
η κλίση τους 207-209.
ουσιαστικά 210.
επιρρήματα 212. αριθμητικών θέματα 213.
αριθμοί σύνθετοι, εκφορά τους 214.
κλασματικοί, εκφορά τους 215. αριθμός πτωτικών 76, β.
ουσιαστικών 83.
ρήματος 248.
αριθμών γραφική παράσταση 217. αρνητικά επιρρήματα 362. 6. αρσενικό γένος πτωτικών 76. α.
ουσιαστικών 81. αρχική συλλαβή 32. αρχικό γράμμα 28. αρχικοί χρόνοι 256, α. άτονες λέξεις 40.
αττική β” κλίση, αττικόκλιτα ουσιαστικά 101. αττικόκλιτα επίθετα 166.
απτκο’ς αναδιπλασιασμός 273.
αύξηση, ομαλή στα απλά ρήματα, συλ­λαβική, χρονική 266.
στα σύνθετα ρήματα, εσωτερική 267.
ανώμαλη 269. αυτοπαθητικές αντωνυμίες 230.
η κλίση τους 23 1. αφαίρεση φωνηέντων 60, 1. αφηρημένα ουσιαστικά 79, 2. αφομοίωση φωνηέντων 62, 4.
συμφώνων 68.
άφωνα σύμφωνα 21, 1, α. αφωνόληκτα ουσ. γ” κλ. 120, α, 121,
επίθετα γ” κλ. I 72.
ρήματα 264, β, 292.
άχρι, η πολλαπλή σημασία του 371. αχώριστα μόρια 370, 6 και 7. αχώριστο μόριο ως α” συνθετικό 422-423.

Β
βαθμοί επιθέτου 189. – επιρρήματος 203. βαρεία 36.
βαρύτονα ρήματα 276-321. βαρύτονη λέξη 37, 6. βεβαιωτικά επιρρήματα 362, 5. βοηθητικά ορθογραφ. σημεία 49. βοηθητικό ρ. ειμί 274. βράχυνση φωνήεντος 62, 7, α. βραχύχρονα φωνήεντα 19, I, α. βραχύχρονη συλλαβή 33., γ.

Γ
γελαστικά έπιφ<ονήματα 369, 2. γενική 75.
γένος πτωτικών 76, α.
ουσιαστικών 81.
επιθέτων 155.
γλώσσα 9, αρχαία ελληνική – νέα ελλη­νική 10. γονεωνυμικά 389. γράμματα 8, (6. γραμματική 14.
της αρχ. ελληνικής γλώσσας — της αττικής διαλέκτου 15.
γραπτός λόγος 1.
γραφική παράσταση των αριθμών 217.

Δ
δασεία 45, λέξεις που παίρνουν δασεία 47.
δααόπνοα άφωνα 22, β. δεικτικά επιρρήματα 363. δεικτικά μόρια 370, 6. δεικτικές αντωνυμίες 223, η κλίση τους 224.
δεύτερη κλίση ουσ. 94-102. δεύτερη συζυγία ρημάτων (σε – μι) 332-351.
δεύτεροι χρόνοι ρημάτων, ενεργ. και μέσ. αόρ. β” 310-314, παθ. μέλλ. β” και παθ. αόρ. β” 315-317, ενεργ. παρα­κείμ. β” και υπερσυντ. β” 318-319, γε­νικές παρατηρήσεις στους δεύτερους χρόνους 320-321, αόρ. β” βαρύτονων ρημάτων κατά τα ρ. σε – μι 349.
δευτερόκλιτα ουσιαστικά 94-102.
-επίθετα 158-167.
δέω, δέομαι 327.
διαζευκτικοί (ή διαχωριστικοί) σύνδεσμοι
367, 2. διαθέσεις ρήματος 247. διάλεκτοι 12-13. διαλυτικά 49.2.
διασταλτική αντωνυμία 225, 3, σημ. διαχωριστικοί σύνδεσμοι, βλ. διαζευκτι­κοί.
δικατάληκτα ουσιαστικά 82, 3.
— επίθετα 155. 2.
διπλά γράμματα 21, 2.
διπλή παύλα 50, 9.
διπλόθεμα ουσιαστ. γ” κλ. 105, 1.
διστακτικά επιρρήματα 362, 7.
διστακτικοί (ή ενδοιαστικοί) σύνδεσμοι
367^ 11. δισύλλαβη λέξη 31. δίφθογγοι 5, 25. δίχρονα φωνήεντα 19, 3, 20, γ. διψώ 325. δοτική 75.
,δυϊκός αριθμός πτωτικών 76, β.
ουσιαστικών 83.
ρημάτων 248. δυνητικό μόριο άν 370, 3. δυσ-, αχώριστο μόριο 423, στ’.

Ε
εάν, η πολλαπλή σημασία του 371. εγκλίσεις ρημάτων 250. έγκλιση τόνου, εγκλιτικές λέξεις ή εγκλι­τικά 41-43. εγκλιτικά μόρια 370, 1. εγκλιτικά φωνήεντα 238. εθνικά (παράγωγα ουσ.) 390. εΐ, η πολλαπλή σημασία ίου 371. ειδικοί σύνδεσμοι 367, 9. εισαγωγικά 50, ΊΟ. έκθλιψη 57-59. έκταση φωνήεντος 62, 7, β. εκφορά σύνθετων αριθμών 214. ελλειπτικά ουσιαστικά 153.
παραθετικά 201. εναντιωματικοί σύνδεσμοι 367, 3, ενδοιαστικοί (ή διστακτικοί) σύνδεσμοι
367, 1 1. ενδοτικοί σύνδεσμοι 367, 4. ενεργητική διάθεση 247, α. ενεργητική φωνή 258, α. ενεργητικός αόρ. β” 310-314. ενεστώτας στην οριστική 253, α.
στις άλλες εγκλίσεις 257. ενεστωτικό θέμα 262, β. ενικός πτωτικών 76, β.
ουσιαστικών 83.
ρήματος 248. ένρινα σύμφωνα 23. ενρινόληκτα ουσιαστ. γ” κλ. 126. -επίθετα 177-180.
ρήματα 301-309.
ένωση (ή συγχώνευση) συμφώνων 67. ενωτικό 49, 5.
επαναληπτική αντωνυμία 225.
η κλίση της 226. επάνω τελεία 50, 2.
έπεί, επειδή, η πολλαπλή σημασία τους 371.
επένθεση 66. επίθετα 154.
τρικατάληκτα με τρία γένη, δικατάλη­κτα με τρία γένη, μονοκατάληκτα με δύο γένη 155.
ασυναίρετα δευτερόκλιτα 158-161.
συνηρημένα δευτερόκλιτα 162-165.
αττικόκλιτα 166-167.
τριτόκλιτα 168-183.
φωνηεντόληκτα 169-171.
συμφωνόληκτα: αφωνόληκτα 172-
176, ενρινόληκτα, υγρόληκτα 177-180, σιγμόληκτα 181-183.
ανώμαλα 184.
επίθετα αριθμητικά, βλ. αριθμητικά, επίθετα με αλλαγμένη σημασία 443, β. επίθετα παράγωγα 392.
από ρήματα 393-396.
από ονόματα 397.

από επιρρήματα 398. επιθέτου βαθμοί 189. επιθέτου παραθετικά 191. επίθετο ως α” συνθετικό 415-417.
ως β” συνθετικό 425-426. επιμεριστικές αντωνυμίες 238.
η κλίση τους 239. επιρρήματα
τοπικά, χρονικά, τροπικά, ποσοτικά, βεβαιωτικά, αρνητικά, διστακτικά 362.
ερωτηματικά, αόριστα, δεικτικά, ανα­φορικά 363.
συσχετικά 363.
επιρρήματα με αλλαγμένη σημασία 443, δ.
επιρρήματα παράγωγα 404.
τοπικά 405, τροπικά 406, ποσοτικά 407, χρονικά 408.
επιρρήματος παραθετικά 203. επίρρημα ως α” συνθετικό 420.
ως β” συνθετικό 427.
επιτατικό ά- 423, β’, άρι-, έρι-, ζα- 423. ε’.
επιφωνήματα 368. επιφωνηματικό 50, 5. έρι-, επιτατικό μόριο. 423, ε’. ερωτηματικά επιρρήματα 363.
ερωτηματικές αντωνυμίες 234. — η κλίση τους 235. ερωτηματικό 50. 4.
-έστερος, -έστατος, παραθετικές καταλή­ξεις 195, α. εσωτερικά γράμματα 28. εσωτερική αύξηση 267. ετερόκλιτα ουσιαστικά 149. ετυμολογικό 373. ευκτική 250, γ. ευψωνία 61. ευφωνικά σύμφωνα 61. ευχετικό μόριο 370, 2.

Ζ
ζ, διπλό σύμφωνο 21,2. ζα-, επιτατικό μόριο 423, ε’. ζώ, ζής, ζί} κτλ. 325.

Η
ήμι-, αχώριστο μόριο 423, ζ’. ημίφωνα 4, 16, σημ. 4, 21, 1, β. ημιφωνόληκτα odo. γ” κλίσ. 120, β και 125-140.
ήνίκα, η πολλαπλή σημασία του 371.

Θ
θαυμαστικά επιφωνήματα 369, 1. θαυμαστικό 50. 5. θειαστικά επιφωνήματα 369, 3. θέμα κλιτών λέξεων 73, β.
ισχυρό και αδύνατο ουσ. γ” κλίσ. 105, 2.
του ρήματος: ρηματικό, χρονικό 262.
του αορ. β” 314.
— των ρημ. σε -μι 333, 337. θεματικό φωνήεν 282.
θέσει μακρόχρονη συλλαβή 33, β. θετικός βαθμός επιθέτων 190, 1. θέω, θεΐς θεϊ κτλ. 327. θηλυκό πτωτικών 76. α.
ουσιαστικών 81.
τρικατάλ. επιθ. σε -ος 159.

I
ιδιόκλιτα ονο. 151.
ισοσύλλαβα ονσ. 85, 1.
-ίατερος, -ίστατος, παραθετικές καταλή­ξεις 195, γ.
ιστορικοί χρόνοι, βλ. χρόνοι.
ισχυρό θέμα, βλ. θέμα.
-ιων, -ιστός, καταλήξεις ανώμ. παραθετι-κών 196.

J
j 16, σημ. 4.
αποβολή του j 64, 2.
αφομοίωση του / με υγρά και ένρινα 68, 4.
μετάθεση του j (επένθεση) 66.
συγχώνευση του j με άφωνα 67, 2.

F
F 16, σημ. 4.
αποβολή τοϋ F 64, 3.

Κ
καθαρό και μη καθαρό -α 90. καίω ή κάω 289. καταληκτικά ουσ. γ” κλ. 104, 1. κατάληξη κλιτών λέξεων 73.
του ρήματος 261.
προσωπική των ρηματ. τύπων 281.
καταλήξεις ολικές (φαινομενικές) ουσ. α” κλ. 87, ουσ. β” κλ. 95, ουσ. γ” κλ. 141-, ρηματικών τύπων 288.
καταλήξεις παραθετικές 193.
καταλήξεις παραγωγικές 379, 3.
υποκοριστικές 384.
μεγεθυντικές 385.
καταχρηστικές προθέσεις 365, 2. καταχρηστική παραγωγή 441. καταχρηστικοί δίφθογγοι 25, β. κάω (καίω) 289. κλείω, βλ. κλήω. κλητική 75.
κλητικό επιφώνημα 368. κλήω 289.
κλίση πτωτικών 76, γ.
ουσιαστικών 84. -ασυναίρ. ουσ. α” κλ. 86-91.
συνηρ. ουσ. α” κλ. 92-93.
ασυναίρ. ουσ. β” κλ. 94-98.
συνηρ. ουσ. β” κλ. 99 100. -αττική β” κλ. 101-102. -ουσ. γ” κλ. 103-145.
επιθέτων 156-184. -μετοχών 185-188.
συγκριτικών, -ίων, -ιον (-ων, -ον) 197. -αριθμητ. επιθέτων 207-209.
κλιτά μέρη του λόγου 72, β. κλιτό ως α” συνθετικό 410-419.
ως β” συνθετικό 424-426.
κοινά (ή προσηγορικά) ονόματα 80, 2.
από επίθετα 441, γ. κόμμα 50, 3. κορωνίδα 49, 4. κράση 55.
κτητικά σύνθετα 436. κτητικές αντωνυμίες 228, η κλίση τους 229.
κύρια ονόματα 80, 1.
κύρια ονόμ. προσώπων από κοινά ουσια­στικά, επίθ. ή μετοχές 441, α.
κύριες προθέσεις 365, 1.
κύριοι δίφθογγοι 25, α. κυριολεξία 442.
Λ
λέξη 6, 27.
μονοσύλλαβη, δισύλλαβη, τρισύλλα­βη, πολυσύλλαβη 31.
οξύτονη, παροξύτονη, προπαροξύτο­νη, περισπωμένη, προπερισπώμενη, βαρύτονη 37.
άτονη 40.
εγκλιτική 41.
πρωτότυπη, παράγωγη 375, I.
ριζική 375, 3.
-σύνθετη 376, 1, απλή 376, 2.
παρασύνθετη 378.
ονοματοποιημένη
λέξεις πού παίρνουν δασεία 47. λήγουσα 32.
λόγος προφορικός, γραπτός 1.
μέρη του λόγου κλιτά, άκλιτα 72.

Μ
μακρόχρονα φωνήεντα 19, I, β, 20, β. μακρόχρονη συλλαβή 33. μέγας 184, 2. μεγεθυντικά 385. μέλλοντας απλός 253, γ.
συντελεσμένος 253, ζ.
παθητικός α” 286. -παθητικός β” 315-317.
μέρη του λόγου κλιτά, άκλιτα 72.
μέσα άφωνα 22, β.
μέση διάθεση 247, β.
μέση στιγμή 50, 2.
μέση φωνή 258, β.
μέσος αόρ. β” 310-314.
μετάθεση φωνηέντων 62, 3.
του j (επένθεση) 66. μεταπλαστά ουσιαστικά 150. μεταφορική σημασία των λέξεων 442. μετοχή 251, β.
κλίση των μετοχών 185-188.
παραθετικά των μετοχών 200, 1. μέχρι, η πολλαπλή σημασία του 371. μή καθαρό -α 90.
μονόθεμα ουσ. γ” κλ. 105, 1. μονοκατάληκτα ουσ. 82, 1 και 2.
επίθετα 155, 3. μονολεκτικά παραθετικά 192.
κανονικός σχηματισμός τους 193.
αναλογικός σχηματισμός τους 195. μονολεκτικοί χρόνοι, βλ. χρόνοι, μόρια 370.
-αχώριστα 370, 6 και 7.
αχώρ. μόρια ως α” συνθετ. 422.
Ν
ν εμπρός από άφωνα 70, 5. ν εμπρός από ένρινα και υγρά 68, 5, 307, β.
ν εμπρός από το j 68, 4, β.
ν εμπρός από το σ 64, 4.
ν ευφωνικό 61, 1.
νε’α», νεϊς, νεΐ 327.
νη- στερητικό 423, δ’.
νόθα σύνθετα 428.
ντ, νδ, νθ εμπρός από σ 64, 6.
ντ, νδ, νθ εμπρός από το j 67, 2, γ.
ξ, διπλό σύμφωνο 21, 2.
ξ από ένωση ουρανικοό και σ 67 1.

Ο
οδοντικά άφωνα 22, α.
εμπρός από το σ 64, 5. οδοντικόληκτα ουσ. γ” κλ. 121 και 122,
γ, δ, ε, ζ. ολικές (φαινομενικές) καταλήξεις, βλ.
κατάληξη, ονομαστική 75. ονόματα 72, α.
κύρια 80, 1.
κοινά ή προσηγορικά 80, 2. ονοματικοί τόποι του ρήμ. 251. ονοματοποιημένη λέξη 439. ονοματοποιία 439.
οξεία 36.
οξύτονη λέξη 37, 1. όπηνίκα, οπότε, όπως, η πολλαπλή ση­μασία τους 371. ορθές πτώσεις 75, β. ορθογραφικά σημεία βοηθητικά 49. οριστική 250, α.
— συσχετικός πίνακας των χρόνων της 255.
οριστική αντωνυμία 225.
η κλίση της 226.
δτε, η πολλαπλή σημασία του 371. ότι, η πολλαπλή σημασία του 371. ού (ούκ, ούχ) 40, 61, 2 ουδέτερη διάθεση 247, δ. ουδέτερο πτωτικών 76, α.
ουσιαστικών 81. ουρανικά άφωνα 22, α. ουρανικόληκτα ουσ. γ” κλ. 121, 122, α. ουσιαστικά ονόματα 79.
συγκεκριμένα, αφηρημένα 79.
κύρια, προσηγορικά (κοινά) 80.

μονοκατάληκτά με ένα γένος, μονο-κατάληκτα με δύο γένη (κοινού γέ­νους), δικατάληκτα με δυο γένη 82.
ισοσύλλαβα, περιττοσύλλαβα 85.
ασυναίρετα α” κλ. 86-91.
συνηρημένα α” κλ. 92-93.
ασυναίρετα β” κλ. 94-98.
συνηρημένα β” κλ. 99-100. -αττικής β” κλ. 101-102.
γ” κλ. 103-145: καταληκτικά, ακατά-ληκτα 104, μονόθεμα, διπλόθεμα 105, φωνηεντόληκτα, συμφωνόληκτα !07, αφωνόληκτα, ημιφωνόληκτα 120, ου­ρανικόληκτα, χειλικόληκτα, οδοντι-κόληκτα 121, ενρινόληκτα 125, συ-γκοπτόμενα 129.
σιγμόληκτα 133-140.
ανώμαλα 146.
ουσιαστικά με αλλαγμένη σημασία 443, α.
ουσιαστικά παράγωγα 380.
από ρήματα 381.
από επίθετα 382.
από ουσιαστικά 383-391. ουσιαστικό ως α” συνθ. 410-414.
ως β” συνθετικό 424.
-ούστερος, -οόστατος, παραθετικές κατα­λήξεις 195, β.
-ο(ώ)τερος, -ο(ώ)τατος, παραθετικές κα­ταλήξεις 194.

Π
παθητική διάθεση 247, γ. παθητικός μέλλ. α’, αόρ. α” 286.
-μέλλ. β; αόρ. β” 315-317. πάθη φθογγικά 51.
— φωνηέντων 52-62.
συμφώνων 63-71. παραγόμενοι χρόνοι, βλ. χρόνοι, παράγωγα ουσιαστικά 380-391. -επίθετα 392-398.
ρήματα 399-403.
επιρρήματα 404-408. παραγωγή 372, 379.
καταχρηστική 441. παράγωγη λέξη 375, I. παραγωγική κατάληξη 379, 3. παραγωγικό πρόσφυμα 379, 2. παραθετικά επιθέτων 189-202.
μονολεκτικά, περιφραστικά 192.
ανώμαλα 196.
μετοχών 200.
ελλειπτικά 201.
επιρρημάτων 203. παραθετική κατάληξη 193. παρακείμενος 253, ε. παραλήγουσα 32. παρασύνθετα 378, 429. παρατατικός 253, β. παρατακτικά σύνθετα 437. παραχωρητικοί σύνδεσμοι 367, 4. παρένθεση 50, 8. παρεπόμενα πτωτικών 77.
ρημάτων 246. παροξύτονη λέξη 37, 2. παρώνυμα ουσ. 391. πατρωνυμικά ουσ. 388. παύλα 50, 7. -διπλή 50, 9.
πεινώ 325. περιεκτικά ουσ. 387. περισπώμενα ρήματα 322-331. περισπωμένη 36. περισπωμένη λέξη 37, 4. περιττοσύλλαβα ουσιαστικά 85, 2. περιφραστικά παραθετικά 192, 198. περιφραστικοί χρόνοι, βλ. χρόνοι. ΠΙΝΑΚΕΣ; συμφώνων 24.
λέξεων που δασύνονται 47.
— ανακεφαλαιωτικός που δείχνει τα σπουδαιότερα πάθη των συμφώνων 71.
ασυναιρετων ουσ. α” κλ. 91.
ασυναίρετων οοσ. β” κλ. 98.
φωνηεντόληκτων ουσ. γ” κλ. σε -ις, γεν. -εως 113.
αφωνόληκτων ουσ. γ” κλ. 124.
ενρινόλ. και υγρόλ. ουσ. γ” κλ. 132.
σιγμόλ. ουδ. γ” κλ. 138.
αριθμητικών 218.
συσχετικών αντωνυμιών 244.
συσχειικός των χρόνων της οριστι­κής 255.
που δείχνει τη διαίρεση των ρημάτων 265.
φωνηεντόλ. ασυναίρ. ρημάτων με δια­φορές ή ανωμαλίες 291.
φωνηεντόλ. συνηρ. ρ. με διαφορές ή ανωμαλίες 331.
συσχετικών επιρρημάτων 363, α.

άκλιτων με πολλαπλή σημασία 371. πλάγιες πτώσεις 75, β.
πλάτεμα της σημασίας των λέξεων 444, α,
πλέω 327.
πληθυντικός πτωτικών 76, β.
ουσιαστικών 83.
ρήματος 248.
πνεύματα 44-45, θέση του πνεύματος 48. πνέω 327.
ποιοτική μεταβολή φωνήεντος 62, 6. πολλαπλασιαστικά αριθμητικά 206, δ
και 209. πολύς 184, 1. πολυσύλλαβη λέξη 31. ποσότητα φωνήεντος 19, 2. ποσοτικά επιρρήματα 362, 4.
παράγωγα 407.
ποσοτική μεταβολή φωνήεντος 62, 7. πράος 184, 3.
πριν, η πολλαπλή σημασία του 371. προθέσεις 364.
κύριες, καταχρηστικές 365.
ως α” συνθετικό 421.
με αλλαγμένη σημασία 443, ε. προπαραλήγουσα 32. προπαροξύτονη λέξη 37, 3. προπεριαπώμενη λέξη 37, 5. προσδιοριστικά σύνθετα 434.
προσηγορικά ουσιαστικά 80, 2.
από επίθετα 441, γ.
προσθετά σύμφωνα, βλ. ευφωνικά aoum προστακτική 250, δ. πρόσφυμα παραγωγικό 379, 2.
χρονικό 286. πρόσωπα ρήματος 249. προσωπικές αντωνυμίες 221.
η κλίση τους 222. προσωπική κατάληξη 281. προτακτικά μόρια 370, 7. προφορικός λόγος 1.
πρώτη συζυγία ρημάτων (σε -ω) 276-331. πρωτόκλιτα ουσιαστικά 86-93. πρωτότυπη λέξη 375, 1. πτώσεις 75.
πτωτικά 74, παρεπόμενα (συνακόλουθα) πτωτικών 77.

Ρ
ρ διπλασιάζεται 65, 3.
ρ εμπρός από το j 68, 4, β.
ρέω 327.
ρήμα βοηθητικό ειμί 274. ρήματα
ενεργητικά, μέσα, παθητικά, ουδέτερα 247.
φωνηεντόληκτα: ασυναίρετα (βαρύτο-να) συνηρημένα (περισπώμενα) συμφωνόληκτα (αφωνόληκτα, ενρινό­ληκτα, υγρόληκτα, σιγμόληκτα) 264.

α” συζυγίας 276-331. -β” συζυγίας 332-351.
ανώμαλα 352-359. Βλ. και κατάλ. ανώμ. ρ. (στο τέλος, Παράρτημα).
αποθετικά 360.
απρόσωπα ή τριτοπρόσωπα 361.
με αλλαγμένη σημασία 443, γ. ρήματα παράγωγα 399.
από ονόματα 400.
από ρήματα 401.
από επιρρήματα 402.
από επιφωνήματα 403. ρηματικά επίθετα 393-396. ρηματικό θέμα 262, α.
ρηματικός χαρακτήρας 263, α. ρήματος παρεπόμενα (συνακόλουθα) 246.
διαθέσεις 247.
αριθμοί 248.
πρόσωπα 249.
εγκλίσεις 250.
χρόνοι 252.
φωνές 258.
συζυγίες 259.
ρήμα ως α” συνθετικό 418.
ως β” συνθετικό 426. ρίζα λέξεων 375, 2. ριζική λέξη 375. 3.
. Σ
σ αποβάλλεται 64, 1, συγχωνεύεται σε ξ, ψ 67, 1, αφομοιώνεται 68, 2 και 3. σημασία συνθέτων 433-437. σημασίας των λέξεων αλλαγή 442. σημεία βοηθητικά ορθογραφικά 49.
της στίξης 50.
σιγμόληκτα ουσ. γ” κλ. 125, 133-140.
επίθετα γ” κλ. 181.
ρήματα 264, β.
στένεμα της σημασίας των λέξεων 444, β.
στερητικό ά- 423.” α’. -νη- 423. δ’. στιγμή τελεία 50, 1.
μέση ή άνω 50, 2. στίξη 50.
συγκεκριμένα ουσ. 79, 1. συγκοπή (αποβολή) φωνηέντων 62, 1. αυγκοπτόμενα ουσ. γ” κλ. 129-131. συγκριτικός βαθμός επιθ. 190, 2. συγχώνευση (ή ένωση) συμφώνων 67. συζυγίες ρημάτων 259. πρώτη συζυγία 276-331. δεύτερη συζυγία 332-351. συλλαβή 7 και 30.
μακρόχρονη (φύσει, θέσει), βραχύχρο-
νη 33.
-συλλαβής αποβολή, βλ. συλλαβική
ανομοίωση. συλλαβική ανομοίωση 69, 2, β. συλλαβική αύξηση 266, 1. συλλαβισμός 34.
συμπερασματικοί σύνδεσμοι 367, 8. συμπλεκτικοί σύνδεσμοι 367, I. συμπνευματισμός 70, 1. σύμφωνα 3, β, 18.
ευφωνικά 52, 61. -τελικά 28-29.
— συμφώνων διαίρεση και ονομασία 21-24.
συμφώνων πάθη 63-71. συμφωνόληκτα ουσ. γ” κλ. 120-140. -επίθετα γ” κλ. 172-183. -ρήματα α” συζυγίας 292-321. -β” συζυγίας 332-336. συναίρεση 53.
συνακόλουθα (ή παρεπόμενα) των πτωτι­κών 77.
των ρημάτων 246. συναλοιφή 52. σύνδεσμοι 366-367. συνδετικά σύνθετα 437. συνηρημένα ουσ. α” κλ. 92-93. -ουσ. β” κλ. 99-100. -ρήματα 322-331.
σύνθεση 372, 409-437..
σύνθετα προσδιοριστικά 434, αντικειμε­νικά 435, κτητικά 436, συνδετικά ή παρατακτικά 437.
νόθα 428. σύνθετη λέξη 376, 1. συνθετικά μέρη 377. συνθετικό πρώτο 377, 410-423. -δεύτερο 377, 424-427. συνθέτων σημασία 433-437.
τονισμός 432. σοντελικοί χρόνοι 256, β. συριστικό σ 23.
συστολή (βράχυνση) 62, 7, α. συσχετικά επιρρήματα 363. συσχετικές αντωνυμίες 243. σχετλιαστικά επιφωνήματα 369, 4. σώς, σων 184, 4.
τ
τακτικά αριθμητ. επίθ. 206, β και 208. -τατος, -τάτη, -τατον, καταλ. υπερθετι­κών επιθ. 193. τελεία (στιγμή) 50, 1.
επάνω (μέση ή άνω στιγμή) 50, 2. τελικά γράμματα 28.
σύμφωνα 29, β. τελικοί σύνδεσμοι 367, 7.
-τερος, -τέρα, τερον, καταλ. συγκριτικών επιθ. 193.
-τέρω, -τάτω, καταλ. παραθετικών επιρ­ρημάτων 203, 4.
τι, συλλαβή που γίνεται αι 70, 4.
τονισμο’ς, γενικοί κανόνες 38, ειδικοί κα­νόνες 39.
ονομάτων γ” κλ. 144.
ενεργητ. αορ. β” 312.
μέσου* αορ. β” 313.
συνθέτων 432.
σύνθετων ρημ. σε -μι 345. τόνος 35, οι τρείς τόνοι 36.
— ονομασία των λέξεων από τον τόνο τους 37.
θέση του τόνου 48. τοπικά επιρρήματα 362, 1.
παράγωγα επιρρήματα 405.
παράγωγα ουσιαστικά 386. τοπωνυμίες από κοινά ουσ. ή επίθ. 441,
β·
τρισύλλαβη λέξη 31.
τριτόκλιτα ουσιαστικά 103-145.
-επίθετα 168-183.
τριτοπρόσωπα (απρόσωπα) ρημ. 361.
τροπή φωνηέντων 62, 6.
συμφώνων 70.
τροπικά επιρρήματα 362, 3.
παράγωγα επιρρήματα 406. τύποι των λέξεων 73.

Υ
υγρά σύμφωνα 23.
υγρόληκτα ουσιαστικά γ” κλ. 127.
-επίθ. γ” κλ. 177-180.
-ρήματα 301-309.
υπερθετικό σχετικό, απόλυτο 190, 3 t\ β’
υπερθετικός βαθμός 190, 3. υπερσυντέλικος 253, S. υποδιαστολή 49, I, 50, 3. υποκοριστικά 384. υποκοριστικές καταλήξεις 384. υποτακτική 250, β. υφαίρεση 60, 2.

Φ
φαινομενικές (ολικές) καταλήξεις, βλ.
κατάληξη, φθογγικά πάθη 51. φθόγγος 2, 16. φρούδος 184, 5.
φύσει μακρόχρονη συλλαβή 33, α. φωνές ρήματος 258. φωνήεν εγκλιτικό 283.
— θεματικό 282. φωνήεντα 3, α, !8.
- βραχύχρονα, μακρόχρονα, δίχρονα 19-20. …
φωνηεντόληκτα οοσ. γ” κλ. 108-119.
-επίθ. γ” κλ. 169-171.
-ρήματα α” συζυγίας: βαρύτ. 277-291
και περισπώμ. 322-331. -ρήματα β” συζυγίας 332-348 και 351. φωνηέντων (και διφθόγγων) πάθη 52-62.

Χ
χαρακτήρας κλιτών 73. -ρηματικός 263, α.
χρονικός 263, β. χασμωδία 52. χειλικά άφωνα 22, α. χειλικόληκτα ουσ. γ” κλ. 121, 122, β. -ρήματα 292, 1.
χέω 327.
χους, γεν χοϋ (β” κλ) 99. χρονικά αριθμητικά 206, γ.
επιρρήματα 362, 2.
παράγωγα επιρρήματα 408. χρονική αύξηση 266, 2. χρονικό θέμα 262, β.
πρόσφυμα 286. χρονικοί σύνδεσμοι 367, 5. χρονικός χαρακτήρας, βλ. χαρακτήρας, χρόνοι τΟΌ ρήματος 252.

αρχικοί, παραγόμενοι ή ιστορικοί, συντελικοί, μονολεκτικοί, περιφρα­στικοί 256.
περιφραστικών σχηματισμός 287.
δεύτεροι των ρημ. α” συζυγίας 310-321 και 349-350.
δεύτεροι των ρημ. β” συζυγίας 342-344.
χρόνος (ποσότητα) φωνηέντων 19, 2. χρώμαι 325,

Ψ
ψ, διπλό σύμφωνο 21, 2. ψιλή 45.
ψιλόπνοα άφωνα 22, β.
Ω
ως, η πολλαπλή σημασία του 371. -ώτερος, -ώτατος, παραθετικές καταλή­ξεις 194.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελ.
Συντομογραφίες 5
Εισαγωγή 7
Λόγος. Προφορικός και γραπτός
λόγος 7
Γενικές φωνητικές έννοιες 7
Γλώσσα και διάλεκτοι 9
Γραμματική 10
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΦΘΟΓΓΟΛΟΓΙΚΟ
Β; Τα πνεύματα και η χρήση τους 21
Πνεύματα 21
Λέξεις με ψιλή και λέξεις με
δασεία 21
Θέση του τόνου και του πνεύματος 22
Γ! Αλλα σημεία στο γραπτό λόγο
Βοηθητικά ορθογραφικά ση­μεία 23
Σημεία της στίξης 23
Jo Κεφ. Φθόγγοι και Γράμματα I. Φθόγγοι. Γράμματα. Διαίρεση
φθόγγων και γραμμάτων 11
Διαίρεση φωνηέντων 11
Διαίρεση συμφώνων 12
Πίνακας των Συμφώνων 14
Δίφθογγοι 14
2ο Κεφ. Λέξεις και Συλλαβές
Λέξη. Γράμματα της λέξης 15
Συλλαβή 15
Συλλαβισμός 16
3ο Κεφ. Τόνοι, πνεύματα, στίξη
Α! Οι Tovot και ο τονισμός 17
Τόνοι 17
Ονομασία των λέξεων από
τον τόνο τους 17
Τονισμός. Γενικοί κανόνες
τονισμού 17
Ειδικοί κανόνες τονισμού 18
Ατονες λέξεις 19
Εγκλιτικές λέξεις. Έγκλιση
του τόνου 19
4ο Κεφ. Φθογγικά Πάθη
Α; Πάθη φωνηέντων και διφθόγγων 26
Χασμωδία. Πάθη φωνηέντων
και διφθόγγων για την απο-
φυγή της χασμωδίας 26
Άλλα πάθη των φωνηέντων 29
Β; Πάθη συμφώνων 30
α) Αποβολή συμφώνων 31
β) Ανάπτυξη συμφώνων 32
γ) Μετάθεση του j (επένθεση) 32
δ) Ένωση ή συγχώνευση συμ-
φώνων 33
ε) Αφομοίωση συμφώνων 34
0 Ανομοίωση συμφώνων 35
η) Τροπή συμφώνων 36
Ανακεφαλαιωτικός πίνακας -με τα
σπουδαιότερα πάθη των συμφώ-
νων 37
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΟ
5ο Κεφ. Μέρη του λόγου. Διαίρεση και στοιχεία των μερών του λόγου
Μέρη του λόγου. Κλιτά και άκλι­τα. Τύποι. Κατάληξη, θέμα χαρα­κτήρας
Πτωτικά. Παρεπόμενα των πτωτι­κών
6ο Κεφ. Το άρθρο
Το άρθρο. Η κλίση του

7ο Κεφ. Γενικά για τα ουσιαστικά
Ορισμός και διαίρεση των ουσια­στικών
Γένος των ουσιαστικών
Αριθμός των ουσιαστικών
Κλίση των ουσιαστικών

8ο Κεφ. Α” κλίση των ουσιαστικών
Πρωτόκλιτα ασυναίρετα ουσ.
Καταλήξεις των ουσιαστικών της α” κλίσης Πίνακας ασυναίρ. ουσ. α” κλ.
Πρωτόκλιτα συνηρημένα ουσ.
Β’. Συμφωνόληκτα ουσ. της γ” κλί­σης
Αφωνόληκτα Πίνακας αφωνόλ. ουσ. γ” κλ.
Ημιφωνόληκτα
Πίνακας ενρινόλ. και υγρόλ. ουσ. γ” κλ.
Πίνακας σιγμόλ. ουσ. γ” κλ.
Καταλήξεις των ουσιαστικών της γ” κλίσης
42 43 43 44
Ο τονισμός των ονομ. της γ” κλίσης
11ο Κεφ. Ανώμαλα ουσιαστικά
Ανώμαλα κατά το γένος
Ετερόκλιτα
Μεταπλαστά
Ιδιόκλιτα
Άκλιτα
6. Ελλειπτικά
45
12ο Κεφ. Γενικά για τα επίθετα
47
49 1. Ορισμός, γένη και καταλήξεις
50 των επιθέτων
2. Κλίση των επιθέτων
65 66 71 74
79 84

 
89 90 92 92 93
94 94

9ο Κεφ. Β” κλίση των ουσιαστικών
Δευτερόκλιτα ασυναίρετα ουσια­στικά
Καταλήξεις των ουσ. της β” κλ. Πίνακας ασυναίρ. ουσ. β” κλ.
Δευτερόκλιτα συνηρημένα ουσ.
Αττική δεύτερη κλίση

10ο Κεφ. Γ” κλίση των ουσιαστικών
Γενικά για τα ουσιαστικά της γ” κλί­σης. Διαίρεση των τριτόκλιτων ουσιαστικών
Α; Φωνηεντόληκτα ουσ. της γ” κλί­σης

52 53 54 55 57
13ο Κεφ. Δευτερόκλιτα επίθετα
Ασυναίρετα δευτερόκλιτα επίθετα 95
Συνηρημένα δευτερόκλιτα επίθ. 98
Αττικόκλιτα επίθετα 100
14ο Κεφ. Τριτόκλιτα επίθετα
Α! Φωνηεντόληκτα επίθετα της γ’
κλίσης 101
Συμφωνόληκτα επίθετα της γ’
κλίσης 104
I. Αφωνόληκτα 104
II. Ενρινόληκτα και υγρόληκτα 106
III. Σιγμόληκτα 109
Παρατηρήσεις στα αριθμητικά 131
α) Θέματα των αριθμητικών 131
β) Εκφορά των σύνθετων αριθ-
μών 131
γ) Εκφορά των κλασματικών
αριθμών 132
δ) Γραφική παράσταση των
αριθμών 133
Πίνακας των αριθμητικών 133
19ο Κεφ. Αντωνυμίες
Είδη αντωνυμιών 136
Προσωπικές 336
Δεικτικές 137
Οριστική ή επαναληπτική 138
Κτητικές 139
Αυτοπαθητικές 140
Αλληλοπαθητική 141
Ερωτηματικές 141
Αόριστες 142
Επιμεριστικές 142
Αναφορικές 144
Σοσχετικές αντωνυμίες 146
Πίνακας των συσχετικών αντωνυ-
μιών 146
’20ό Κεφ. Ρήμα. Στοιχεία του ρήμα­τος
Α’. Ορισμός και παρεπόμενα του ρή-
ματος 147
Διαθέσεις 147
Αριθμοί 147
Πρόσωπα 148
Εγκλίσεις. Ονοματικοί τύποι 148
Χρόνοι 149
I. Οι χρόνοι στην οριστική 149
Πίνακας των χρόνων της οριστι-
κής 151
II. Οι χρόνοι στις άλλες ε-
γκλίσεις 151
Φωνές 152
Συζυγίες 152
Β; ΣτοιχεΤα του σχηματισμού του
ρήματος 152
Κατάληξη 152
Θέμα 153
Χαρακτήρας. Διαίρεση των
ρημάτων κατά το χαρακτήρα 154
Πίνακας με τη διαίρεση των ρημά­των (κατά συζυγία και χαρακτή­ρα) 155
Αύξηση 155 α) Ομαλή αύξηση στα απλά
ρήματα 155
β) Ομαλή αύξηση στα σύν-
θετα ρήματα 156
γ) Ανώμαλη αύξηση 157
Αναδιπλασιασμός 158
α) Ομαλός αναδιπλ. στα
απλά ρήματα 158
β) Ομαλός αναδιπλ. στα
σύνθετα ρήματα 159
γ) Ανώμαλος αναδιπλ. 160
6) Αττικός αναδιπλ. 161
Το βοηθητικό ρήμα είμί 161
21ο Κεφ. Ρήματα της α” συζυγίας (σε -ω) βαρύτονα
Βαρύτονο φωνηεντόληκτο ρήμα ε­νεργ. φωνής (λύω) 164 Μέσης φωνής (μέσης διάθ.) 168 Μέσης φωνής (παθητ. διάθ.) 170 Γενικές παρατηρήσεις στο σχηματι­σμό των ρηματ. τύπων της α” συζυγίας 172
Συστατικά μέρη των μονολε­κτικών τύπων 172
α) Προσωπική κατάληξη 174
β) Θεματικό φωνήεν 175
γ) Εγκλιτικό φωνήεν 176
δ) Χρονικός χαρακτήρας 176
ε) Χρονικό πρόσφυμα 176
Σχηματισμός περιφραστικών
χρόνων 177
Ολικές ή φαινομενικές κατα­λήξεις 177
22ο Κεφ. Σχηματισμός των φωνηε­ντόλ. ασυναίρ. ρημ. α” συζυγίας
Ενεστώτας και παρατατικός 178
Οι άλλοι χρόνοι 178
Πίνακας φωνηεντόλ. ασυναίρ. ρημά-
των με διαφορές ή ανωμαλίες 178
23ο Κεφ. Σχηματισμός των αφωνό-ληκτων ρημ. α” συζυγίας
Ενεστώτας και παρατατικός ε­νεργ. και μέσης φωνής 181
Ενεργ. και μέσος μέλλοντας, ε­νεργ. και μέσος αόρ. α” 183
Ενεργ. παρακείμ. και υπερσ. 184
Παθ. μέλλ. α” και παθ. αόρ. α” 185
Παρακείμενος και υπερσυντ. μέ­σης φωνής 186
24ο Κεφ. Σχηματισμός των ενρινόλ. και υγρόληκτων ρημάτων α” συ­ζυγίας
Ενεστώτας και παρατατικός ε­νεργ. και μέσης φωνής 187
Οι άλλοι χρόνοι 189
25ο Κεφ. Δεύτεροι χρόνοι των ρημά­των α” συζυγίας
Ενεργ. και μέσος αόρ. β” 194
Παθητ. μέλλ. β” και παθητικός
αόρ. β” 196
Ενεργ. παρακείμενος και υπερ­συντέλικος β” 197
Γενικές παρατηρήσεις στους δεύ­τερους χρόνους 198
26ο Κεφ. Ρήματα συνηρημένα ή πε-ρισπώμενα
1. Ενεστώτας και παρατατικός 199
τιμώ – τιμώμαι 200
ποιώ – ποιούμαι 202
δηλώ – δηλουμαι 206
Παρατηρήσεις
α) στα συνηρ. ρ. σε -οω 208
β) στα συνηρ. ρ. σε -έω 210
γ) στα συνηρ. ρ. σε -όω 210
2. Οι άλλοι χρόνοι 211
Πίνακας συνηρ. ρημάτων με διαφο-
ρές ή ανωμαλίες 212
27ο Κεφ. Ρήματα β” συζυγίας σε -μι
Διαίρεση των ρημ. σε -μι 216
Α’. Συμφωνόληκτα ρήμ. σε -μι 216
Ενεστώτας και παρατατικός 216
δείκνυμι – δείκνυμαι · 217
Παρατηρήσεις 218
Οι άλλοι χρόνοι 219
ΒΙ Φωνηεντόληκτα ρήμ. σε -μι 219
1. Ενεστώτας, παρατατικός και
αόρ. β” 219
ίστημι, τίθημι, Γημι, δίδωμι, ί-
σταμαι, τίθεμαι, ΐεμαι, δίδο-
μαι 223
Παρατήρησης
Ενεστ. και παρατατικός 226

Αόριστος β” 227
Τονισμός 228
Οι άλλοι χρόνοι 228
Γ: Άλλα φωνηεντόλ. ρήματα σε -μι 230
φημί 234
ήμί, κεΐμαι, κάθημαι 235
οϊδα, δέδοικα ή δέδια 236
τέθνηκα, βέβηκα, έοικα, χρή, εί-
μαρται 23 7
πέπρωται 237
30ό Κεφ. Ρήματα ανώμαλα, αποθετι­κά και απρόσωπα
Α’. Τμήματα ανώμαλα 238
Ρήματα ανώμαλα κατά το
σχηματισμό των χρόνων 238
Ρήματα ανώμαλα κατά τη ση-
μασία των χρόνων 241
Β: Ρήματα αποθετικά 242
Γ” Ρήματα απρόσωπα ή τριτοπρό-
σωπα 243
31ο Κεφ. Άκλιτα μέρη του λόγου
Επιρρήματα 244
Συσχετικά επιρρήματα 244
Πίνακας συσχετικών επιρρημά-
των 245
Προθέσεις 246
Σύνδεσμοι 246
Επιφωνήματα 247
Μόρια 248
Άκλιτα με πολλαπλή σημασία 248
28ο Κεφ. Αόριστοι β” βαρότονων ρημ. κατά τα ρ. σε -μι
Με χαρακτήρα 1) η και α, 2) ά και α, 3) η και ε, 4) ω και ο, 5) ϋ και ϋ 232
Παραδείγματα 232
29ο Κεφ. Άλλα ρήματα της β” συζυ­γίας σε -μι
ειμί, εϊμι 234

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ
32ο Κεφ. Γενικά για την παραγωγή
και τη σύνθεση 250
33ό Κεφ. Παραγωγή των λέξεων 251
Προεισαγωγικές παρατηρήσεις για
την παραγωγή 251
Α! Παράγωγα ουσιαστικά 252
α) Ουσιαστικά παράγωγα από
ρήματα 252
β) Ουσιαστικά παράγωγα από
επίθετα 255
γ) Ουσιαστικά παράγωγα από
άλλα ουσιαστικά 256
Υποκοριστικά 256
Μεγεθυντικά 257
Τοπικά 257
Περιεκτικά 258
Πατρωνυμικά 258
Γονεωνυμικά 259
Εθνικά 259
Παρώνυμα 260
Β! Παράγωγα επίθετα 261
α) Επίθετα παράγωγα από ρήμα-
τα 261
Κυρίως ρηματ. επίθετα 261
Άλλα επίθ. παράγωγα
από ρήματα 262
β) Επίθετα παράγωγα από ονό-
ματα 264
γ) Επίθετα παράγωγα από επιρ-
ρήματα 267
Γ; Παράγωγα ρήματα 268
α) Ρήματα παράγωγα από ονό-
ματα 268
β) Ρήματα παράγωγα από άλλα
ρήματα 270
γ) Ρήματα παράγωγα από επιρ-
ρήματα και επιφωνήματα 271
Δ: Παράγωγα επιρρήματα 271
α) Τοπικά 271
β) Τροπικά 272
γ) Ποσοτικά 273
5) Χρονικά 273
34ο Κεφ. Σύνθεση των λέξεων
Προεισαγωγικές παρατηρήσεις για
τη σύνθεση 274
Α’. Πρώτο συνθετικό 275
Κλιτό ως πρώτο συνθετικό 275
α) Ουσιαστικό 275
β) Επίθετο 276
γ) Ρήμα 276
Άκλιτο ως πρώτο συνθετικό 277
α) Επίρρημα 277
β) Πρόθεση 277
γ) Αχώριστο μόριο 278
Β” Δεύτερο συνθετικό
Κλιτό ως δεύτερο συνθετικό 279
α) Ουσιαστικό 279
β) Επίθετο 280
γ) Ρήμα 280
Άκλιτο ως δεύτερο συνθετικό 281
Γ: Νόθα σύνθετα 281

Δ; Παρασύνθετα 282

Ε” Τονισμός των συνθέτων 283

S’-Σημασία των συνθέτων 285
α) Προσδιοριστικά σύνθετα 285
β) Αντικειμενικά σύνθετα 285
γ) Κτητικά σύνθετα 285
δ) Συνδετικά ή παρατακτικά
σύνθετα 286

35ο Κεφ. Άλλοι τρόποι σχηματισμού λέξεων
α) Ονοματοποιία 286
β) Αλλαγή του γραμματικού εί-
δους 288
36ο Κεφ. Αλλαγή της σημασίας των λέξεων
Κυριολεξία και μεταφορά
Είδη μεταφοράς
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Κατάλογος ανώμαλων ρημάτων 293
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 315
ISBN 960-06-1763-5